Σωκράτη Κουγέα

Η άνοιξη της Ελληνικής Εκπαίδευσης

και ο Ηπειρώτης δάσκαλος Χρίστος Λαμπράκης

1907-1915

στον Αλ. Δημαρά

Εικόνες από τα σχολεία μας

Α, δε βαστώ, βαρέθηκα, θα το τινάξω κάτω,

θα ρίψω το βιβλίον μου στης θάλασσας τον πάτο.

Δεν υποφέρω τη μαμά πρωί να με ξυπνάει

και να με λέγει διάβασε και πάνε στο σχολείο·

ακούσ’ εκεί κατάστασις, ακούσ’ εκεί κακία

να με παραφορτώνουνε σε τέτοια ηλικία.

Το παραπάνω εξάστιχο γράφηκε από μαθητή του Δημοτικού σχολείου το 1909 και αναμφίβολα εκφράζει τα αισθήματα γενεών μαθητών. Δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος για τον οποίο το επέλεξα ως προμετωπίδα της εισήγησής μου· εκείνο που με εντυπωσίασε ήταν το ότι αυτό το άτεχνο ποιημάτιο, στάθηκε αφορμή για να προβληματιστεί και να θίξει τα κακώς κείμενα του σχολείου ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης. O μεγάλος φιλόλογος, με την ύψιστη συμβολή στη μόρφωση των ελληνόπουλων, «διδάσκει» πως το να αφουγκραζόμαστε τις διαθέσεις και να αντιλαμβανόμαστε τα αισθήματα των παιδιών πρέπει να είναι οδηγός στη δουλειά μας, στη δουλειά του δασκάλου.

Δύο χρόνια πριν από τη δημοσίευση των παραπάνω στίχων, τo 1907, ένας Ηπειρώτης φιλόλογος, ο Κίτσος ή Χρίστος Λαμπράκης ανακηρύσσεται διδάκτωρ της Φιλολογίας. Το έγγραφο της ανακήρυξής του υπογράφει με την ιδιότητα του πρυτάνεως της Σχολής ο πατέρας της ελληνικής Λαογραφίας, o Νικόλαος Πολίτης. «4 Ιουνίου 1907. Η Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου δηλοί ότι ο κ. Χρίστος Λαμπράκης εκ Βουργαρελίου της Άρτης υποστάς την νενομισμένην επί διδακτορία της Φιλολογίας εν τη Φιλοσοφική Σχολή δοκιμασίαν τη 12 Απριλίου 1907, ηξιώθη του βαθμού Άριστα.».

Ο Χρίστος Λαμπράκης γεννημένος το 1883 στο Βουργαρέλι της Άρτας, άνηκε στο στενό περιβάλλον του Ν. Πολίτη και από τα φοιτητικά του χρόνια συνδέθηκε με προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων, όπως ο Μπέρτος, ο Αδαμαντίου, ο Παλαμάς, ο Κουγέας, πνευματικοί άνδρες με λαμπρή σταδιοδρομία. Για τον Χρίστο Λαμπράκη, όμως, η σύντομη ζωή του τού επεφύλαξε πορεία με έντονες συγκινήσεις και πλήθος εναλλαγών που το κάνει να μοιάζει με παραμύθι. Ο χρόνος δεν μας επιτρέπει να μιλήσουμε σήμερα διεξοδικά για τη ζωή του, αν και ανήκει στην κατηγορία εκείνη των Ελλήνων που δε δικαιούμαστε να αγνοούμε. Σήμερα θα αρκεστούμε στο να αξιοποιήσουμε τον εκπαιδευτικό Χρ. Λαμπράκη ως παράδειγμα εργασίας, συμβάλλοντας έτσι στην αποτίμηση της αξίας των εκπαιδευτικών της περιόδου 1910-1920. Οι προβληματισμοί εκείνων των δασκάλων οδήγησαν τα εκπαιδευτικά πράγματα σε νέα πραγματικότητα που, αν και οι πολιτικές και ιδεολογικές τάσεις της εποχής προσπάθησαν να την εξαφανίσουν, ακόμα και σήμερα αποτελεί το ζητούμενο τόσο στα επί μέρους όσο και στις βασικές της επιδιώξεις. Την «Άνοιξη της Ελληνικής Εκπαίδευσης» οριοθετούν δύο τολμηρές παρεμβάσεις με πρωταγωνιστή τον Αλέξανδρο Δελμούζο: ως αφετηρία η ίδρυση του Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου (1909) και ως επίλογος εκείνη του Μαρασλείου Διδασκαλείου (1923).

Έχουν περάσει πλέον ενενήντα εννέα χρόνια από τότε που ο Χρ. Λαμπράκης αξιολογείται με «άριστα» στην επί διδακτορία δοκιμασία του· οι σημερινοί δάσκαλοι είμαστε μαθητές των μαθητών της γενιάς του Λαμπράκη, μιας γενιάς εκπαιδευτικών που ευτύχησε να πρωταγωνιστήσει σε συζητήσεις, αναζητήσεις, διαμάχες, σε εκπαιδευτικούς πειραματισμούς, με λίγα λόγια ευτύχησε να ζήσει τον ενθουσιασμό που γεννά η ελπίδα της εκπαιδευτικής και κατ’ επέκταση της πνευματικής αναγέννησης του τόπου.

Ένα έτος μετά την ανακήρυξή του ως διδάκτορα, στις 20 Σεπτεμβρίου 1908, ο Χρ. Λαμπράκης διορίζεται «εις την θέσιν τριτοβαθμίου διδασκάλου». Είκοσι τρεις μέρες μετά την κοινοποίηση του διορισμού του και με έγγραφο που υπογράφει ο Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Παιδείας, Σ. Στάης, ενώ το έγγραφο φέρει στο κάτω άκρο και την υπογραφή του μετέπειτα πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου, ο εν Άρτη διδάσκαλος του Ελληνικού Σχολείου καλείται να αναλάβει «γραφικήν εργασίαν εις το Υπουργείον».

Η προσωπικότητα του Χρ. Λαμπράκη δεν πέρασε απαρατήρητη στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του θητείας και για τον λόγο αυτό στις 21 Ιουλίου 1911 το Εποπτικό Συμβούλιο Μέσης Εκπαιδεύσεως, στο οποίο μετέχουν γνωστά ονόματα, όπως ο Ζ.Δ.Ρώσης ως πρόεδρος του Συμβουλίου και οι Ν. Σαρίπολος, Θ. Σκούφος, Ν. Δελλαπόρτας και Α. Σκιάς, ως μέλη, προτείνουν προς το Υπουργείο «την προαγωγήν τού εν Άρτη ελληνοδιδασκάλου εις την θέσιν του καθηγητού εν τω Βαρβακείω Γυμνασίω». Η πρόταση του Συμβουλίου γίνεται δεκτή με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 1912 και στις 28 Ιανουαρίου το Εποπτικό Συμβούλιο προσκαλεί τον Χρ. Λαμπράκη να αναλάβει τη νέα του θέση με απόσπασμα πρακτικού το οποίο υπογράφουν ως πρόεδρος ο Σ. Λάμπρος και ως μέλη οι Ι. Χατζιδάκης, Γ. Αγγελόπουλος, Ν. Αποστολίδης, Γ. Δέρβος, Α. Σκιας.

