ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ:

«ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ»

Ο κύκλος του δάσκαλου Χρίστου Ν. Λαμπράκη

 

και το ανέκδοτο άρθρο του «Σχολεο κα λαός

Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών

4-5 Οκτωβρίου 2008

 

 Σωκράτης Κουγέας

 

Το ζεύγος Χρίστος και Λεωνί Λαμπράκη σε λεωφορείο στη Γενεύη

Το ζεύγος Χρίστος και Λεωνί Λαμπράκη σε λεωφορείο στη Γενεύη

 

 

Ο κύκλος του δάσκαλου Χρίστου Ν. Λαμπράκη

και το ανέκδοτο άρθρο του «Σχολεο κα λαός»

 

Σωκράτης Κουγέας

Φιλόλογος- Εκπαιδευτικός

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

Το χειρόγραφο ανέκδοτο άρθρο του Χρίστου Ν. Λαμπράκη (1882-1925) “Σχολείο και λαός” αποτελεί απότιση φόρου τιμής προς τον δάσκαλό του Νικόλαο Πολίτη και προέρχεται από το αρχείο του φίλου του ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα.

Στο κείμενο προβάλλεται η αναγκαιότητα της διδασκαλίας της δημοτικής, ενώ προτείνεται η ένταξη της λαογραφίας στη καθημερινή διδακτική πράξη, προκειμένου να μη δημιουργηθούν κοινωνικά στεγανά. Σε αντιδιαστολή προς το σχολείο των αποκλεισμών, που, αν και θεσμικά είναι ανοικτό σε όλα τα ελληνόπουλα, στην πράξη είναι οργανωμένο με συγκεκριμένα πρότυπα ζωής και δημιουργεί στους μαθητές της περιφέρειας αποστροφή προς τον κοινωνικό ιστό που τους περιβάλλει και τους ωθεί στην απόρριψη των ιδιαίτερων πολιτιστικών στοιχείων, ο Χρίστος Λαμπράκης προτείνει ένα σχολείο στο οποίο « ναγνώριση κα σεβασμς τν διαφορν κα χρησιμοποίηση το κοινο νάμεσα στος λαος μπορε ν μς φέρ σ μι ληθιν συναδέλφωση. Μόνον τσι π τς μερικς πατρίδες κα τν θνισμ θ φτάσωμε στ διεθνισμ κα τν νθρωπότητα».

Ο Χρ. Λαμπράκης με το κείμενό του «Σχολείο και Λαός» θέτει έμμεσα το ερώτημα πόσο κοινωνικά δίκαιο είναι το σχολείο που αρνείται να διακρίνει τις ιδιαιτερότητες της νεολαίας.

 

 

ABSTRACT

 

The handwritten, unpublished article by Christos N. Lambrakis (1882-1925), ‘School and people’, was written in honour of his teacher Nikolaos Politis and comes from archives of his friend the Academician Socrates Kouyeas.

The text stresses the importance of teaching demotic Greek and proposes the inclusion of ethnography in daily teaching so as to avoid creating social discrepancies. Exclusionary schools, though accessible to all Greek students, in practice are organised on particular models and leads students from the provinces to feel distaste for their own environment and even to reject their particular cultural elements. In contrast to such schools Christos Lambrakis argues in favour of a school ‘in which the recognition of and respect for differences and the use of the common ground between peoples might encourage true brotherhood among us. Only in this way can we proceed from a number of fatherlands and nationalism and arrive at internationalism and mankind’.

Christos Lambrakis’ text indirectly raises the question of how socially just is the school that refuses to notice the particularities of youth.

Ο ΟΟφιλόλογος, παιδαγωγός Χρίστος Ν. Λαμπράκης, γεννήθηκε στη Xρυσοπηγή των Tζουμέρκων το 1882. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπηρέτησε ως καθηγητής του Προτύπου Γυμνασίου στο Διδασκαλείο Mέσης Eκπαιδεύσεως, συνέχισε με υποτροφία  τις σπουδές του στη Γερμανία και την Ελβετία. Mετεκπαιδεύθη στα Πανεπιστήμια της Bασιλείας, του Mονάχου και του Bερολίνου (1919-1924) όπου μαθήτευσε δίπλα στον Werner Jager.  Εκεί γνωρίζει τη Léonie-Pauline Maunoir, κόρη του ιδρυτικού μέλους του Ερυθρού Σταυρού, Ελβετού Luis Maunoir, με την οποία συνέδεσε τη ζωή του. Μετά τον  πρόωρο θάνατό της ο Χρίστος Λαμπράκης επέστρεψε στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Ήπειρο. Διορίστηκε το 1925 Γεν. Eπιθεωρητής της A΄ Eκπ. Περιφέρειας, θέση από την οποία παραιτήθηκε, μην αντέχοντας το θάνατο της Léonie, και στις 22 Αυγούστου του 1925 έδωσε τέλος και στη δική του ζωή, αφήνοντας στους αδελφικούς του φίλους, Νίκο Μπέρτο και Σωκράτη Κουγέα, το αρχείο και τα βιβλία του. Παράλληλα τους όρισε εκτελεστές της διαθήκης του με την οποία κληροδότησε την περιουσία της συζύγου του Léonie και τη δική του στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης προκειμένου να ιδρυθεί και να συντηρηθεί Έδρα Nεοελληνικής Φιλολογίας και Γλώσσας Xρίστου και Λεωνής Λαμπράκη, της οποίας οι καθηγητές θα εκλέγονται μετά από ειδικές σπουδές στην Eλλάδα ως υπότροφοι του κληροδοτήματος. Πρώτος υπότροφος και ακολούθως καθηγητής της έδρας έγινε ο Samuel Baud-Boovy και δεύτερος ο Bert Bouvier. Στη συνέχεια κάτοχος της έδρας ήταν ο κ. Παπάζογλου. Σήμερα την έδρα κατέχει o ελληνιστής Μιχάλης Λασιθιωτάκης κάτοχος έδρας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και στο Πανεπιστήμιο στο Παρίσι.

Ο Χρ. Λαμπράκης δημοσίευσε τη συλλογή Δημοτικά Tραγούδια των Tζουμέρκων και μετάφραση της πραγματείας των Raul Wendland Eλληνική Φιλολογία και οι εν τοις σχολείοις διδασκόμενοι Έλληνες συγγραφείς, καθώς και μετάφραση πραγματείας του Leo περί παιδευτικής σημασίας της ρωμαϊκής γραμματείας. Άφησε ημιτελή ανέκδοτη μελέτη H παιδευτική αξία των κλασσικών Eλλήνων συγγραφέων και κάποιες μεταφράσεις. Ημιτελές και ανέκδοτο είναι και το άρθρο με τον τίτλο Σχολείο και λαός που θα μας απασχολήσει και το οποίο, σύμφωνα με τα εσωτερικά στοιχεία χρονολόγησης, γράφτηκε το 1921, μερικούς μήνες μετά το θάνατο του “αείμνηστου”, όπως τον αποκαλεί ο ίδιος, Νικολάου Πολίτη. Το άρθρο φαντάζει ως απότιση τιμής προς τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας. Άλλωστε η αλληλογραφία του Ν. Πολίτη με τον Χρ. Λαμπράκη, πυκνή κατά την περίοδο που ο τελευταίος βρίσκεται στη Γερμανία, αποδεικνύει τη στενή τους σχέση και τη συνεχή καθοδήγηση που ασκούσε ο δάσκαλος προς το μαθητή του.

 

Σωκράτης Β. Κουγ�ας και Χρίστος Ν. λαμπράκης

Σωκράτης Β. Κουγέας και Χρίστος Ν. Λαμπράκης

Ο Χρ. Λαμπράκης ήταν μέλος παρέας φιλολόγων στην οποία μετείχαν ο Σωκράτης Κουγέας, ο Αριστείδης Φουτρίδης, ο Νίκος Μπέρτος και άλλοι δημοτικιστές, στους οποίους οι Γληνός, Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης αλλά και ο ίδιος ο Βενιζέλος στήριζαν τις ελπίδες τους για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η φιλία Φουτρίδη-Λαμπράκη-Κουγέα-Μπέρτου, μαρτυρείται από την αλληλογραφία που ανταλλάσσουν. Στην παρέα αυτή υπάρχουν ενδείξεις ότι μετείχε και ο μύστης του Δ. Γληνού στο δημοτικισμό Κώστας Γούναρης.

