από το ΑΝΤΙ

            Άγονη γραμμή. Η Μυρτιδιώτισσα, απέπλευσε από τον Πειραιά και να την παρακάμπτουσα τις νησίδες Τσελεβίνια, παραπλέουσα τη νήσο των Σπετσών κι ύστερα γραμμή στην όστρια. Λιμάνια που ’πιασε: Κυπαρίσσι, Γεράκι, Μονεμβάσια, καβατζάρησε τον καβο-Μαλιά, Νεάπολη· πορεία στην όστρια, πλώρη για Γύθειο κι ύστερα Κότρωνα.

 

            Ακουμπισμένος στην  κουπαστή, ξεστόμιζε αργά-αργά στίχους από την Αμοργό κι η φωνή του ενέδυε με καινούρια νοήματα λέξεις και φράσεις χιλιοακουσμένες.

          ‘Ενα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης*

 

Βράδυ στο πλοίο, στην κόντρα γέφυρα παρατηρούσε τους ανθρώπους, κι αναζητούσε στην όψη τους το παρελθόν τους, τη ζωή τους ολόκληρη.

            Αποβιβαστήκαμε στην Κοκκάλα. Γυρέψαμε κατάλυμα·  μάταια. Ένας σκύλος  τρίφτηκε στο λινό του παντελόνι. -Πού τη βγάζεις, φιλαράκο; Ο φιλαράκος μας φιλοξένησε σε μια οικοδομή, μ’ ένα παρατημένο σομιέ.

            Την άλλη μέρα πορεία για το Ταίναρο. Για το άκρο του Ταινάρου. Ο στίχος γεννιέται καθώς προχωράει, διάλογος με τη φύση, τον τόπο, τους ανθρώπους, για να ανιχνεύσει λεπτές αποκλίσεις και να τις αναδείξει σε τούτο το καινούριο και το αληθινό της ποίησης.  Για να μιλήσει, γνωρίζει,  νιώθει,  βιώνει: ακούει τα απόνερα να σκάνε στα μάγουλα του σκάφους, πατάει τις πέτρες, αισθάνεται το σφυγμό του πεζοπόρου  και τον αποκλεισμό των φαροφυλάκων, το τρύπημα των βράχων στις πατούσες του, στρέφει τα μάτια  στην είσοδο της σπηλιάς του Άδη.

       Καημένη αγάπη της στεριάς και πού δε σε περπάτησα

         Και πού δε σε κολύμπησα της θάλασσας αγάπη**

 

  Στου τιμονιού το αυλάκι, αυτά που άφησε πίσω στη μακριά πορεία του στη ζωή δε μας τα ’πε όλα. Μας είπε λίγα, όσα πρόφτασε να  τορνέψει με το λόγο του, όσα πρόφτασε να αποστάξει για να μας δώσει το άρωμά τους. Ήταν  όμως αρκετά για να μας πείσουν, για να αναστρέψουν το βλέμμα μας σ’ αυτό που είμαστε, σ’ αυτό που ανήκουμε. Μια βαριά πόρτα έκλεισε καθώς έφυγε και μας στέρησε το φως που έφτανε σε μας περασμένο από τα δικά του φίλτρα. Φίλτρα περίεργα: Σολωμός, Μακρυγιάννης, Πικιώνης, Κουγέας, Ρωμιές, Παπαδιαμάντης, Σικελιανός, Καρυωτάκης, Παπαδιαμάντης· φίλτρα που διδάσκουν πώς να εκτιμούμε και πώς να αγαπάμε.

 

Μας  ένωνε μια βαθιά φιλία· φιλία πατρική. Σα να μου την κληροδότησε ο πατέρας μου, μαζί με όλο εκείνο τον πλούτο των εμπειριών που μου άφησε. Κι είναι αλήθεια πως η σχέση με το Ζήσιμο ήταν εμπειρία: εμπειρία για όσα άκουγες από αυτόν, εμπειρία για τον τρόπο που αντιμετώπιζε τον κόσμο και τους ανθρώπους, εμπειρία για το βαθύ συναισθηματισμό του που τον άφηνε να διαφανεί στις δυσκολίες που αντιμετώπιζες.

 

‘Ωσπου μια μέρα διάβηκε μπροστά στην πόρτα του Άδη

που γράφει πύλη τις εστί Ταινάρου προς εσχάτοις**

 

…Κι εμείς απομείναμε να κοιτάμε την κλειστή πόρτα, παραδομένοι στους συλλογισμούς μας: τι έκρυβε πίσω από το αινιγματικό του μειδίαμα, τι εννοούσε όταν δήλωνε σιβυλλικά την άγνοιά του.

Σωκράτης Κουγέας

 

 

*Από την Αμοργό του Νίκου Γκάτσου

    ** Από τη Συλλογή του Ζ.Λ., Αδήλων Δραμάτων.