Η πρόταση του Εποπτικού Συμβουλίου περί προαγωγής του Χρ. Λαμπράκη συμπίπτει με τη χρονιά που κλείνει βίαια το Παρθεναγωγείο του Βόλου. Ο ιδρυτής του Αλέξανδρος Δελμούζος κατηγορείται για πολλά. Σημειώνουμε ότι μεταξύ των κατηγοριών οι οποίες του προσάπτονται, είναι η «ανηθικότητα» που συνίσταται στο ότι οι διδάσκοντες και οι διδάσκουσες τόλμησαν να σκύψουν πάνω από τα προβλήματα και τις αγωνίες των μαθητριών τους και αναζήτησαν μεθόδους για να αποκτήσουν οι τελευταίες ουσιαστική γνώση και να καταστούν άτομα με κρίση. Η βίαιη επίθεση την οποία δέχτηκε το Παρθεναγωγείο του Βόλου και ο ίδιος ο Αλ. Δελμούζος, ήταν έκφραση παρακρατικής δράσης με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.

Από την έντονη διαμάχη η οποία λαμβάνει χώρα στη δεκαετία του ’10, γίνεται αντιληπτό ότι οι ανησυχίες, οι απόψεις, τα ιδανικά που τάρασσαν τον κοινωνικό και πολιτικό βίο της Ελλάδας, δεν άφηναν αμέτοχη την εκπαιδευτική κοινότητα. Το γλωσσικό, με τις πολιτικές του προεκτάσεις κυριαρχούσε στα εκπαιδευτικά πράγματα ενώ ξεχωριστές προτάσεις και ιδιαίτερα γεγονότα τάραξαν τα νερά και έστρεψαν πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας και της ιστορίας της Εκπαίδευσής μας, όπως το Παρθεναγωγείο του Βόλου, το Μαράσλειο Διδασκαλείο, η Δίκη του Ναυπλίου και ο απόηχος αυτού του αγώνα, η Δίκη των Τόνων (1942). Στη σκιά αυτών των γεγονότων ο εκπαιδευτικός κόσμος αθόρυβα δούλευε επηρεαζόμενος από το διάλογο περί τα παιδαγωγικά και τις διαμάχες που εκδηλώνονταν στο χώρο αυτό και διαμόρφωναν τάσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγούσαν πολύ μπροστά από τη εποχή της την καθημερινή εκπαιδευτική πράξη. Στη συνέχεια θα ελέγξουμε το πρότυπο του διδασκάλου, «τον τύπο του αρίστου καθηγητού», σύμφωνα με τις υπηρεσιακές εκθέσεις που έγιναν για τον Χρίστο Λαμπράκη. Τέλος, έχει ενδιαφέρον να εξετασθεί το κατά πόσον αυτές οι παράμετροι, με τις οποίες κρίθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα ο άριστος δάσκαλος, αντέχουν και σήμερα, έναν αιώνα μετά.

Γυρίζοντας, λοιπόν, στην έκθεση στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω, αυτή της 21ης Ιουλίου 1911, θα παρατηρήσουμε ότι στην αξιολόγηση που συντάσσει το Εποπτικό Συμβούλιο προκειμένου να στηρίξει την πρότασή του περί προαγωγής του Χρίστου Λαμπράκη, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του διδασκάλου που προβάλλονται ως εξαιρετικά, συνοψίζονται στα εξής: «Του λειτουργού τούτου της εκπαιδεύσεως, όστις είναι διδάκτωρ της φιλολογίας μετά του βαθμού άριστα, και έχει τριετή υπηρεσίαν εν τη θέσει του ελληνοδιδασκάλου, πολλάκις το Συμβούλιον έλαβεν αφορμήν εκ της παρ’ αυτής ως γραμματέως επί τρία έτη υπηρεσίας αυτού να εκτιμήση ου μόνον την μόρφωσιν και την ικανότητα, αλλά και την χρηστότητα και φιλεργίαν και την μετ’ άκρας ευαισθησίας εκπλήρωσιν των ανατεθειμένων αυτώ καθηκόντων και δια τούτο παρακαλεί….» κλπ. κλπ.. Η επιστημονική κατάρτιση, το ήθος και η εργατικότητα, λοιπόν, είναι τα στοιχεία που συνυπολογίζονται για να προαχθεί ο εκπαιδευτικός.

Η απόσπαση έγινε δεκτή· μόνο που ο Χρ. Λαμπράκης παραμένει για ένα διάστημα στη θέση της γραμματείας «ως απαραίτητος δια την υπηρεσίαν». Στη συνέχεια ο Ηπειρώτης δάσκαλος αναλαμβάνει ενεργό παιδαγωγικό έργο, αξιολόγηση του οποίου θα κάνει το 1915 ο Γεν. Επιθεωρητής σχολείων της Α Εκπ. Περιφερείας, Αχιλλέας Τζάρτζανος. Η έκθεση-αξιολόγηση έγινε προς την Επιτροπή του άθλου Όθωνος Σταθάτου με στόχο την «περαιτέρω προαγωγήν διδασκάλων αξίων πάσης υποστηρίξεως» με οικονομική ενίσχυση προς τον βραβευθέντα για σπουδές στην Ευρώπη· δηλαδή επρόκειτο περί εκθέσεως που αφορούσε υποψηφίους υποτρόφους για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό. Ο Αχ. Τζάρτζανος προτείνει τρεις εκπαιδευτικούς. Και ενώ για τους δύο πρώτους αφιερώνει δυο-τρεις αράδες, για το Χρίστο Λαμπράκη στο τέλος της αναφοράς του αφιερώνει τρεις ολόκληρες παραγράφους.

« …Ο τρίτος, γράφει ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, υπηρετεί εν τω 8ω ενταύθα γυμνασίω και ονομάζεται Χρίστ. Λαμπράκης. Τον τελευταίον τούτον, συνδυάζοντα σπάνια και εξαιρετικά προσόντα ου μόνον επιστημονικής αρτιότητος, γλωσσομαθείας, παιδαγωγικής ιδιοφυίας και απαραμίλλου διδακτικής δεξιότητος, αλλά προσέτι φυσικά χαρίσματα κοινωνικής παραστάσεως, μετριοφροσύνης, μειλιχιότητος ουχί τυχούσης, συνιστώμεν εξαιρετικώς υπέρ πάντας εις την αξιότιμον Επιτροπήν ως δυνάμενον εάν υποβοηθηθή προς περαιτέρω εν Ευρώπη συμπλήρωσιν των σπουδών του, να χρησιμεύση ως άξιος λόγου παράγων προαγωγής της παρ’ ημίν επιστήμης και της εκπαιδεύσεως εν γένει.» Προς επίρρωσιν της κρίσης του ο Αχιλλέας Τζάρτζανος επισυνάπτει την έκθεση του Γυμνασιάρχη του 8ου Γυμνασίου, κ. Παναγιώτη Θεοδωρόπουλου, περί του προσωπικού τού σχολείου το οποίο διευθύνει για το ακαδημαϊκό έτος 1914-15, με ημερομηνία 22 Ιουνίου 1915.