Από τα μέλη της παρέας, ο Σ. Κουγέας δεν τάσσεται μεν ρητά υπέρ του δημοτικισμού και το όνομά του δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους των μελών του Εκπαιδευτικού Ομίλου, αλλά δε δίσταζε να χρησιμοποιεί στοιχεία δημοτικής στο γραπτό και προφορικό λόγο, σε επίσημες ανακοινώσεις και άρθρα. Υπήρξε ταγμένος βενιζελικός από τα φοιτητικά του χρόνια και στην δύσκολη περίοδο του εθνικού διχασμού, και στη ζωή του δε δίστασε να υπερασπισθεί, όποτε χρειάστηκε, δημοτικιστές και κομουνιστές, με τους οποίους είχε πάντοτε άριστες επιστημονικές και φιλικές σχέσεις. Τη σχέση του αυτή τη διαπιστώνουμε από την αλληλογραφία του με τον Μ. Τριανταφυλλίδη, το Αλ. Δελμούζο, τον Ι. Κακριδή τον οποίο υπερασπίζεται στη δίκη των τόνων, τον Πέτρο Κόκκαλη, τον Γιάννη Κορδάτο. Εξάλλου η φιλία και η αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ αυτού και του Κωστή Παλαμά και οπωσδήποτε το ότι, από τα μέλη του στενού κύκλου των φοιτητών που περιέβαλαν τον Ν. Πολίτη, ήταν εκείνος που βρισκόταν πιο κοντά στο μεγάλο δάσκαλο, δηλώνουν τη θέση που παίρνει στο γλωσσικό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε την πορεία του τρίτου της παρέας του Αριστείδη Φουτρίδη. Ο Αρ. Φουτρίδης, καταγόμενος από την Ικαρία, ξεκινάει τις σπουδές του στη Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως οι οικονομικές και οικογενειακές  δυσκολίες  τον υποχρεώνουν να διακόψει τις σπουδές του και να μεταναστεύσει στην Αίγυπτο, όπου παραδίδει μαθήματα για τα ελληνόπουλα της ελληνικής παροικίας στην πόλη Chabin El Com. Το 1906 μεταναστεύει στις ΗΠΑ και εγγράφεται στο Κολλέγιο Mt. Hermon της Μασαχουσέτη και το 1907 στο Πανεπιστήμιο του Harvard όπου και ολοκληρώνει τις φιλολογικές σπουδές του. Το 1915 διδάσκει πλέον στο Πανεπιστήμιο του Harvard Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Λογοτεχνία. Η πορεία του υπήρξε θεαματική· στη σύντομη ζωή του –πεθαίνει το 1924 σε ηλικία 34 ετών- κατόρθωσε αυτός, ένας Έλληνας από την Ικαρία, να επιβληθεί στο νέο κόσμο όχι μόνον ως κορυφαίος κλασικός φιλόλογος και επιστήμονας και εκπρόσωπος της αμερικανικής ποίησης, αλλά και ως πρεσβευτής του νεοελληνικού πνεύματος και των νεοελληνικών γραμμάτων. Βασικό μέλημα του Αρ. Φουτρίδη, που στα φοιτητικά του χρόνια σε Αθήνα και Αίγυπτο υπήρξε φανατικός αντιδημοτικιστής και αντιπαλαμικός, ήταν η διάδοση του έργου του Κ. Παλαμά στις ΗΠΑ. Το 1919, σύμφωνα με την αλληλογραφία του με τον Σ. Κουγέα, γίνεται πρόταση από την κυβέρνηση Βενιζέλου στον καθηγητή πλέον κλασικής φιλολογίας στο Harvard Αρ. Φουτρίδη να επιστρέψει στην πατρίδα, προκειμένου να ενισχύσει την προσπάθεια που γινόταν τότε για την αναβάθμιση της παιδείας, περίοδος κατά την οποία ηγετικές φυσιογνωμίες στο χώρο ήσαν ο Δ. Γληνός, ο Αλ. Δελμούζος και ο Μ. Τριανταφυλλίδης. Οι προσωπικότητες αυτές της ελληνικής εκπαίδευσης, πλαισιώνονταν από τον Ν. Μπέρτο, τον Χρ. Λαμπράκη. Τελικά, όπως δηλώνει ο Αρ. Φουτρίδης, η αλλαγή της κυβέρνησης και η παραίτηση των Δ. Γληνού και Αλ. Δελμούζου από το Υπουργείο Παιδείας στάθηκαν αιτία ώστε να μην εγκαταλείψει τις ΗΠΑ, την πανεπιστημιακή έδρα στο Harvard και τις εξαίρετες συνθήκες εργασίας που του προσέφερε το περίφημο αυτό πανεπιστήμιο.

Όπως ο Κ. Γούναρης μύησε το Δ. Γληνό στον δημοτικισμό, σύμφωνα με την προσωπική μαρτυρία του τελευταίου, κατ’  ανάλογο τρόπο πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Χρ. Λαμπράκης επηρέασε τον Αρ. Φουτρίδη· ο Χρ. Λαμπράκης ήταν εκείνος που γνώρισε στον Αρ. Φουτρίδη τον κύκλο των παιδαγωγών Γληνού και Δελμούζου, του προμήθευε τα τεύχη του Εκπαιδευτικού Ομίλου και τον έκανε να αφιερωθεί στη διάδοση του ακριτικού έπους και του έργου του Κ. Παλαμά. Από την άλλη ο Αρ. Φουτρίδης ήταν εκείνος που στα δύσκολα φοιτητικά χρόνια στήριξε τον Χρ. Λαμπράκη ψυχολογικά και οικονομικά. Ταγμένος παιδαγωγός ο Χρ. Λαμπράκης αφιέρωσε τα χρόνια του στη σπουδή των παιδαγωγικών και στη διάδοση των ιδεών του. Χαρακτηριστικό του πάθους του για την παιδεία είναι το ότι δε δίστασε να απορρίψει, και μάλιστα με έντονο τρόπο, την πρόταση του σεβαστού του δασκάλου Ν. Πολίτη να στρέψει τις μεταπτυχιακές του σπουδές προς την Ιστορία, προκείμενου να καταλάβει έδρα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, επικαλούμενος το χρέος του απέναντι στην Πολιτεία και την Εκπαίδευση. 

1921: Ο δάσκαλος και καθοδηγητής των Λαμπράκη, Κουγέα, Γούναρη, Νικόλαος Πολίτης έχει πεθάνει (12/1/1921). Η κυβέρνηση του Βενιζέλου έχει χάσει τις εκλογές και η διάδοχη κυβέρνηση Γούναρη, επιδίδεται σε άκρατο «αντιβενιζελισμό» και «αντιμαλλιαρισμό». Μετά την ήττα της Βενιζελικής παράταξης, το Νοέμβριο του 1920, διορίζεται η Επιτροπή η οποία αναλαμβάνει την κρίση των νέων βιβλίων «προς εξέτασιν της γλωσσικής διδασκαλίας των δημοτικών σχολείων», και εισηγείται την καύση των βιβλίων της μεταρρύθμισης. Από το Υπουργείο Παιδείας είχαν απομακρυνθεί οι ηγήτορες της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, ο Δημήτρης Γληνός, ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης ενώ η μεταρρύθμιση την οποία προωθούσε η τριανδρία, αναχαιτίσθηκε με τις προτάσεις της Επιτροπείας. Στο άρθρο 1 της έκθεσής της διαβάζουμε: “Νὰ κηρυχθῶσι αὐτοδικαίως ἄκυροι, ὡς ἀντισυνταγματικοί, οἱ Νόμοι καθ’ οὕς ἐγένετο ἡ ἀλλαγή τῆς γλώσσης τῶν ἀναγνωστικῶν βιβλίων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως μετὰ πάντων τῶν εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῶν ἀφορώντων Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἐγκυκλίων καὶ ἐπισήμων ὁδηγιῶν τῶν δασκάλων.”· και στο 2 “Νὰ ἐκβληθῶσι πάραυτα ἐκ τῶν σχολείων καὶ καῶσι τὰ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους ἐκείνους συνταχθέντα καὶ σήμερον ἐν χρήσει ὑπάρχοντα ἀναγνωστικὰ βιβλία (κρίνει 13 ἀναγνωστικὰ τῶν πέντε πρώτων τάξεων τοῦ Δημοτικοῦ) ὡς ἔργα ψεύδους καὶ κακοβούλου προθέσεως.”.

Στον Πανεπιστημιακό χώρο έχει προηγηθεί η παύση του Σ. Κουγέα από την έδρα της Ιστορίας. Ο Αρ. Φουτρίδης αλλάζει τα σχέδιά του και δεν έρχεται στην Ελλάδα για να μη βρεθεί σε εχθρικό περιβάλλον, καθώς, όπως χαρακτηριστικά λέει σε επιστολή του προς τον Σ. Κουγέα, γνωρίζει ότι ο διορισμός του θα θεωρηθεί πολιτικός. Αντιλαμβανόμενος την κρίσιμη κατάσταση που διέρχεται η παιδεία στην Ελλάδα και μπροστά στο δεδομένο ακύρωσης του μεταρρυθμιστικού έργου, ο βενιζελικός δημοτικιστής Χρ. Λαμπράκης νιώθει την ανάγκη να αντιδράσει από την Ελβετία όπου βρίσκεται την περίοδο εκείνη για μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά. Θέλοντας, λοιπόν, να παρέμβει με κάποιο τρόπο στην κατάσταση που επικρατούσε στα παιδαγωγικά-εκπαιδευτικά θέματα της εποχής και να τιμήσει το δάσκαλό του, συντάσσει το κείμενο Σχολεῖο και λαός. Το κείμενο πρέπει να το εντάξουμε στον κύκλο των προβληματισμών και υπομνημάτων που ακολούθησαν την πολιτική αλλαγή και θεωρούμε ότι λειτουργεί συμπληρωματικά στα όσα ο Αλ. Δελμούζος διατυπώνει στην απάντησή του προς την έκθεση της Επιτροπείας τον Ιανουάριο του 1921.

Οι οκτώ χειρόγραφες σελίδες του κειμένου έφτασαν σε εμάς μέσω του επιστήθιου φίλου του Χρ. Λαμπράκη, Σ. Κουγέα, με σελιδαρίθμηση, διορθώσεις και συμπληρώσεις του ίδιου του συντάκτη του άρθρου, ορισμένες από τις οποίες σημειώνουμε κατά την έκδοση. Ορισμένες ασάφειες δηλώνουν ότι πρόκειται για μια πρώτη γραφή. Δε γνωρίζουμε αν υπήρξε επόμενη και δε γνωρίζουμε αν το κείμενο αυτό παρέμεινε ανεπίδοτο και πού ήθελε να το απευθύνει ο συντάκτης του. Στο χειρόγραφο ο Χρ. Λαμπράκης σημειώνει αριθμημένες υποσελίδιες παραπομπές και σχόλια, στοιχείο που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι προόριζε το κείμενο για δημοσίευση.

Χαρακτηριστικό του κειμένου είναι ότι αφού τεθούν αρχές, με λογικές συνεπαγωγές οδηγείται ο αναγνώστης σε συμπέρασμα, οι δε άξονες, στους οποίους κινείται είναι οι εξής:

·    Σκοπός του σχολείου είναι να μορφώσει το λαό και επομένως το σχολείο ανήκει στο λαό.