«….Ειδικώς περί εκάστου των μελών των συλλόγων ουδέν έχομεν να προσθέσωμεν εις τα κατά το παρελθόν έτος περί αυτών εκτεθέντα δια της υπ. αριθ. 15 της 12 Ιουλίου 1914 αναφοράς ημών προς το σον Υπουργείον. Μόνον περί του καθηγητού κ. Χρίστου Λαμπράκη το πρώτον εν τω καθ’ ημάς γυμνασίω κατά το λήγον σχολ. έτος αναλαβόντος υπηρεσίαν έχομεν να εκθέσωμεν τα εξής. Ο καθηγητής ούτος από της αρχής του σχολικού έτους ανέλαβεν την διδασκαλίαν των Ελληνικών, Λατινικών και της Ιστορίας του α’ τμήματος της Α’ τάξεως, ην ομαλώς και τακτικώς διεπέρανεν. Η γενική επιστημονική μόρφωσίς του είναι αρίστη, ως εμφαίνεται εκ του διπλώματός του φέροντος αριθμόν «Άριστα», εκ της γλωσσομαθείας του, γιγνώσκοντος καλώς την Γερμανικήν και την Γαλλικήν γλώσσαν, και εκ των διατριβών, ας έχει δημοσιεύση εν περιοδικοίς.

Αλλ’ ό,τι εν αυτώ καθίσταται άξιον θαυμασμού είναι η διδακτική του ικανότης. Μειλίχιος και πράος κατά τον χαρακτήρα, ευγενής και αβρός και ανεπίδεικτος τους τρόπους, ήρεμος και απαθής το ήθος προσελκύει ταχέως την εμπιστοσύνην των μαθητών του και διαπλάσσει ευκόλως το ήθος αυτών. Δεν διδάσκει ρητορικώς και μετ’ επιδείξεως, ως πολλάκις αντελήφθην παρακολουθήσας το μάθημά του, αλλά συνεργάζεται μετά των μαθητών του ων εξεγείρει θερμόν το υπέρ του μαθήματος διαφέρον, συγκρατεί αμετάπτωτον την προσοχήν χωρίς και να καταπονή αυτούς και τους καθιστά αυτενεργούς. Δια τούτο βαθεία και ειλικρινής είναι η προς αυτόν αγάπη και ο σεβασμός των μαθητών του ως ουδείς καθ’ όλον το έτος δι’ απείθειαν ή αταξίαν ετιμωρήθη. Υπήρξαν μεταξύ των μαθητών του και τινες σφόδρα δυσμαθείς και ανεπίδεκτοι κλασικής μορφώσεως, αλλ’ ούτοι δια της αγαθότητος και των πατρικών συμβουλών του επείσθησαν να επιδοθώσιν εις πρακτικόν τι έργον. Αποχωρήσαντες δε του σχολείου δεν απέβαλον και την προς αυτόν αγάπην, αλλά και μετά ταύτα προσήρχοντο ενίοτε εις το γυμνάσιον, ίνα χαιρετίσωσι και ευχαριστήσωσι τον αγαθόν των διδάσκαλον. Αφοσιωμένος ολοψύχως εις το έργον του, απέχων των ιδιαιτέρων παραδόσεων, της λύμης ταύτης των σχολείων της Μέσης Εκπαιδεύσεως, άμεμπτος κοινωνικώς, είναι σπάνιος τύπος διδασκάλου όμοιον του οποίου δεν συνήντησα κατά την εικοσιπενταετή εις πλείστα σχολεία του κράτους υπηρεσίαν μου.

Δια τα προεκτεθέντα πλεονεκτήματα αυτού, τα οποία περιβάλλει υπερβάλλουσα μετριοφροσύνη και σύνεσις είναι αγαπητότατος προς πάντας ανεξαιρέτως τους συναδέλφους του και κόσμημα του γυμνασίου μας. Δια τούτο θεωρώ επιτακτικόν καθήκον να συστήσω τούτον υμίν, κ. επιθεωρητά, ως άριστον πάντων. Ευπειθέστατος….» κλπ. κλπ.

«Ο άριστος πάντων», λοιπόν. Η κρίση του γυμνασιάρχη Θεοδωρόπουλου δεν δέχεται αμφισβήτηση και επομένως υποχρεούμεθα να θεωρήσουμε ότι η καθημερινή διδακτική πράξη αναδείκνυε, για ένα μέρος των μάχιμων εκπαιδευτικών, ως πρότυπο δασκάλου εκείνον ο οποίος συγκέντρωνε τα χαρακτηριστικά του Χρίστου Λαμπράκη· και τούτο αποκαλύπτει τάση ιδιαίτερα ισχυρή, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι εκφράζεται μέσω μιας επίσημης και τακτικής έκθεσης-αναφοράς προς τις αρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες στους κόλπους της εκπαίδευσης. Η διαμόρφωση των θέσων και των τάσεων αυτών ασφαλώς δεν είναι άσχετη με τις πολιτικές και ευρύτερα κοινωνικές ανησυχίες της εποχής εκείνης, με ορόσημο την επανάσταση στο Γουδί και την επικράτηση του Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή της Ελλάδας· δεν χωράει επίσης αμφιβολία ότι οι τάσεις αυτές γεννήθηκαν με την παρέμβαση συγκεκριμένων προσώπων που έδρασαν είτε ως άτομα είτε ως μέλη ομάδων, όπως του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ανάμεσα στα πρόσωπα τα οποία υπογράφουν τα έγγραφα που αφορούν στην εξέλιξη του Χρ. Λαμπράκη και επομένως αποδέχονται τη λογική του γυμνασιάρχη Θεοδωρόπουλου, συναντάμε τον Μιστριώτη, τον Χατζηδάκη, πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στα εκπαιδευτικά των αρχών του περασμένου αιώνα και χαρακτήρισαν γενιές εκπαιδευτικών, οι θέσεις των οποίων, όμως, ταυτίστηκαν με τις συντηρητικές τάσεις ευρισκόμενοι στην αντιπέρα όχθη από τους Γ. Γληνό, Α. Δελμούζο, Ν. Πολίτη ή Μ. Τριανταφυλλίδη.

Δικαιούμαστε, κατά συνέπεια να συμπεράνουμε ότι τα χαρακτηριστικά τα οποία προβάλλονται στην υπηρεσιακή αναφορά, αντανακλούν το κοινό αίσθημα των εκπαιδευτικών και τις κρατούσες απόψεις της εποχής: η μόρφωση και η εργατικότητα, η συνέπεια και η γλωσσομάθεια είναι χαρακτηριστικά που συνιστούν αναμφίβολα έναν εκπαιδευτικό «αξιόπιστο», θα λέγαμε, στην υπηρεσία του· το «Άριστα» του πτυχίου το ίδιο. Και όσο ο εκπαιδευτικός δεν έχει εμπειρία τάξης, την περίοδο δηλαδή κατά την οποία ο Χρ. Λαμπράκης αποσπασμένος σε υπηρεσία του Υπουργείου επιτελούσε γραμματειακή υπηρεσία, τα στοιχεία αυτά κυριαρχούσαν στα έγγραφα και στις εκθέσεις που τον αφορούσαν. Μετά όμως από τον πρώτο χρόνο υπηρεσίας του ως μάχιμου εκπαιδευτικού, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε παίρνοντας υπόψιν άλλες παραμέτρους αξιολόγησης για να προβληθείο «τύπος» του ιδανικού εκπαιδευτικού, όπως είδαμε στο έγγραφο που υπογράφει ο γυμνασιάρχης του 8ου Γυμνασίου Αθηνών.

Ο Θεοδωρόπουλος μέσα σε τρεις γραμμές έχει διεξέλθει τα τυπικά προσόντα του Χρ. Λαμπράκη. Τα «άριστα», «διδάκτωρ», «γνώση Γερμανικής και Γαλλικής» αναφέρονται, αλλά δεν αποτελούν στοιχεία ικανά για την διαμόρφωση του άριστου εκπαιδευτικού. Τον άριστο εκπαιδευτικό, «το κόσμημα του γυμνασίου», καθορίζουν άλλοι παράγοντες που συνιστούν τη διδακτική ικανότητά του και την παιδαγωγική του ευαισθησία.

Στην έκθεσή του ο γυμνασιάρχης επεξηγεί τον όρο διδακτική ικανότης ως εξής: «Μειλίχιος και πράος κατά τον χαρακτήρα, ευγενής και αβρός και ανεπίδεικτος τους τρόπους, ήρεμος και απαθής το ήθος προσελκύει ταχέως την εμπιστοσύνην των μαθητών του και διαπλάσσει ευκόλως το ήθος αυτών». Η συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του δασκάλου είναι οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων κρίνεται η ποιότητα του εκπαιδευτικού. Στη συνέχεια σημειώνει ότι «δεν διδάσκει ρητορικώς και μετ’ επιδείξεως» που σημαίνει ότι προτείνει ως πρότυπο την ανεπιτήδευτη διδασκαλία, ενώ στο αντίποδα της επιτηδευμένης σοβαροφάνειας κατά τη διδακτική πρακτική βρίσκεται το ότι ο άριστος δάσκαλος «συνεργάζεται μετά των μαθητών του», όπως αναφέρει η έκθεση, «… και τους καθιστά αυτενεργούς». Με σημερινούς όρους η συνεργατική-μαθητοκεντρική διδασκαλία αποτελεί το πρότυπο της διδακτικής.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι προσμετράται στα προσόντα του δασκάλου η μη καταπόνηση των μαθητών και παράλληλα απορρίπτεται ρητά η αυταρχική συμπεριφορά απέναντι τους («ουδείς καθ’ όλον το έτος δι’ απείθειαν ή αταξίαν ετιμωρήθη»). Ακόμα περισσότερο εντυπωσιάζει η αντίληψη σχετικά με τις περιπτώσεις των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες «τους δυσμαθείς εις την κλασσικήν μόρφωσιν», όπως τους χαρακτηρίζει. Πέρα από το ότι ο όρος «δυσμαθής εις την κλασσικήν παιδείαν» είναι απόλυτα ακριβής, δηλώνοντας πως οι συγκεκριμένοι μαθητές δεν ανταποκρίνονται στον τύπο διαδικασίας μάθησης που προτείνει το κλασικό σχολείο, η αντιμετώπιση την οποία υποδεικνύει ως κατάλληλη σχετικά με τους μαθητές αυτούς, δεν είναι διόλου παρωχημένη· αντίθετα είναι πολύ πιο μπροστά από ό,τι ισχύει σήμερα, παρά τις προόδους που έχουν γίνει σχετικά με την αποδοχή και διάγνωση της δυσλεξίας ή άλλως μαθησιακής δυσκολίας. Ο Χρίστος Λαμπράκης, «ο άριστος των εκπαιδευτικών» έστρεφε τους μαθητές «εις πρακτικόν τι έργον», -σημειώνουμε όχι υποχρεώνοντάς τους, αλλά με την πειθώ- που σημαίνει με τους σύγχρονους όρους ότι προσπαθούσε να τονώσει την αυτοεκτίμησή τους αναδεικνύοντας δεξιότητες για τις οποίες η «κλασσική παιδεία» δεν άφηνε χώρο ανάδειξης και καλλιέργειας.

Δεν μπορεί εξάλλου να περάσει απαρατήρητο και το ότι δείκτης αριστείας είναι και η αγάπη που εκδηλώνουν αυτοί, οι δυσμαθείς μαθητές, προς αυτόν τον δάσκαλο. Η ηπιότης, η αβρότης, η ειλικρίνεια στη συμπεριφορά, η μαθητοκεντρική-συνεργατική διδασκαλία, η αντιμετώπιση των μαθητών και η καθοδήγησή τους σύμφωνα με τις ικανότητές τους, είναι τα σημεία τα οποία παρακολουθεί ο Γυμνασιάρχης Θεοδωρόπουλος και στα οποία στηρίζει την αξιολόγησή του.

Ενδιαφέρον έχει εξάλλου να σημειώσουμε τα στοιχεία που απουσιάζουν από την έκθεση του Γυμνασιάρχη. Για παράδειγμα πουθενά δεν γίνεται αναφορά στα περιβόητα στάδια μαθήματος, που σημαίνει ότι η διδακτική πράξη δεν αντιμετωπίζονταν ως στερεότυπη και παγιωμένη διαδικασία βάσει της οποίας κρίνονταν ο εκπαιδευτικός, όπως επίσης η ποσότητα των παρεχομένων πληροφοριών και ακαδημαϊκών απαιτήσεων δεν είναι εκείνα που χαρακτήριζαν το εκπαιδευτικό έργο. Αντίθετα, η προσαρμογή του μαθήματος στην προσωπικότητα του κάθε μαθητή, είναι φαίνεται κυρίαρχο στοιχείο στη διδακτική. Ο δάσκαλος δεν ακολουθεί την προκρούστεια μέθοδο του «πρέπει να» ανεξάρτητα από τις προσωπικότητες και τις δυνατότητες των μαθητών του, αλλά επιδιώκει να προσαρμόσει την διδασκαλία του και την παιδαγωγική του στην προσωπικότητα του κάθε μαθητή του. Κυρίαρχος στόχος επομένως δεν είναι το «να μάθουν οι μαθητές το μάθημα» αλλά να καλλιεργήσει την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό των μαθητών αναδεικνύοντας θετικά την ιδιαιτερότητα του καθενός. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και ο ρόλος του μαθητή και του δασκάλου κατά τη διαδικασία της διδασκαλίας. Διαβάζουμε στην έκθεση ότι οι μαθητές «αυτενεργούν», που σημαίνει ότι ο ρόλος του δασκάλου περιορίζεται, ο ίδιος κατεβαίνει από το βάθρο του και παύει να λειτουργεί ως μόνη πηγή γνώσης. Αντίθετα ο ρόλος των μαθητών αναβαθμίζεται ως μονάδων που ενεργούν, ελέγχοντας σε μεγάλο βαθμό οι ίδιοι τις ενέργειές τους, εθίζονται στην αναζήτηση και στην αξιοποίηση της πληροφορίας και στη δημιουργία της γνώσης. Με τον τρόπο αυτό τίθεται -χωρίς, πιστεύω, να προδίδουμε το πνεύμα και τις προθέσεις του αξιολογητή και του αξιολογούμενου- στο επίκεντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης, για την οποία τελευταία γίνεται πολύς λόγος. Παράλληλα, και χωρίς να εκβιάσουμε διαδικασίες, το σχολικό βιβλίο παύει να λειτουργεί ως κείμενο προς αποστήθιση αλλά αντιμετωπίζεται ως πρωτογενές υλικό το οποίο οι μαθητές αντιλαμβάνονται και αξιοποιούν ως πηγή πρωτογενούς πληροφορίας για να κάνουν τις δικές τους παρατηρήσεις, να εκφέρουν τις δικές τους απόψεις και να δημιουργήσουν τη δική τους γνωστική αξία· και τούτο –δηλώνεται ρητά στην έκθεση- χωρίς οι μαθητές να καταπονούνται, χωρίς δηλαδή να υποχρεούνται σε ασκήσεις που περιορίζουν το χρόνο τους και παραβιάζουν τη φύση τους και τις ανάγκες της ηλικίας τους.