·    Ορίζει το πλαίσιο στο οποίο κινείται η Λαογραφία.

·    Ορίζει τη μόρφωση ως διαδικασία ανάπτυξης ψυχικών δεξιοτήτων.

·    Καταλήγει στο ότι για να μορφωθεί ο λαός, πρέπει το σχολείο να βασιστεί στα στοιχεία εκείνα που ορίζουν το πολιτιστικό του υπόβαθρο: τα δημοτικά τραγούδια, τα λαϊκά παραμύθια κλπ.

  • Διατυπώνει το συμπέρασμα ότι χρειάζεται ιδιαίτερα το Δημοτικό Σχολείο να έχει θεμέλιο τη γλώσσα και το βίο του λαού.
  • Προς επίρρωση των λεγομένων του παραπέμπει σε γερμανική βιβλιογραφία.
  • Κατακρίνει την πολιτική του Υπουργείου Παιδείας και τους πανεπιστημιακούς που ανέλαβαν τα της παιδείας. Εξαιρεί από τον κανόνα τον Νικόλαο Πολίτη.
  • Αναπτύσσει τις απόψεις του σχετικά με την παιδαγωγική αξία της Λαογραφίας.
  • Αναπτύσσει τις απόψεις του σχετικά με το πώς εντάσσεται πρακτικά η Λαογραφία στην διδακτική κάνοντας ειδική αναφορά στα δημοτικά τραγούδια.
  • Αναπτύσσει τις απόψεις του σχετικά με την αξία της διδασκαλίας της γλώσσας.
  • Εξάρει την παιδευτική αξία των δημοτικών τραγουδιών <-

 

«Σχολεῖο καὶ λαός»

 

Εἶναι κοινοτοπία πὼς κάθε σχολεῖο σκοπεύει νὰ μορφώσῃ τὸ λαὸ καὶ πὼς ἑπομένως ὅλα τὰ εἴδη τῶν σχολείων ἀνήκουν στὸ λαό. ΜΜ ὰ γιὰ νὰ πετύχῃ τὸ σχολεῖο τὸ σκοπό του, πρέπει νὰ βασιστῇ σὲ κεῖνα τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀποτελοῦν τὸ γνήσιο πολιτισμὸ τοῦ λαοῦ καὶ ποὺ φανερώνουν ἀνόθευτα τὸ ψυχικό του καὶ κοινωνικό του βίο. Τέτοια στοιχεῖα εἶναι τὰ ἴδια μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ λαογραφία. Δηλαδὴ ὅσα ὁ λαὸς λέγει ἢ κάνει γιατὶ ἔτσι τὰ βρῆκε. Μ᾽ ἄλλα λόγια πρῶτα πρῶτα ἡ γλῶσσα του, ἔπειτα τὰ τραγούδια του, οἱ παραδόσεις του, οἱ μῦθοι, τὰ παραμύθια, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά του, οἱ ἰδέες του γιὰ τὸ δίκαιο, γιὰ τὴ θρησκεία, γιὰ τὴ ζωή καὶ γιὰ τὴ φύση, τὰ παιχνίδια του καὶ τὰ ἀθλητικά του ἀγωνίσματα, οἱ χοροί του, ἡ μουσική του, ἡ καλλιτεχνία του κλπ. Εἶναι οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ βίου τοῦ λαοῦ ποὺ στηρίζονται στὴν παράδοση καὶ στὴ συνήθεια καὶ ποὺ οἱ περισσότερες ἔχουν ἡλικία αἰώνων καὶ ὅλες μαζὶ δείχνουν σὰ νὰ ποῦμε τὸ ψυχικὸ ἀνάγλυφο τοῦ λαοῦ. Ἂν λοιπὸν μόρφωση σημαίνει ἀνάπτυξη τῶν ψυχικῶν δεξιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ μπορέσῃ ὡς μέλος τῆς ἀνθρωπότητας νὰ συντελέσῃ κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών του στὴν πρόοδο τοῦ πολιτισμοῦ, τέτοια ἀνάπτυξη προϋποθέτει ἀναγκαστικὰ τὴ γνώση τῶν ψυχικῶν αὐτῶν δεξιοτήτων ποὺ θὰ ἀποκτηθῇ μόνο ἂν τὸ σχολεῖο στρέψῃ τὴν προσοχή του σὲ ἐκεῖνες τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ βίου τοῦ λαοῦ ποὺ ἄδολα δείχνουν τὴν ψυχολογία του. Γι᾿ αὐτὸ   ¨η ἡ ἀπαραίτητη ἀνάγκη τὸ δημοτικὸ μάλιστα σχολεῖο νὰ ἔχῃ γιὰ θεμέλιό του τὴ γλῶσσα καὶ τὸ βίο τοῦ λαοῦ. Τὴν ἀνάγκη αὐτὴ ἀπὸ καιρὸ τὴν ἔχουν ἀναγνωρίσει τὰ πολιτισμένα ἔθνη· καὶ ὄχι μόνο τὰ δημοτικά τους σχολεῖα, μὰ καὶ τὰ σχολεῖα τῆς μέσης παιδείας καὶ τὰ πανεπιστήμιά τους ἀκόμα εἶναι ἀπὸ πολὺ καιρὸ ποτισμένα μὲ τὸ σωστικὸ αὐτὸ πνεῦμα. Ἐμεῖς πόσο πίσω εἴμαστε καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὅπως καὶ σὲ τόσα ἄλλα, φαίνεται ὄχι τόσο ἀπὸ τὴ θέση ποὺ ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖο τῆς Παιδείας τὸν τελευταῖο καιρὸ σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσας τοῦ λαοῦ στὰ δημοτικὰ σχολεῖα –θέση ποὺ εἶναι εὐεξήγητη γιὰ τὸν καθένα ποὺ γνωρίζει ποῖοι διεύθυναν τελευταῖα τὴν παιδεία-, ὅσο γιατὶ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Ὑπουργείου στηρίχτηκε σὲ γνωμάτευση ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν τὴν ἀξίωση νὰ προάγουν τὶς παιδαγωγικὲς καὶ γλωσσικὲς σπουδὲς στὸ Πανεπιστήμιο. Ἡ τόσο αὐτονόητη ἀλήθεια ποὺ ἀπὸ τόσα χρόνια κηρύσσει ὁ ἐκπαιδευτικὸς Ὅμιλος (καὶ πὼς τὸ σχολεῖο..) ποὺ γιὰ τὴν ἐφαρμογή της μὲ χαρὰ εἴδαμε πὼς ἔγιναν οἱ πρῶτες προσπάθειες, μένει ἀκόμα αἴνιγμα γιὰ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀκαδημαϊκοὺς σοφούς μας. Εἶναι οἱ ἴδιοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια ὁ Σολωμὸς τελειώνοντας τὸ διάλογό του τὸ σοφολογιώτατο ἔγραψε τὰ λόγια αὐτά: “Μοῦ πονεῖ ἡ ψυχή μου· οἱ δικοί μας χύνουν τὸ αἷμα τους ἀποκάτου ἀπὸ τὸ Σταυρό, γιὰ νὰ μᾶς κάμουν ἐλεύθερους, καὶ τοῦτος, καὶ ὅσοι τοῦ μοιάζουν, πολεμοῦν, γιὰ ἀνταμοιβή, νὰ τοὺς σηκώσουν τὴ γλῶσσα”.

Ἐξαίρεση μαζὶ μὲ ἄλλους λίγους σ᾽ αὐτὸ ὅπως καὶ σὲ τόσα ἄλλα, ἀποτέλεσε ὁ ἀείμνηστος καθηγητής, ὁ εἰσηγητὴς τῶν ἐπιστημονικῶν λαογραφικῶν μελετῶν στὸν τόπο μας. Δὲν περιορίστηκε, ὅπως δυστυχῶς συχνὰ συμβαίνει στοὺς ἐπιστήμονες, ν᾿ ἀποδείξῃ τὴ σημασία π οὺ ἔχουν οἱ μελέτες αὐτὲς μονάχα ἀπὸ ἰστορικὴ καὶ ἐθνολογικὴ ἄποψη, μὰ πολλὲς φορὲς ἐτόνισε καὶ τὴ μεγάλη σπουδαιότητά τους γιὰ τὴν ἑλληνικὴ ποίηση καὶ τέχνη καὶ γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν ἑλληνοπαίδων.