Η εικόνα του δασκάλου Χρίστου Λαμπράκη όπως σκιαγραφείται από την έκθεση του γυμνασιάρχη Θεοδωρόπουλου, είναι η απάντηση στις παρατηρήσεις του Γεωργίου Παπασωτηρίου, μετέπειτα Πρόεδρου του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως. Σε επιστολή του το 1902 με τίτλο «Η Γυμναστική κατήντησε μάθημα ως η Γεωμετρία» ο Γ.Παπασωτηρίου υπογραμμίζει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ελαττώματα του ελληνικού σχολείου: «ακόμα και όταν οι μαθητές του θα ταίριαζε να είναι ελεύθεροι να παίζουν και να γελούν [το σχολείο] επιδιώκει παντού την τάξιν, την συμμετρίαν, τον ρυθμόν, την αρμονίαν και δεν ηξεύρω και εγώ τι άλλο», για να διατυπώσει το 1906 τη θέση ότι ο δάσκαλος πρέπει να μιλάει κατά τρόπο που να τον καταλαβαίνουν οι μαθητές του (πρβλ. με το «δεν διδάσκει ρητορικώς και μετ’ επιδείξεως» του Π. Θεοδωρόπουλου) και να καταλήξει στην «παλαμική» προτροπή «Απελπισθήτε λοιπόν και αφήσατε την γραμματικήν, δια να διδάξετε άλλα χρησιμότερα μαθήματα. Φροντίσατε ν’ αναπτύξετε το παρατηρητικόν και την κρίσιν των μαθητών…».

Για τα εφόδια τα οποία θα πρέπει να έχουν οι εκπαιδευτικοί, ήδη από το 1904, στο 1ο Ελληνικό Εκπαιδευτικό Συνέδριο που πραγματοποιήθηκε κατ’ έμπνευση του Γεωργίου Δροσίνη, έχει διατυπωθεί η θέση ότι «οι εκπαιδευτικοί της Μέσης Εκπαιδεύσεως προς τη ειδική επιστημονική μορφώσει να τυγχάνωσιν ούτοι και παιδαγωγικής θεωρητικής και πρακτικής τοιαύτης», ενώ το 1910, έτος ιδρύσεως του Εκπαιδευτικού Ομίλου σχετικά με το πρότυπο Δημοτικό Σχολείο οι Δελμούζος, Δραγούμης και άλλοι διατυπώνουν απόψεις που αγγίζουν τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του Χρ. Λαμπράκη: «… Αρκεί τα μαθήματα αυτά να διδάσκονται με τρόπο που να μη φορτώνουν το μυαλό, αλλά να το μορφώνουν, για να βρεθεί ο απόφοιτος του Δημοτικού σχολείου έτοιμος ν’ αντικρύσει τη ζωή, κατέχοντας, μαζί με ηθική δύναμη και την ανεπτυγμένη νόηση, τις απαραίτητες στον πολίτη γνώσεις.». Από την άλλη πλευρά ο Γ. Χατζηδάκις υποστηρίζει εκπαιδευτική γραμμή που περιορίζει το ρόλο των μαθητών στο να κινούνται σε προκαθορισμένα στερεότυπα, με στόχο « το να οξύνουν τη διάνοιαν, εις το να εθίζουν το πνεύμα να διαστέλλη τα ανόμοια, να συνδέη τα όμοια, να κατατάσση τα φαινόμενα εις γένη και είδη κλπ.».

Ο Αλ. Δελμούζος ασκώντας κριτική στην διδακτική που στηρίζεται σε προκαθορισμένα πρότυπα γράφει: «Μια από τις σοβαρότερες ελλείψεις της μορφωτικής εργασίας στα σχολεία μας, την αμέθοδη διδασκαλία, από καιρό είχαν προσπαθήσει να την περιορίσουν έλληνες παιδαγωγοί ειδικά μορφωμένοι στη Γερμανία, μεταφέροντας στην Ελλάδα την εβαρτιανή μέθοδο των σταδίων, που επικρατούσε στη χώρα εκείνη. Τη μέθοδο αυτή προσπαθούσαν ν’ ακολουθήσουν οι καλύτεροι από τους νέους δασκάλους μας όχι μόνο στη Δημοτική αλλά και στη Μέση εκπαίδευση. Φυσικά η εξέλιξή της ακολουθούσε κι εδώ κατά γράμμα την εξέλιξη που έπαιρνε στη Γερμανία με τους νεώτερους ερβαρτιανούς. Και όταν ήταν ν’ ανοίξη το Α.Δ.Π. η μέθοδος της διδασκαλίας που έπρεπε να ακολουθούν οι δικοί μας δάσκαλοι, ήταν το ίδιο περίτεχνη με πλήθος ψιλοδουλεμένες σχηματικές λεπτομέρειες, όπως και στη σπουδαιότατη γερμανική εστία της, τη Jena. Αν όμως η μέθοδος αυτή, στην τελευταία μάλιστα μορφή της, είχε καταντήσει σωστή σιδερένια φορεσιά για δάσκαλο και μαθητή, σε μας έγινε ακόμα πιο αφύσικη με το γλωσσικό όργανο που χρησιμοποιούσε. Ο διάλογος ανάμεσα στο δικό μας δάσκαλο και τους μαθητές του, που είχε σκοπό να κεντά την αυτενέργεια των παιδιών, γινόταν σε μια γλώσσα άσχετη με την πραγματική ψυχική μας ζωή, στην καθαρεύουσα, που ούτε τα παιδιά την κατείχαν, ούτε και ο δάσκαλος τη ζούσε.