Καὶ πραγματικὰ ἀναντίρρητη εἶναι ἡ παιδαγωγικὴ ἀξία τῆς λαογραφίας. Σ᾽ αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση καὶ μὲ ἀποτελέσματα ἀσφαλῆ ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ προβαίνῃ ἡ διδασκαλία ἀπὸ τὰ κοντινὰ στὰ μακρινά, ἀπὸ τὰ οἰκεῖα στὰ ξένα. Καὶ τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ κοντινὸ καὶ πιὸ οἰκεῖο στὸ μαθητὴ ἀπὸ τὸ ψυχικὸ περιεχόμενο μὲ τὸ ὁποῖο προικισμένος ἀπὸ τὸ σπίτι του μπαίνει στὸ σχολεῖο. Καὶ ποῦ μπορεῖ καλύτερα νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ παρατηρητικὸ τῶν παιδιῶν παρὰ σὲ ἐκεῖνα ποὺ λέγονται καὶ πράττονται γύρω του κατὰ συνήθεια ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο; Κι ὄχι μόνο τοῦτο. Μὰ ἡ λαογραφία θὰ φέρῃ τὸ παιδὶ πιὸ κοντὰ στὸ λαό, στὸν ὁποῖο καὶ αὐτὸ ἀνήκει, θὰ τοῦ τονώσῃ τὸ πνεῦμα τῆς ἀλληλεγγύης μὲ αὐτὸν καὶ θὰ τὸν κάμῃ νὰ γνωρίσῃ καλύτερα τὴ λαϊκὴ ψυχὴ δηλαδὴ τὴν ἴδια του τὴν ψυχή! Προσέχοντας στὶς διάφορες ἐκδηλώσεις τοῦ λαϊκοῦ βίου θὰ διακρίνῃ ἀνάμεσα στὶς διαφορὲς τὸ κοινὸ καὶ θὰ νοιώσῃ βαθύτερα τὸ δεσμὸ ποὺ δένει τὸν καθένα μὲ τὴν κοινωνία, καὶ τὸ κοινωνικὸ στοιχεῖο μέσα στὴν ψυχὴ θὰ τονωθῇ. Ἡ ἀσχολία τῶν μαθητῶν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τους γιὰ τὶς παραδομένες σὲ λόγια καὶ σὲ πράξεις ἐκδηλώσεις τοῦ βίου καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ τους θὰ τοὺς κάμῃ νὰ ἀγαπήσουν τὸν ἴδιο τους τὸν λαὸ καὶ νὰ αἰσθανθοῦν σεβασμὸ γιὰ τὴ γλῶσσα του, τὶς παραδόσεις του, τὶς συνήθειές του, ὅπως καὶ γιὰ τὰ ἴδια φαινόμενα στοὺς ἄλλους λαούς! Θὰ ἐκτιμήσουν τὴ δύναμη ποὺ ἔχει ἡ παράδοση καὶ ἡ κληρονομικότητα γιὰ τὴ διαφορὰ στὸ βίο τῶν διαφόρων λαῶν καὶ θὰ φωτισθοῦν καὶ γιὰ τὸν σωστὸ δρόμο ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ σὲ μιὰ ἀμοιβαία κατανόηση καὶ συνεννόηση καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι κανένας ἄλλος παρὰ ἐκεῖνος ποὺ γιὰ ἀφετηρία του ἔχει τὴν ἀναγνώριση καὶ τὸν σεβασμὸ τῶν πεποιθήσεων τῶν ἄλλων. Ἀλήθεια καὶ ποὺ στὶς μέρες μας ἀκόμα τόσο λίγο λογαριάζεται, ἂν καὶ ἡ φανερότητά της μὲ ἐκφραστικὰ λόγια μᾶς παριστάνεται ἐδῶ καὶ δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο, τὸν πατέρα τῆς ἱστορίας. Μόνο ἡ ἀναγνώριση καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν διαφορῶν καὶ ἡ χρησιμοποίηση τοῦ κοινοῦ ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς μπορεῖ νὰ μᾶς φέρῃ σὲ μιὰ ἀληθινὴ συναδέλφωση. Μόνον ἔτσι ἀπὸ τὶς μερικὲς πατρίδες καὶ τὸν ἐθνισμὸ θὰ φτάσωμε στὸ διεθνισμὸ καὶ τὴν ἀνθρωπότητα.

῾Όμως εἶναι φανερὸ πὼς οὔτε ὅλα ὅσα κατὰ συνήθεια καὶ παράδοση λέγει καὶ πράττει ὁ λαὸς ἔχουν παιδαγωγικὴ ἀξία οὔτε καὶ μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἔχουν τέτοια, ὁ βαθμὸς τῆς ἀξίας αὐτῆς εἶναι ὁ ἴδιος. Στὴν πρώτη σειρὰ ἀξίας ἔρχονται ἡ γλῶσσα, τὰ δημοτικὰ τραγούδια, οἱ παραδόσεις καὶ μερικὲς ἀπὸ τὴν “κατὰ παράδοσιν” πράξεις ἢ ἐνέργειες καὶ ἔπειτα τὰ παραμύθια, οἱ μῦθοι, οἱ παροιμίες, εὐτράπελοι διηγήσεις καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθιμα. Ἐπίσης διαφορετικὸς θὰ εἶναι καὶ ὁ τρόπος τῆς χρησιμοποίησης αὐτῶν στὰ διάφορα εἴδη τῶν σχολείων. Στὰ δημοτικὰ σχολεῖα π.χ. εἶναι φανερὸ πὼς ἡ προσοχὴ θὰ στρέφεται στὸ νὰ γίνουν τὰ λαϊκὰ αὐτὰ στοιχεῖα γνωστὰ καὶ οἱ μαθητὲς νὰ τὰ αἰστανθοῦν καὶ ἔτσι νὰ νοιώσουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ τέκνα τοῦ ἐλληνικοῦ λαοῦ. Γι᾽ αὐτὸ τὰ ἀναγνωστικὰ θὰ ἔχουν γιὰ βάση τους τὴ λαϊκὴ γλῶσσα καὶ τὸ κύριό τους περιεχόμενο θὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν ὅλον βίο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Στὰ σχολεῖα ὅμως τῆς μέσης παιδείας ἡ χρησιμοποίηση αὐτὴ θὰ γίνεται μὲ τρόπο πιὸ ἐπιστημονικό, ἀνάλογα μὲ τὴν βαθμιαία ἀνάπτυξη τῶν μαθητῶν. ῾Όσο γιὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἔγινε ἡ καλὴ ἀρχὴ καὶ δὲν ἔχομε παρὰ νὰ τὴν συνεχίσωμε συντονώτερα ἅμα θὰ ἀναρρώσωμε ἀπὸ τὴ βαρειά, μὰ παροδικὴ ἀρρώστεια ποὺ ἀπὸ ἴδιες μας ἁμαρτίες ἔπιασε τὸν ὅλον μας πολιτικὸ ὀργανισμό. Ἐμεῖς θὰ περιοριστοῦμε στὰ παρακάτω νὰ δώσωμε μερικὲς νύξεις γιὰ τὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο μπορεῖ νὰ τονωθῇ ἡ διδασκαλία στὴ μέση παιδεία μὲ τὴ βοήθεια τῆς λαογραφίας.

 

Καὶ πρῶτα πρέπει νὰ παρατηρήσωμε πὼς μὲ τὸ νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς λαογραφίας στὴ μέση παιδεία, δὲν ἐννοοῦμε πὼς πρέπει νὰ προστεθῇ ἕνα ἀκόμα εἰδικὸ μάθημα στὰ τόσα ἄλλα -πολλὰ δυστυχῶς- μὰ νὰ γίνωνται λαογραφικὲς παρατηρήσεις καὶ παρεκβολές, ὅταν ἡ διδασκαλία τῶν ἄλλων μαθημάτων τὸ ἐπιβάλλει ἢ καὶ τὸ ἐπιτρέπει. Γιὰ μιὰ τέτοια κατεύθυνση πολὺ λίγη ἔχει γίνει ὡς τὴν ὥρα συστηματικὴ ἐργασία. Φιλότιμοι καὶ φωτισμένοι δάσκαλοι χρησιμοποιοῦν ὅσο τοὺς εἶναι βολετὸ γιὰ ἕνα τέτοιο σκοπό, κυρίως στὴ διδασκαλία τῶν νέων ἑλληνικῶν τὰ λίγα τεμάχια τῶν σχετικῶν συλλογῶν ποὺ μπορεῖ νὰ δώσουν ἀφορμή! Ὅμως οἱ ἀπόπειρες αὐτὲς εἶναι ἐντελῶς μονωμένες καὶ τὰ ἀποτελέσματά τους ὄχι ἄξια λόγου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐργασία συστηματικότερη καὶ νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας τῶν νέων ἑλληνικῶν καὶ τῶν ἐκθέσεων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ ξαλαφρωθοῦν οἱ μαθητὲς στὶς ἀνώτερες ἰδίως τάξεις ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸ ποσὸ τῶν ὡρῶν τῆς ὑποχρεωτικῆς διδασκαλίας μὲ τὸ νὰ ἔχουν   τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγουν σὲ μερικὰ μαθήματα καὶ ἄλλα καὶ νὰ παραλείπουν καὶ ἔτος καὶ νὰ μποροῦν νὰ ἀσχοληθοῦν σὲ ἰδιαίτερες μελέτες σύμφωνα μὲ τὴν κλίση τους καὶ μὲ τὴν ὁδηγία καὶ τὴν ἐπίβλεψη τῶν διδασκάλων των. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν πρέπει νὰ περιμένωμε νὰ ἔχωμε ἀνάλογα μορφωτικὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴ βοήθεια τῆς λαογραφίας, ἂν ἀπάνω σ᾿ αὐτὴ δὲ βασισθῇ τὸ δημοτικὸ σχολεῖο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ νύξεις ποὺ παρακάτω θὰ δώσωμε ἔχουν μόνον μιὰ τέτοια προϋπόθεση.

Καὶ πρῶτα ἡ γλῶσσα. Εἶναι φανερὸ πὼς οἱ μαθητὲς ποὺ θὰ μποῦν στὰ σχολεῖα τῆς μέσης παιδείας, ὄχι μόνο θὰ ξέρουν πρακτικὰ τὴ δημοτικὴ γλῶσσα καὶ θὰ ἔχουν ἀναπτυγμένο τὸ αἴσθημα γιὰ τὴν ὀρθὴ χρήση καὶ γιὰ τὴ δύναμή της τὴν ἐκφραστική, μὰ καὶ τὶς θεμελιώδικες σχέσεις τῶν γλωσσικῶν στοιχείων καλὰ θὰ γνωρίζουν. Κι ἐπειδὴ ἡ διδασκαλία τῆς μητρικῆς γλώσσας εἶναι ἀδιανόητο πὼς μπορεῖ νὰ γίνῃ χωρὶς νὰ σχετίζεται μὲ τὸ περιεχόμενο ποὺ ἐκφράζει καὶ ποὺ κυρίως δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ βίος τοῦ λαοῦ, γι᾿ αὐτὸ φυσικὸς εἶναι ὁ σύνδεσμος τῆς γλωσσικῆς διδασκαλίας μὲ τὴ λαογραφία. Ἔπειτα γιὰ μιὰ βαθύτερη κατανόηση τῶν περισσοτέρων προϊόντων τῆς νέας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας θὰ χρειασθῇ νὰ κάμωμεν στοὺς μαθητὲς συνειδητὲς τὶς πηγές της, τὶς ρίζες της ποὺ εἶναι βυθισμένες στὰ βάθη τῆς λαϊκῆς ψυχῆς. Ἐπίσης ἡ γλωσσικὴ διδασκαλία θὰ προσέχῃ στὰ γλωσσικὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα ποὺ φανερώνουν τὴν πλαστικὴ δύναμη τῆς λαϊκῆς φαντασίας. Δὲν θὰ ἀφήνῃ ἀπαρατήρητες λ.χ. μεταφορὲς καὶ προσωποποιήσεις. Ἡ συνθετικὴ δύναμη, τὸ πλῆθος τῶν καταλήξεων ποὺ δείχνουν τὸν πλοῦτο τῆς δημοτικῆς γλώσσας, ἡ ἐλευθερία στὴν τοποθέτηση τῶν λέξεων ποὺ προϋποθέτει τὴν εὐκινησία στὴν σκέψη καὶ ἄλλες χαρακτηριστικὲς ἰδιότητες τῆς γλώσσας τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ γίνουν βαθειὰ συνειδητὲς στοὺς μαθητές. Καὶ γενικὰ ἡ γλωσσικὴ διδασκαλία στὴ μέση παιδεία θὰ προσπαθήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς μαθητὲς στὴν ἐπιστημονικὴ κατανόηση τῆς γλώσσας. Θὰ ἐξηγήσῃ ὁσάκις τῆς δίνεται ἀφορμὴ σύγχρονα γλωσσικὰ φαινόμενα ποὺ διεγείρουν τὴν ἀπορία τῶν μαθητῶν ἀπὸ τοὺς φυσιολογικοὺς ἢ ψυχολογικοὺς ἢ ἱστορικούς τους λόγους. Ἔτσι οἱ μαθητὲς θὰ νοιώσουν τὴν παρουσία νόμων μέσα στὴ γλῶσσα ἡ ὁποία δὲ θὰ τοὺς φαίνεται σὰν κάτι τὸ ἀσύνδετο καὶ αὐθαίρετο. Θὰ μάθουν πὼς ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ μέσο τῆς ἔκφρασης τοῦ πολιτισμοῦ καὶ οἱ διάφορες περίοδες τῆς ἱστορίας τῆς γλώσσας ἀντιπροσωπεύουν καὶ διάφορες βαθμῖδες στὸν πολιτισμὸ ἑνὸς λαοῦ˙ πὼς οἱ πιὸ πλούσιες γλῶσσες δείχνουν τὸν πιὸ ὑψηλὸ πολιτισμὸ καὶ πὼς εἶναι ἐκεῖνες ποὺ παρέχουν στὶς ἄλλες γλῶσσες καὶ τὶς περισσότερες δάνειες λέξεις. Στὶς ἀνώτερες μάλιστα τάξεις θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ καὶ μιὰ καθολικώτερη ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς γλώσσας καὶ μάλιστα εἴτε ἀπὸ δάσκαλο εἴτε καὶ ἀπὸ ἕνα μαθητὴ ποὺ μποροῦσε νὰ κάμῃ μιὰ σχετικὴ   ἔκθεση μὲ βάση ἕνα κατάλληλο σχετικὸ βιβλίο.

῾Όμως ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ στὴν ἐπιστημονικὴ κατανόηση τῆς γλώσσας, ἡ διδασκαλία τὴ μεγαλύτερη προσοχὴ θὰ δώσῃ στὸ αἰσθητικὸ μέρος της. Θὰ προσπαθήσῃ νὰ κάμῃ τοὺς μαθητὲς νὰ νοιώσουν τὶς ὀμορφιὲς τῆς γλώσσας τους, τὴ γραφικότητά της, τὴ σαφήνεια, τὴ μουσικότητά της, τὴ δύναμή της τὴν ἐκφραστική, τὴ χάρη της, τὴν πλαστικότητά της, τὴ διαφορά της στὸ πεζὸ καὶ στὴν ποίηση, στὴ λογοτεχνία καὶ στὴν ἐπιστήμη καὶ γενικὰ νὰ τὴν ἀντιληφθοῦν σὰν ἕνα ὀργανισμὸ γεμᾶτον σφρῖγος καὶ κίνηση καὶ ζωή.

῾Όσο γιὰ τὰ δημοτικὰ τραγούδια τὴ σημασία τους γιὰ τὴν ἀγωγὴ ἐτόνισε στὸ πρόλογο τῶν ἐκλογῶν του ὁ ἀοίδιμος καθηγητής. Ἐκεῖ δίνει καὶ περιεκτικὸ χαρακτηρισμὸ τῶν τραγουδιῶν τοῦ ἑλλ. λαοῦ. Οἱ μαθητὲς τῆς μέσης παιδείας δὲν πρέπει ν᾿ ἀγνοοῦν τί ἐννοοῦμε λέγοντες δημοτικὸ τραγοῦδι, πὼς εἶναι ἕνα τραγοῦδι ποὺ τὰ λόγια και τὸ μέλος του ἀνταποκρίνονται στὰ αἰσθήματα τῶν ἀμόρφωτων ἀνθρώπων καὶ στὴ διάδοσή του παθαίνει μεταβολές. Ἐπίσης πρέπει νὰ μάθουν τὰ εἴδη τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν καὶ ποιὸ εἶναι τὸ κυριότερο χαρακτηριστικὸ κάθε εἴδους. Γι᾿  αὐτὰ ὅλα δὲν ἔχουν παρὰ νὰ συμβουλευθοῦν τὶς Ἐκλογὲς τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ, βιβλίο ποὺ πρέπει νὰ ἔχῃ στὰ χέρια του κάθε ἑλληνόπουλο. Στὶς ἀνώτερες τάξεις μπορεῖ νὰ γίνῃ σύγκριση τῶν διαφόρων τραγουδιῶν γιὰ νὰ βρεθοῦν τὰ τεχνικὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ λαϊκὴ ἑλλ. ποίηση.

 

Σχολείο και λαός: πόσο απέχει ο τίτλος του άρθρου του Χρ. Λαμπράκη από το θέμα μας που είναι εκπαίδευση και κοινωνική δικαιοσύνη; ή καλύτερα, πόσο οι παιδαγωγικές απόψεις που προβάλλουν στο άρθρο του Χρ. Λαμπράκη, αποπνέουν αίσθηση κοινωνικής δικαιοσύνης; Είναι ένα ερώτημα που για να απαντηθεί θα πρέπει να οριστεί κατ’ αρχάς τι σημαίνει κοινωνική δικαιοσύνη σε σχέση με τις παιδαγωγικές αντιλήψεις. Αν, λοιπόν, συμφωνήσουμε ότι οι αντιλήψεις εκείνες που θέλουν το σχολείο ανοιχτό σε όλα τα παιδιά, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής και τις οικογενειακές τους καταβολές, είναι έμπλεες αισθήματος δικαίου, τότε θα συμφωνήσουμε ότι οι σκέψεις που καταγράφει στο κείμενό του ο Χρ. Λαμπράκης, οδηγούν σε ένα σχολείο που υπηρετεί την κοινωνική δικαιοσύνη. Αντίθετα ποιος θα αρνηθεί ότι είναι σχολείο αποκλεισμών, το σχολείο το οποίο θεσμικά μεν είναι ανοικτό σε όλα τα ελληνόπουλα, στην πράξη όμως οργανώνεται πάνω σε πρότυπα συγκεκριμένου τρόπου ζωής και προωθεί αντίστοιχες αξίες και κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, συχνά ξένες προς ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού; Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι η δομή ενός τέτοιου σχολείου δημιουργεί στους μαθητές της περιφέρειας αποστροφή προς τον κοινωνικό ιστό που τους περιβάλλει, συνθήκη που κατ’ εξοχήν αντιστρατεύεται το αίσθημα του κοινωνικού δικαίου, καθώς οδηγεί στην απόρριψη του κοινωνικά και ατομικά διαφορετικού; Τα ίδια ερωτήματα ανακύπτουν και σχετικά με το σχολείο εκείνο που στόχο έχει να αποβάλει βίαια από τους μαθητές του ιδιαίτερα πολιτιστικά στοιχεία του κοινωνικού περιβάλλοντος στο οποίο ανατράφηκαν -αναφερόμαστε σε μαθητές που ανήκουν σε θρησκευτικές και γλωσσικές μειονότητες που ιδίως μετά τους βαλκανικούς πολέμους η παρουσία τους ήταν πολύ έντονη ανάμεσα στους πολίτες του ελληνικού κράτους και που και σήμερα ακόμα υφίστανται άλλοτε ενταγμένοι και άλλοτε αποκλεισμένοι από την κοινωνική δραστηριοποίηση.

Το σχολείο, ως ρυθμιστικός μηχανισμός της κοινωνίας στις αρχές του 20ου αιώνα -χαρακτηριστικό που διατηρεί και σήμερα- σε περιοχές ημιαστικές, αγροτικές, ακριτικές συνθλίβει το –κατά Χρ. Λαμπράκη- «ψυχικό περιεχόμενο» κάτω από το βάρος του προτύπου ζωής των πόλεων και των κυρίαρχων πολιτιστικών στοιχείων, παραγνωρίζει τα ιδιώματα και τις κοινωνικές συμπεριφορές της περιφέρειας. Όμως η απαξίωση πληθυσμών με ιδιαίτερα κοινωνικά-πολιτιστικά χαρακτηριστικά και η βίαιη αλλοτρίωσή τους αντιβαίνει προς κάθε έννοια κοινωνικς δικαιοσύνης ενώ η ένταξη τους προβάλλει ως αίτημα προόδου. Το πρόβλημα ήταν πολύ πιο έντονο την εποχή εκείνη κατά την οποία οι λεγόμενες «Νέες Χώρες» ενέταξαν στο αναπτυσσόμενο ελληνικό κράτος πλήθος κοινωνικών ομάδων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε όλους τους τομείς των κοινωνικών εκδηλώσεων. Η ανάγκη να έχουν οι ομάδες αυτές πρόσβαση στην επικοινωνία και τη γνώση και να ενταχθούν χωρίς απώλεια και ισοπέδωση της ταυτότητάς τους, ήταν επιτακτική ώστε να αξιοποιηθούν ως ένα δυναμικό πολιτιστικό και παραγωγικό κομμάτι της νέας Ελλάδας.