…Από εσωτερική τότε και εξωτερική ανάγκη στάθηκε αδύνατος να εφαρμοστεί στο Α.Δ.Π. η μέθοδος των σταδίων…Έτσι προσπάθειά μας ήταν να μη μένουν τα παιδιά παθητικά στην ώρα της διδασκαλίας, αλλά να αυτενεργούν με πραγματικό ενδιαφέρον, το καθένα ανάλογα με τη δυναμικότητά του. Ν’ αντικρύζουν άμεσα όσο γινόταν τα ίδια τα πράγματα, να παρατηρούν συστηματικά και να συνηθίζουν σε σκέψη ολοένα αυστηρότερη.»

Οι θέσεις αυτές διατυπωμένες μερικά χρόνια αργότερα αποτελούν τη θεωρητική τεκμηρίωση των όσων ο Χρίστος Λαμπράκης πράττει και ο Παναγιώτης Θεοδωρόπουλος εκτιμά. Και είναι φανερό ότι στο τελευταίο απόσπασμα ο Αλ. Δελμούζος απορρίπτει το ρόλο του δασκάλου ως διάμεσο μεταξύ της πηγής γνώσης και μαθητού και το ρόλο του μαθητή ως μέσο εκφοράς του λόγου του δασκάλου. Να σημειώσουμε ότι άν και δε γνωρίζουμε πολλά για τη σχέση Χρίστου Λαμπράκη και Αλέξανδρου Δελμούζου, εντούτοις ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος μας παρέχει μια σημαντική πληροφορία: σε κείμενό του για τον Νίκο Μπέρτο, στο οποίο περιγάφει περιστατικό που σχετίζονταν με την προτομή του Νικολάου Πολίτη, αναφέρει ότι ο Χρίστος Λαμπράκης και ο Δελμούζος μαζί με τους Μπέρτο, Τριανταφυλλίδη και Γληνό «αποτελούσαν εκείνη την εποχή την πεντάδα των προοδευτικών συνεργατών του Ελευθερίου Βενιζέλου».

Πώς κρίνονται σήμερα οι απόψεις που καθόρισαν την στάση του Π. Θεοδωρόπουλου, του Χρ. Λαμπράκη, του Α. Δελμούζου και τόσων άλλων; Ποια θα ήταν σήμερα η αντίδραση απέναντι σε κάποιον ο οποίος θα υποστήριζε ότι και σήμερα οι αναζητήσεις στα εκπαιδευτικά, τα αιτήματα και οι πειραματισμοί του 1907 εξακολουθούν ενενήντα εννέα έτη μετά να παραμένουν επίκαιρα; Πιστεύω πως δε χωρά αμφιβολία· σ’ αυτούς τους πατέρες της ελληνικής εκπαιδευτικής σκέψης πρέπει να στραφούμε για να να δώσουμε απάντηση σέ όλα εκείνα που ταλανίζουν το σημερινό έλληνα εκπαιδευτικό. Και οπωσδήποτε το αίτημα της παιδαγωγικής κατάρτισης των εκπαιδευτικών μας παραμένει και σήμερα άλυτο πρόβλημα, καθώς οι περισσότερες ειδικότητες που επανδρώνουν τη Μέση Εκπαίδευση δεν έχουν ουσιαστική επαφή με την παιδαγωγική και τη διδακτική.

Το πρόβλημα του ξεκαθαρίσματος των στόχων του σχολείου παραμένει κι αυτό ανοικτό, ενώ η όψιμη συζήτηση περί μαθητοκεντρικής εκπαίδευσης και καλλιέργεια κριτικής σκέψης δεν μπορεί να βρει διέξοδο στο ασφυκτικό πρόγραμμα του σύγχρονου σχολείου, όπου η συσσώρευση της πληροφορίας στο Γυμνάσιο και πολύ περισσότερο στο Λύκειο ξεπερνά κάθε όριο ενώ οι εξεταστικές απαιτήσεις υποχρεώνουν τελικά στην αποστήθιση. Οι διδάσκοντες με ελλιπή εφόδια ως μαθητευόμενοι μάγοι, αγωνιούν για τους μαθητές τους και καταφεύγουν στο μόνο μετρήσιμο που δεν είναι άλλο από την βαθμολογική κλίμακα, η οποία με τη σειρά της μετρά τον κάθε μαθητή με βάση ένα εκτός κάθε λογικής και πραγματικότητας πρότυπο απόδοσης μέσου όρου μαθητού. Για να θυμηθούμε τη ρήση του παιδαγωγού [που ξεκίνησε από την Αυστρία για να γίνει γνωστός ως ο ιδρυτής του περίφημου Summer Hill, του A.S. Neil «σε εφηβικούς ώμους φυτεύουμε γερασμένα μυαλά», καθώς βασική επιδίωξη του εκπαιδευτικού μας συστήματος σήμερα είναι η καταχώρηση γνώσης -διάβαζε αποστήθιση πληροφορίας- με στόχο την αναδιατύπωση. Και ποιο είναι το νεανικό μυαλό αν όχι εκείνο που νεωτερίζει και παράγει! Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, πολύ φοβάμαι, διατρέχει όλο και περισσότερο τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί ότι παράγει «διάμεσα», μεταπράτες και όχι παραγωγούς γνώσης.

Κι ενώ οι καιροί έχουν αλλάξει και οι «δυσμαθείς μαθητές» του Θεοδωρόπουλου χαρακτηρίζονται με τον επιστημονικό όρο «μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες», το σύγχρονο σχολείο αντί να τους ενθαρρύνει να εμπλακούν στην εκπαιδευτική διαδικασία με τρόπο που θα αναδειχθούν οι δυνατότητές και τα ταλέντα τους, αρκείται στο να τους απαλλάσσει από κάθε τι που τους δυσκολεύει, υποτιμώντας τις προσωπικότητες, τις ιδιοτυπίες και τις ειδικές δεξιότητες τους. Και πάρα πέρα, ενώ η φιλελεύθερη σύγχρονη κοινωνία έχει στρέψει την προσοχή της στην ψυχική υγεία του πολίτη, κλείνει τα μάτια μπροστά στο έγκλημα που διαπράττεται σε βάρος των μαθητριών και των μαθητών μας· οι μαθητές καταπονούνται όχι μόνον από το βαρύ και παρατεταμένο σχολικό πρόγραμμα και το φόρτο της εργασίας που έχουν για το σπίτι αλλά και από τα ιδιαίτερα μαθήματα «τη λύμη ταύτη των σχολείων της Μέσης Εκπαιδεύσεως».