Ο Χρ. Λαμπράκης προχωράει ακόμα πιο πέρα τη σκέψη του και αγγίζει πρώιμα τους σημερινούς προβληματισμούς σχετικά με το ρόλο των εθνικών πολιτισμών στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία: «ἡ ἀναγνώριση καὶ ὁ σεβασμὸς τῶν διαφορῶν καὶ ἡ χρησιμοποίηση τοῦ κοινοῦ ἀνάμεσα στοὺς λαοὺς μπορεῖ νὰ μᾶς φέρῃ σὲ μιὰ ἀληθινὴ συναδέλφωση. Μόνον ἔτσι ἀπὸ τὶς μερικὲς πατρίδες καὶ τὸν ἐθνισμὸ θὰ φτάσωμε στὸ διεθνισμὸ καὶ τὴν ἀνθρωπότητα». Ο συντάκτης του κειμένου αναζητά το ύψιστο στάδιο της ανθρωπότητας μέσα από τη σύνθεση της διαφορετικότητας, την οποία οφείλουμε να διαφυλάττουμε και να αναγνωρίζουμε.

Και τούτο διότι η απαξία του διαφορετικού οδηγεί σε κοινωνική σύγχυση, κοινωνική αβεβαιότητα και τέλος στην βίαιη υποταγή σε κοινωνικούς τρόπους και αξίες. Με την έννοια αυτή η αφόρμιση της μόρφωσης από τα γνωστά, τα οικεία, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να οδηγηθούμε σε ένα σχολείο που απελευθερώνει το άτομο, ενώ η αποδοχή και καταξίωση της κοινωνικής συμπεριφοράς ενός λαού, μιας ευρείας κοινωνικής ομάδας αποτελεί μοναδική στάση κοινωνικής δικαίωσης. Με τις σκέψεις αυτές δε θέλω να φωτίσω την πολιτική και κατ’ επέκταση την κοινωνική διάσταση που είχε πάρει την περίοδο εκείνη το γλωσσικό και εν γένει η αντιπαράθεση στο χώρο της παιδείας. Άλλωστε ο Χρ. Λαμπράκης αντιμετωπίζει το θέμα ως παιδαγωγικό-εκπαιδευτικό και στην προσπάθειά του να αναζητήσει ευθύνες, στρέφεται κυρίως προς τους παιδαγωγούς και τους πανεπιστημιακούς δασκάλους. Επειδή όμως οι πολιτικοί είναι εκείνοι οι οποίοι καθορίζουν την εκπαιδευτική γραμμή της χώρας, το θέμα καθίσταται πολιτικό.

Τη σχέση των εκπαιδευτικών ζητημάτων με την πολιτική, ο Χρ. Λαμπράκης τη δηλώνει όταν διαπιστώνει ότι: «ὅσο γιὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἔγινε ἡ καλὴ ἀρχὴ καὶ δὲν ἔχομε παρὰ νὰ τὴν συνεχίσωμε συντονώτερα ἅμα θὰ ἀναρρώσωμε ἀπὸ τὴ βαρειά, μὰ παροδικὴ ἀρρώστεια ποὺ ἀπὸ ἴδιες μας ἁμαρτίες ἔπιασε τὸν ὅλον μας πολιτικὸ ὀργανισμό.» (η υπογράμμιση δική μας). Το απόσπασμα αυτό αφορά στην εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στα δημοτικά σχολεία, ενώ με αισιοδοξία προβλέπει ότι μετά την «παροδική αρρώστια που έπιασε όλον τον πολιτικό οργανισμό» η παιδαγωγική μεταρρύθμιση θα ολοκληρωθεί. Σε άλλο σημείο του άρθρου του καταλογίζει ιδιαίτερες ευθύνες στους πανεπιστημιακούς και παιδαγωγούς που ανέλαβαν την πολεμική εναντίον του μεταρρυθμιστικού έργου, με ευθεία βολή εναντίον του καθηγητή γλωσσολογίας Γ. Χατζιδάκι: «…Ἐμεῖς [οἱ Ἕλληνες] πόσο πίσω εἴμαστε καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὅπως καὶ σὲ τόσα ἄλλα, φαίνεται ὄχι τόσο ἀπὸ τὴ θέση ποὺ ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖο τῆς Παιδείας τὸν τελευταῖο καιρὸ σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσας τοῦ λαοῦ στὰ δημοτικὰ σχολεῖα –θέση ποὺ εἶναι εὐεξήγητη γιὰ τὸν καθένα ποὺ γνωρίζει ποῖοι διεύθυναν τελευταῖα τὴν παιδεία, ὅσο γιατὶ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ Ὑπουργείου στηρίχτηκε σὲ γνωμάτευση ἀνθρώπων ποὺ ἔχουν τὴν ἀξίωση νὰ προάγουν τὶς παιδαγωγικὲς καὶ γλωσσικὲς σπουδὲς στὸ Πανεπιστήμιο». Οι αιχμές του Χρ. Λαμπράκη οξείες· και θα συνεχίσει: «Ἡ τόσο αὐτονόητη ἀλήθεια ποὺ ἀπὸ τόσα χρόνια κηρύσσει ὁ ἐκπαιδευτικὸς Ὅμιλος…. ποὺ γιὰ τὴν ἐφαρμογή της μὲ χαρὰ εἴδαμε πὼς ἔγιναν οἱ πρῶτες προσπάθειες, μένει ἀκόμα αἴνιγμα γιὰ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀκαδημαϊκοὺς σοφούς μας. Εἶναι οἱ ἴδιοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια ὁ Σολωμὸς τελειώνοντας τὸ διάλογό του μέ τὸ σοφολογιώτατο, ἔγραψε τὰ λόγια αὐτά: “Μοῦ πονεῖ ἡ ψυχή μου· οἱ δικοί μας χύνουν τὸ αἷμα τους ἀποκάτου ἀπὸ τὸ Σταυρό, γιὰ νὰ μᾶς κάμουν ἐλεύθερους, καὶ τοῦτος, καὶ ὅσοι τοῦ μοιάζουν πολεμοῦν, γιὰ ἀνταμοιβή, νὰ τοὺς σηκώσουν τὴ γλῶσσα”.»

Ο Χρ. Λαμπράκης παίρνει σαφή θέση στη διαπάλη της εποχής εκείνης και είναι επίσης σαφές ότι τον εκφράζουν οι θέσεις του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Για τον ίδιο όμως, όπως και πιο πάνω είπαμε, το κυρίαρχο θέμα δεν είναι η πολιτική που κρύβεται πίσω από τις αντιπαραθέσεις περί και εντός του Εκπαιδευτικού Ομίλου αλλά η φύση της παιδείας, η αποστολή του σχολείου και οι στόχοι τους οποίους καλείται να υπηρετήσει. Τις θέσεις αυτές διατυπώνει ήδη από τις πρώτες αράδες του κειμένου: «Ἂν λοιπὸν μόρφωση σημαίνει ἀνάπτυξη τῶν ψυχικῶν δεξιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ μπορέσῃ ὡς μέλος τῆς ἀνθρωπότητας νὰ συντελέσῃ κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών του στὴν πρόοδο τοῦ πολιτισμοῦ, τέτοια ἀνάπτυξη προϋποθέτει ἀναγκαστικὰ τὴ γνώση τῶν ψυχικῶν αὐτῶν δεξιοτήτων ποὺ θὰ ἀποκτηθῇ μόνο ἂν τὸ σχολεῖο στρέψῃ τὴν προσοχή του σὲ ἐκεῖνες τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ βίου τοῦ λαοῦ ποὺ ἄδολα δείχνουν τὴν ψυχολογία του. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἀπαραίτητη ἀνάγκη τὸ δημοτικὸ μάλιστα σχολεῖο νὰ ἔχῃ γιὰ θεμέλιό του τὴ γλῶσσα καὶ τὸ βίο τοῦ λαοῦ.»

Μόρφωση σημαίνει ανάπτυξη των ψυχικών δεξιοτήτων και όχι μηχανιστική ανταπόκριση σε ζητούμενα. Στόχος της είναι κάθε νέος να γίνει μέλος της ανθρωπότητας για να συντελέσει στην πρόοδο του πολιτισμού, και όχι για να λειτουργεί ως μέλος μηχανισμού που αναπαράγει τον εαυτό του. Και για να υπηρετηθεί ο υψηλός αυτός στόχος, η στροφή της παιδείας μας προς τις κοινωνικές εκδηλώσεις, δηλαδή τις ιδιαιτερότητες του λαού, είναι αναγκαία. Το σημείο αυτό, κλειδί για να κατανοήσουμε τις παιδαγωγικές αντιλήψεις του Χρ. Λαμπράκη, αποτελεί καταγραφή των όσων λίγα χρόνια πρωτύτερα, ως νεοδιόριστος δάσκαλος εφάρμοζε στην πράξη κάνοντας αναγωγή των παραπάνω παιδαγωγικών αρχών στο άτομο. Παραθέτουμε απόσπασμα αναφοράς που έκανε ο Θεοδωρόπουλος ως Διευθυντής Εκπαίδευσης, στις 22 Ιουνίου 1915, με την οποία αξιολογεί το Χρ. Λαμπράκη:

 Ἀλλ’ ὅ,τι ἐν αὐτῷ καθίσταται ἄξιον θαυμασμοῦ εἶναι ἡ διδακτική του ἱκανότης. …Δὲν διδάσκει ρητορικῶς καὶ μετ᾿ ἐπιδείξεως…, ἀλλὰ συνεργάζεται μετὰ τῶν μαθητῶν του ὧν ἐξεγείρει θερμὸν τὸ ὑπὲρ τοῦ μαθήματος διαφέρον, συγκρατεῖ ἀμετάπτωτον τὴν προσοχὴν χωρὶς καὶ νὰ καταπονῇ αὐτοὺς καὶ καθιστᾶ αὐτενεργούς…..Ὑπῆρξαν μεταξὺ τῶν μαθητῶν του καί τινες  σφόδρα δυσμαθεῖς καὶ ἀνεπίδεκτoι κλασσικῆς μορφώσεως, ἀλλ᾿ οὗτοι διὰ τῆς ἀγαθότητος καὶ τῶν πατρικῶν συμβουλῶν του ἐπείσθησαν νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς πρακτικόν τι ἔργον.”