Και τέλος, αλλά ίσως το κυριότερο, το ήθος του εκπαιδευτικού και η συμπεριφορά του απέναντι στους μαθητές και τις μαθήτριές του, στοιχείο που όπως είδαμε κυριάρχησε στην έκθεση του Θεοδωρόπουλου για τον Χρίστο Λαμπράκη, δεν αποτελεί σήμερα σημείο συζήτησης στην προβληματική σχετικά με τη βελτίωση του παιδαγωγικού μας έργου. Ο εκπαιδευτικός, και αναφέρομαι κυρίως στους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, δεν εστιάζει την προσοχή του στις κοινωνικές και επικοινωνιακές δεξιότητες που απαιτούνται για να εμπνεύσει εμπιστοσύνη και να ενθουσιάσει τους εφήβους και ούτε κρίνεται από αυτό.

Θα ήθελα να κλείσω την εισήγηση μου κάνοντας μια αναφορά τιμής στον Χρίστο Λαμπράκη διαβάζοντας δύο αποσπάσματα επιστολών του Νικολάου Πολίτη προς αυτόν από τα οποία φαίνεται ότι ο Ηπειρώτης δάσκαλος πράγματι είναι πρότυπο δασκάλου όχι μόνον διότι συγκεντρώνει την επιστημονική επάρκεια, το ήθος αλλά, πάνω από όλα διότι επέλεξε το συνειδητά το επάγγελμα του δασκάλου απορρίπτοντας προτάσεις που θα τον οδηγούσαν στο βάθρο του καθηγητή του Πανεπιστημίου:

Προς Χρ. Λαμπράκη

« ….Είδον μετά πολλού ενδιαφέροντος όσα μου γράφεις περί των σπουδών σου και εννοώ όλας τας δυσχερείας εις τας οποίας προσκόπτεις. Οπωσδήποτε ουσιωδώς επί τα βελτίω τροπή θα επέλθη εκ της σκοπουμένης μεταβάσεώς σου εις το Παρίσι. Θα προετίμων δ’ όμως να ετροποποίης την κατεύθυνση των σπουδών σου, προσαρμόζων αυτήν μάλλον προς τας ανάγκας του Πανεπιστημίου, και όχι των σχολείων, δι’ άς και άλλοι φροντίζουν. Όταν αναλογίζομαι την μεγάλην δυσχέρειαν προ της οποίας θα ευρεθώμεν λίαν προσεχώς, προκειμένου να εκλέξωμεν καθηγητήν δια την έδραν της Ιστορίας, δεν ευρίσκω άλλην διέξοδον ει μη να σου συστήσω εντόνως να επισπεύσης την σύνταξιν ιστορικής τινος εργασίας, παρεχούσης σοι το δικαίωμα να υποβάλης υποψηφιότητα. Ούτω μόνον δύναται να αποτραπή ο κίνδυνος της εκλογής ως καθηγητού τινος εξ εκείνων που έχουν το θάρρος να προβάλλουν ως υποψήφιοι, δια το μη είναι άνδρα εν Ιερουσαλήμ.

Με πολλήν τιμήν και αγάπην

Ν.Γ. Πολίτης (28-12-1920)

Από την επιστολή αυτή γίνεται φανερό ότι ο μεγάλος Νικόλαος Πολίτης πιέζει τον Χρ. Λαμπράκη να στραφεί προς πανεπιστημιακή καριέρα, παροτρύνοντάς τον να εγκαταλείψει τα παιδαγωγικά για τα οποία είχε λάβει και την υποτροφία κερδίζοντας τον άθλο Όθωνος Σταθάτου και στρεφόμενος στην Ιστορία να διεκδικήσει πανεπιστημιακή έδρα. Το δέλεαρ μεγάλο! Η επιστολή αυτή δεν ήταν, ως φαίνεται, η μοναδική με την οποία ο Ν. Πολίτης προσπάθησε να απομακρύνει τον μαθητή του από το χώρο του σχολείου· λίγες μέρες πριν ο Χρ. Λαμπράκης έχει στείλει απαντητική επιστολή στον δάσκαλό του στην οποία ο Ν. Πολίτης απαντά ως εξής:

19/2 VII 1920

Φίλτατε,

…Πώς ήτο δυνατόν να υποθέσης ότι εγώ θα σε συνεβούλευον να ακολουθήσης διεύθυνσιν των σπουδών σου αντικείμενην προς τας υποχρεώσεις τας οποίας ανέλαβες, ώστε να κατηγορηθής επί τυχοδιωκτισμώ! Παρορμών σε να επιδοθής εις ιστορικάς μελέτας, είχον κατά νουν ότι η επίδοσις εις αυτάς ηδύνατο κάλλιστα να συμβιβασθή προς την παιδαγωγικήν αποστολήν σου/ αφού απέφυγες την ειδικήν εντολήν της παρασκευής δια διδασκαλίαν εν παιδαγωγικώ ιδρύματι κατά τον τύπον του κολλεγίου Ήτον· διότι ηδύνασο να καταγίνης εις την διδακτικήν των ιστορικών μαθημάτων, λαμβάνων εκ τούτου αφορμήν να τελειοποιηθής εις ιστορικάς σπουδάς. Αν τοιαύται μελέται δεν ήσαν επαρκείς όπως αναδείξωσιν τον τέλειον ιστορικόν, αναμφισβήτως όμως θα απειργάζοντο επιστήμονα απείρως καταλληλότερον προς διδασκαλίαν της ιστορίας τω πανεπιστημίω από τους παρευρισκομένους υποψηφίους καθηγητάς.

Ο Χρ. Λαμπράκης θα παραμείνει πιστός στην αποστολή του να υπηρετήσει την εκπαίδευση ακόμα και μετά τον πρόωρο χαμό της συζύγου του, επιστρέφοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Ήπειρο και μέχρι τον δικό του τραγικό χαμό. Το ήθος του, η αγάπη και η αφοσίωση του στο λειτούργημα του δασκάλου που πλάι στην κατάρτιση και τη μόρφωσή του -όλα απαραίτητα συστατικά για την ευημερία του σχολείου-, τον καθιστούν φωτεινό παράδειγμα δασκάλου για τους νεότερους και τον καταχωρούν στον όμιλο των πρωτοπόρων της ελληνικής εκπαίδευσης καθώς πολύ νωρίς κινήθηκε σύμφωνα με τις εκπαιδευτικές αξίες για τις οποίες πάλεψε και διώχτηκε ο Αλ. Δελμούζος: «….Στις σχέσεις δασκάλων και παιδιών και σε όλη γενικά την ατμόσφαιρα της σχολικής εργασίας και ζωής να είναι διάχυτη η καλοσύνη, η αγάπη και η αμοιβαία εκτίμηση και εμπιστοσύνη. Η παιδική ψυχή ν’ αναπνέη ελεύθερα και να ζη τη δική της ζωή. Στην οργάνωσή της ο δάσκαλος φίλος αλλά και ρυθμιστής, ρυθμιστής όμως οδηγός που να αποζητά το ίδιο το παιδί από πραγματική ανάγκη. …Η κάθε τάξη νά ’χει το δάσκαλο-οδηγό της, που θα ζει πιο πολύ με τα παιδιά, θα προσπαθεί να συλλάβει την κάθε ατομικότητα, την ιδιοτυπία της και να βοηθά στην εξέλιξή της συνεργαζόμενος με το προσωπικό του σχολείου και το σπίτι των παιδιών.»· από Το Κρυφό Σχολείο του Αλ. Δελμούζου, ένα σχολείο που έγινε πραγματικότητα στην ελληνική εκπαιδευτική άνοιξη και που σήμερα οφείλουμε να το μελετήσουμε και να διδαχτούμε από αυτό.-


Ανακοίνωση στο Α΄ Πανελλήνιο Εκπαιδευτικό Συνέδριο στα Γιάννενα 12-14 Μαΐου 2006.