Το ενδιαφέρον του Χρ. Λαμπράκη για το άτομο, για τις ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα και τις δυνατότητες κάθε μαθητή του είναι φανερό. Η διδακτική-παιδαγωγική αυτή άποψη συμπλέει προς τα στοιχεία εκείνα που ο Αλ. Δελμούζος εισάγει στον ελληνικό εκπαιδευτικό χώρο το 1908 με τα προγράμματα του παρθεναγωγείου του Βόλου. Βασικές αρχές που διέπουν τη διδακτική και παιδαγωγική πράξη του Χρ. Λαμπράκη σύμφωνα με την έκθεση του Θεοδωρόπουλου είναι η μη καταπόνηση των μαθητών και η αξιοποίηση των δεξιοτήτων τους. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του είναι τα επιλεγόμενα μαθήματα, καθώς αυτά δίνουν τη δυνατότητα στους μαθητές να φέρουν την εκπαίδευση, το πρόγραμμα του σχολείου, πιο κοντά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Από την άλλη για αυτό ακριβώς ελέγχει το σχολείο: για το πλήθος των μαθημάτων και για την υπερβολική καταπόνηση των μαθητών, συνθήκη που τους απομακρύνει συναισθηματικά από το σχολείο και τους στερεί τη δυνατότητα να αναζητήσουν τη γνώση σε τομείς που τους ενδιαφέρουν. Οι αντιλήψεις αυτές που στάθηκαν οδηγοί στην διδακτική πρακτική του Χρ. Λαμπράκη την περίοδο που ήταν δάσκαλος, παρουσιάζονται ως εξής στο άρθρο Σχολείο και Λαός:

«Καὶ πρῶτα πρέπει νὰ παρατηρήσωμε πὼς μὲ τὸ νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς λαογραφίας στὴ μέση παιδεία δὲν ἐννοοῦμε πὼς πρέπει νὰ προστεθῇ ἕνα ἀκόμα εἰδικὸ μάθημα στὰ τόσα ἄλλα -πολλὰ δυστυχῶς- μὰ νὰ γίνωνται λαογραφικὲς παρατηρήσεις καὶ παρεκβολές, ὅταν ἡ διδασκαλία τῶν ἄλλων μαθημάτων τὸ ἐπιβάλλει ἢ καὶ τὸ ἐπιτρέπει. Γιὰ μιὰ τέτοια κατεύθυνση πολὺ λίγη ἔχει γίνει ὡς τὴν ὥρα συστηματικὴ ἐργασία. Φιλότιμοι καὶ φωτισμένοι δάσκαλοι χρησιμοποιοῦν ὅσο τοὺς εἶναι βολετὸ γιὰ ἕνα τέτοιο σκοπό, κυρίως στὴ διδασκαλία τῶν νέων ἑλληνικῶν τὰ λίγα τεμάχια τῶν σχετικῶν συλλογῶν ποὺ μπορεῖ νὰ δώσουν ἀφορμή! Ὅμως οἱ ἀπόπειρες αὐτὲς εἶναι ἐντελῶς μονωμένες καὶ τὰ ἀποτελέσματά τους ὄχι ἄξια λόγου.  Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐργασία συστηματικότερη καὶ νὰ αὐξηθῇ ὁ χρόνος τῆς διδασκαλίας τῶν νέων ἑλληνικῶν καὶ τῶν ἐκθέσεων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ ξαλαφρωθοῦν οἱ μαθητὲς στὶς ἀνώτερες ἰδίως τάξεις ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸ ποσὸ τῶν ὡρῶν τῆς ὑποχρεωτικῆς διδασκαλίας μὲ τὸ νὰ ἔχουν νὰ ἐκλέγουν σὲ μερικὰ μαθήματα καὶ ἄλλα καὶ νὰ παραλείπουν καὶ ἔτος καὶ νὰ μποροῦν νὰ ἀσχοληθοῦν σὲ ἰδιαίτερες μελέτες σύμφωνα μὲ τὴν κλίση τους καὶ μὲ τὴν ὁδηγία καὶ τὴν ἐπίβλεψη τῶν διδασκάλων των

Ο φόρτος των μαθημάτων περιττός, η «διαθεματικότητα», σύμφωνα με την τρέχουσα ορολογία, στοιχείο απαραίτητο για να συσχετιστούν τα επί μέρους, για να δώσει η αποσπασματική γνώση τη θέση της στην κρίση και στη γνώση των αρχών που διέπουν την κοινωνία, και η Λαογραφία, κατά τον Χρ. Λαμπράκη, λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος, ως μάθημα αναφοράς των υπολοίπων αντικειμένων που διδάσκονται στο σχολείο. Τέλος, τα επιλεγόμενα μαθήματα στοιχείο απαραίτητο για το πρόγραμμα του σχολείου, αναδεικνύοντας και αξιοποιώντας τις ιδιαίτερες κλίσεις των μαθητών, τα ιδιαίτερα στοιχεία της προσωπικότητά τους, τους καταθιστούν ξεχωριστά μέλη της κοινωνίας. 

Τι άλλο μπορεί να σημαίνει κοινωνική δικαιοσύνη στην εκπαίδευση, αν όχι τη δίκαια αντιμετώπιση της κοινωνίας και των μελών της; «Δίκαια» με την έννοια της ορθής αξιολόγησης, της ορθής εκτίμησης και της παροχής ευκαιριών αξιοποίησης των δυνατοτήτων που κάθε μαθητής έχει. Με την έννοια αυτή πόσο δίκαια μπορεί είναι η εξουσία, το κράτος, που αφαιρεί από την κοινωνία, το «λαό» του Χρ. Λαμπράκη, τη δυνατότητα να αναπτύξει λόγο, να αξιοποιήσει ίδιες δυνάμεις με σκοπό τη δημιουργία και την παραγωγή γνώσης; Πόσο κοινωνικά δίκαια είναι η εξουσία που επιβάλλει τη διάδοση και υπηρέτηση εξωκοινωνικών αξιών; Και πόσο κοινωνικά δίκαιο είναι το σχολείο που αρνείται να διακρίνει τις ιδιαιτερότητες της μαθητιώσας νεολαίας, υποχρεώνοντάς την σε μια εκπαιδευτική γραμμή προσαρμοσμένη σε έναν ανυπόστατο μέσο όρο ατόμων και κοινωνικών ομάδων, διαγράφοντας εντέλει από τον κοινωνικό χάρτη κάθε ιδιαίτερο, και επομένως δυναμικό, στοιχείο της κοινωνίας; Αυτό κατά τη γνώμη μας είναι τα βασικά ερωτήματα που πρέπει να προβληματίσουν τούτο το συνέδριο και που παραμένουν σήμερα εξίσου επίκαιρα με τότε.

Δε θα μάθουμε αν και κατά πόσο το μυαλό του Χρίστου Λαμπράκη, του αφοσιωμένου δάσκαλου από το Βουργαρέλι Ηπείρου, βασανιζόταν από τα ερωτήματα με τον τρόπο που εμείς τα διατυπώσαμε. Είναι όμως βέβαιο πως η κριτική που εμμέσως ασκεί και η εκπαιδευτική πράξη την οποία προτείνει, είναι βαθιά παιδοκεντρική, βαθιά παιδαγωγική με σεβασμό στο διαφορετικό και στοχεύει στην δικαίωση της κοινωνίας, του πολιτισμού του λαού και την ανάδειξη της αξίας των παιδιών μας. Επιγραμματικά η παιδαγωγική σκέψη του Χρ. Λαμπράκη περικλείεται στο εξής απόσπασμα από το άρθρο Σχολείο και λαός: «…μόρφωση σημαίνει ἀνάπτυξη τῶν ψυχικῶν δεξιοτήτων τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ μπορέσῃ ὡς μέλος τῆς ἀνθρωπότητας νὰ συντελέσῃ κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών του στὴν πρόοδο τοῦ πολιτισμοῦ.».

 


Από την αλληλογραφία του Χρ. Λαμπράκη με τον Σ. Κουγέα, μαθαίνουμε λεπτομέρειες για τη ζωή του πρώτου, τις φιλολογικές ανησυχίες του και την πορεία του. Βλ. επίσης ανακοινώσεις δικές μου  Η άνοιξη της Ελληνικής Εκπαίδευσης και ο Ηπειρώτης δάσκαλος Χρίστος Λαμπράκης 1907-1915, ανακοίνωση στο Α΄ Πανελλήνιο Εκπαιδευτικό Συνέδριο στα Γιάννενα 12-14 Μαΐου 2006 και Ο Χρίστος Λαμπράκης και η ίδρυση της έδρας Νεοελληνικής Γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, ανακοίνωση στο συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Baud-Bovie Πανεπιστήμιο Γενεύης, 23-24 Νοεμβρίου 2005.