Δημαράς Αλ., Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1974, σελ. 64. Σημειώνουμε ότι ο Μ. Τριανταφυλλίδης πρόβαλλε σαν επιτακτική ανάγκη τη γλωσσική μεταρρύθμιση (Η παιδεία μας και η γλώσσα της: Εικόνες από τα σχολεία μας, Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου, τ. Β, αρ. Δ’, Οκτ. 1912, σσ. 271-309)

Τα έγγραφα τα οποία αξιοποιούμε ως βασική πηγή στην παρούσα εισήγηση, είναι αδημοσίευτα και ανήκουν στο αρχείο Χρίστου Λαμπράκη, το οποίο ο τελευταίος κληροδότησε στον αδελφικό του φίλο, τον ακαδημαϊκό και καθηγητή Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σωκράτη Κουγέα.

Ο Αδαμάντιος Αδαμαντίου, ο Σωκράτης Κουγέας έγιναν καθηγητές στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών με διεθνή αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου, ο δε τελευταίος και ακαδημαϊκός. Ο Νικόλαος Μπέρτος μεταξύ άλλων διετέλεσε Διευθυντής Επιστημών και Καλών Τεχνών στο Υπουργείο Παιδείας. Για δε τον Κωστή Παλαμά πέραν της γνωστής σε όλους ποιητικής δημιουργίας του, θυμίζουμε ότι διετέλεσε και Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για την εισήγησή μας ενδιαφέρον παρουσιάζει το ότι στο πλαίσιο της πολεμικής η οποία αναπτύχθηκε με αφορμή το γλωσσικό, ο Κ.Π. υπέστη την επίθεση του Μιστριώτη, προκειμένου να δημιουργηθεί θόρυβος στην Αθήνα την περίοδο κατά την οποία στο Βόλο συνέβαιναν τα επεισόδια σχετικά με το Δημοτικό Παρθεναγωγείο του Δελμούζου (βλ. σχ. Αλ. Δελμούζος, Το Κρυφό Σχολειό, Collection de l’ Institut Français D’ Athènes, Αθήνα 1950, σ. 251).

Λίγα λόγια για τη ζωή του: O Χρ. Λαμπράκης αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, με υποτροφία, όπως θα δούμε και παρακάτω, συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία και την Ελβετία. Εκεί γνωρίζει τη Léonie-Pauline Maunoir, κόρη του ιδρυτικού μέλους του Ερυθρού Σταυρού, Ελβετού Luis Maunoir, με την οποία συνέδεσε τη ζωή του. Μετά τον πρόωρο θάνατό της ο Χρίστος Λαμπράκης επέστρεψε στην Ελλάδα και στην Ήπειρο, όπου διορίστηκε επιθεωρητής εκπαίδευσης. Ένα χρόνο μετά παραιτήθηκε και, μην αντέχοντας το θάνατο της Léonie, έδωσε τέλος και στη δική του ζωή, αφήνοντας στους αδελφικούς του φίλους, Μπέρτο και Κουγέα, τα προσωπικά του υπάρχοντα, ενώ κληροδοτεί την περιουσία της συζύγου του Léonie στο Πανεπιστήμιο της Λωζάνης προκειμένου να ιδρυθεί και να χρηματοδοτηθεί έδρα Νεοελληνικών Σπουδών, η οποία λειτουργεί ως τις μέρες μας.

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος αποτέλεσε ορόσημο στην κίνηση για την ανανέωση του σχολείου στις αρχές του 20ου αιώνα.

Το Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείου του Βόλου λειτουργεί από το 1908 μέχρι το 1911, όποτε και κλείνει βίαια κατόπιν μεθοδεύσεων της Εκκλησίας και τοπικών αντιδραστικών παραγόντων.

Βλ. σχετικά Δελμούζου Αλ., Η Δίκη του Ναυπλίου, Αθήνα 1915, σσ. 41,71 κ. α.

Στην εισαγωγή της έκδοσης Η Δίκη των Τόνων (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα), ο Πέτρος Χάρης συνδέει εύστοχα τη Δίκη των Τόνων, στην οποία σύρθηκε ο Ι. Κακριδής, με εκείνη του Ναυπλίου (σ.ι΄).

Τα άλλα δύο πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στην έκθεση ήσαν οι Θ. Παρασκευόπουλος και Κυριάκος Κοσμάς.

Η επιστολή δημοσιεύθηκε με ψευδώνυμο το 1902. Ο Γ.Π. διετέλεσε Διευθυντής Διδασκαλείου, Γενικός Επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως και Πρόεδρος του Κεντρικού Εποπτικού Συμβουλίου. (Δημ. Αλ., Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ.β, κθ’ και σ.34).

ο.π.π. σ. 53.

οππ. σελ. 44.

ο.π.π. σελ. 68

ο.π.π. σελ 71

Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο

Δελμούζος Αλ., Το Κρυφό Σχολείο, Collection de l’ Institut Français dAthènes, Αθήνα 1950, σελ. 33.

Νίκος Μπέρτος (πρώτη γνωριμία), Νέα Εστία, τ. ΚΓ, σ. 178, 1949

Για τη σχέση του Χρίστου Λαμπράκη και του Αλέξανδρου Δελμούζου αν και δεν έχουμε στη διάθεσή μας αρκετά στοιχεία, εντούτοις την στενή σχέση των ανδρών και την εκίμηση την οποία ο πρώτος τουλάχιστον έτρεφε προς τον δεύτερο, δηλώνει το γεγονός ότι το όνομα του Αλ. Δελμούζου περιλαμβάνεται μεταξύ των προσώπων τα οποία αναφέρονται στη διαθήκη τού πρώτου ως πιθανοί εκτελεστές της. Για να αντιληφθούμε τον πνευματικό κύκλο και κοινωνικό κύκλο του Χρ. Λαμπράκη στην Ελλάδα, αναφέρουμε τα υπόλοιπα ονόματα των εκτελεστών όπως ορίζονται στη διαθήκη του: «…Εκτελεστάς της διαθήκης μου ορίζω τους κ.κ. Ανδρέαν Μιχαλακόπουλον, Σωκράτην Κουγέαν, Νικόλαον Μπέρτον και Κωνσταντίνον Τσάτσον… Κωλυομένου ή αποβιώσαντος τινός των εκτελεστών θα αντικαθιστώσιν τούτους κατά την εξής σειράν τα ακόλουθα πρόσωπα: 1) Αλξένδρος Δελμούζος 2) Μανώλης Τριανταφυλλίδης 3)Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος 4)Αντώνιος Χωραφάς…»

σελ. 35.

Advertisements