περ. Λαογραφία, τ. Ε, σσ. 52-130, 1915. Για την ιστορία αναφέρουμε ότι στον Α τόμο της Λαογραφίας το 1911 δημοσιεύεται σημείωμα του Χρ. Λαμπράκη  για τις Τετριμίδες (σ.705).

Ως postquam συγγραφής του κειμένου η 12-1-1921 (θάνατος του Ν. Πολίτη). Η ελπίδα που διατυπώνεται στο κείμενο ότι η δημοτική γλώσσα στα βιβλία του Δημοτικού σχολείου έχει κατακτηθεί θέτει ως antequam την 8-7-1921, οπότε και ψηφίζεται το νομοσχέδιο για κατάργηση των βιβλίων του Δημοτικού.

Ιδιαίτερα όμως για τους τρεις πρώτους σημειώνουμε το εξής χαρακτηριστικό γεγονός: ο πρώτος ανάθεσε στον δεύτερο και ο δεύτερος στον τρίτο την μόρφωση και διαπαιδαγώγηση του μετέπειτα φιλοσόφου και Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Τσάτσου. Σύμφωνα με την επιστολογραφία, πριν ακόμα φύγει για την Αίγυπτο ο Φουτρίδης, ορίζει διάδοχό του στη θέση του παιδαγωγού των αδελφών Τσάτσου, τον Χρ. Λαμπράκη, δίνοντας λύση στο οικονομικό πρόβλημα που τον είχε αναγκάσει να εγκαταλείψει την Αθήνα και να μεταβεί στην Ήπειρο. Ο Αρ. Φ. σε κάθε επιστολή του προς τον Χρ. Λ. ρωτάει για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, το μικρό Κωστάκη, και δίνει οδηγίες σχετικά με την αγωγή και την εκπαίδευσή του.

Στο αρχείο του Σ. Κουγέα βρέθηκαν επιστολές προς τον Κ. Γούναρη, το νεανικό του ημερολόγιο, η συλλογή λαογραφικού υλικού από τις περιοχές στις οποίες υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός, ποιήματά του, θεατρικά έργα, σημειώσεις, ενώ στη βιβλιοθήκη του Σ.Κ. υπάρχουν τρεις τόμοι από την προσωπική βιβλιοθήκη του Κ. Γούναρη. Πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί βέβαιο ότι μετά τον πρόωρο και ηρωικό θάνατο του Κ.Γ. στους βαλκανικούς πολέμους, ο Σ.Κ. περιμάζεψε το υλικό αυτό, ως ένδειξη εκτίμησης προς τον Κ.Γ. και  σεβόμενος τη μνήμη του. Κάτι ανάλογο, άλλωστε, συνέβη με τη βιβλιοθήκη και τα κατάλοιπα του Χρ. Λαμπράκη.

Βλ. Αλ. Δημαρά, Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, Αθήνα 1994. Παρ’ όλα αυτά στο αρχείο του Σ.Κ. βρίσκoνται τεύχος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και αποδείξεις είσπραξης συνδρομής.

Σε επιστολή του προς τον Σ.Κ. ο δικηγόρος Ευστρ. Κουλουμβάκης (6 Αυγούστου, 1926, αρ. αρχ. Σ.Β.Κ. 14) τον επικρίνει για τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στο λόγο του «ἐπὶ τῇ ἑκατοεντηρίδι τῆς ἡρωϊκῆς πτώσεως τοῦ Μεσολογγίου» και τον κατηγορεί ως μαλλιαριστή. Η επιστολή καταλήγει ως εξής: Ἤκουσες ἢ ἀνέγνωσες τοῦ ἀποτρόπαιου Γληνοῦ, ΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΣΑΣ, τὸν ἐναρκτήριον λόγον κατὰ τὰ ἐγκαίνια τῆς «παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας;» Δημιουργεῖτε ἀρλεκῖνον γλωσσικῶς, ἑπομένως δύσμορφον καὶ ἀνάπηρον τέρας ἰδεολογικῶς καὶ συναισθηματικῶς. Δολοφονεῖτε τὸ παρελθόν, στραγγαλίζετε ὡς Κραβαρῖται τὸ παρόν, ἑπομένως πῶς θέλετε νὰ ἐνορῶμεν τὸ μέλλον ἐὰν ἐπικρατήσετε; Σὲ ἐρωτῶ.

Ο Σ. Κ. είχε υπερασπισθεί με σθένος τον διακεκριμένο επιστήμονα και καθηγητή της ιατρικής Πέτρο Κόκκαλη και μέλος της ΠΕΕΑ, της «κυβέρνησης του βουνού», όταν το 1942  επαύθη από καθηγητής του Πενεπιστημίου λόγω της συμμετοχής του στην Εθνική Αντίσταση.

Στο τετράδιο του καταλόγου των μαθητών τού Ν. Πολίτη (αρχ. Μουσείου Μπενάκη) αναγράφεται με αύξοντα αριθμό 1 το όνομα του τεταρτοετούς Σωκράτη Κουγέα (ακ. έτος 1896-97). Στο ίδιο έτος συνατάμε το όνομα του τριτοετούς κατά το έτος εκείνο Ιωάννη Καλλιτσουνάκη. Με αριθμό 65, ακ. έτος 1898-1899, συναντάμε το όνομα του τριτοετούς Κωνσταντίνου Γούναρη, ενώ στο ακ. έτος 1901-1902 με αύξοντες αριθμούς 48 και 51, είναι γραμμένα αντίστοιχα τα ονόματα των Δελμούζου (Α έτος) και Γληνού (Γ έτος). Η σχέση του Σ.Β.Κ. και του Ν.Γ.Π. εξελίσσεται σε στενή οικογενειακή σχέση καθώς συνεχίζεται ως και σήμερα, για τέταρτη γενιά των οικογενειών Πολίτη και Κουγέα. O Ν.Γ.Π. καθοδήγησε τον νεαρό γιο του πατριώτη του δασκάλου Βενετσάνου Κουγέα, Σωκράτη, στα πρώτα του βήματα στην Αθήνα και στις επιστημoνικές του αναζητήσεις.

Η ποιητική του συλλογή Lights and Dawn (Boston 1917) γίνεται δεκτή από το αμερικανικό κοινό με ενθουσιασμό και τον καθιστά σημαντικό εκπρόσωπο της αμερικανικής ποίησης των αρχών του 20ου αιώνα.

Για τον Αρ. Φουτρίδη βλ. επίσης στο δημοσιευμένο μνημόσυνο λόγο του Σταύρου Στ. Μωραΐτου Ένας Έλληνας Μετανάστης (Αθήνα 1964).

Στην επιστολή του Αρ.Φ. προς τον Χρ. Λαμπράκη της 24 Οκτωβρίου 1905, σχολιάζει και αποδοκιμάζει τον προκάτοχό του στο ελληνικό σχολείο τού El Com, χαρακτηρίζοντάς τον ως μαλλιαρό. Για την περίοδο της αντιδημοτικιστικής δράσης του μαθαίνουμε πολλά από τον Στ. Μωραΐτη, όπ.π., αλλά και από τον ίδιο στον πρόλογό του για την έκδοση της μετάφρασης της Ασάλευτης Ζωής του Παλαμά, όπου αφηγείται την μεταστροφή του στο θέμα της γλώσσας (KOSTES PALAMAS, LIFE IMMOVABLE, HARVARD UNIVERSITY PRESS 1919).

Μιχάλης Τόμπρος, Νίκος Μπέρτος (πρώτη γνωριμία), Νέα Εστία, τ. ΚΓ, σ. 178, 1949. Στο κείμενο ο μεγάλος Έλληνας γλύπτης περιγράφει περιστατικό που σχετιζόταν με την φροντίδα των φίλων για την προτομή του δασκαλου τους Νικολάου Πολίτη και αναφέρει ότι ο Χρίστος Λαμπράκης και ο Δελμούζος μαζί με τους Μπέρτο, Τριανταφυλλίδη και Γληνό «αποτελούσαν εκείνη την εποχή την πεντάδα των προοδευτικών συνεργατών του Ελευθερίου Βενιζέλου». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μπέρτος συνδέεται στο κείμενο με τον Τριανταφυλλίδη και τον Γληνό, ενώ οι Λαμπράκης και Δελμούζος προβάλλονται ως δυάδα. Αυτό ίσως σχετίζεται με το ότι τόσο οι απόψεις τους περί τα εκπαιδευτικά όσο και η προσωπικότητές τους ήσαν πολύ κοντά.

Σε επιστολή του προς τον Σ.Β.Κ. (10 Δεκεμβρίου 1920) εκθέτει τις απόψεις του και αιτιολογεί την απόφασή του να επανέλθει στο Harvard και να μην επιστρέψει στην Ελλάδα.

Για τον Κ. Γούναρη υπάρχει η μαρτυρία του ίδιου του Γληνού ότι τον μύησε στο δημοτικισμό (δανείζομαι παραπομπή από τον Φ. Ηλιού: Μνήμη, 1946, σ. 195).

Βλ. σχετική επιστολή.

βλ. Αλ. Δημαρά, Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ.Β, σελ. 130.

Βλ. σημ. 3.

Ο Φουτρίδης σε επιστολή του της 20 Ιανουαρίου 1911 δεν αφήνει καμμία αμφιβολία ότι ο Χρ. Λαμπράκης τάσσεται στην βενιζελική παράταξη.

Βλ. Γιώργου Γάτου, 41 γράμματα του Γληνού στο Δελμούζο, Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελ 211 κ.εξ.

Οι αριθμημένες υποσελίδιες σημειώσεις και παραπομπές στο κείμενο Σχολεο και λαός, είναι του ίδιου του Χρ. Λαμπράκη. Στις περιπτώσεις που δεν έχει ολοκληρώσει την παραπομπή, θεωρήσαμε σκόπιμο να την παραθέσουμε ως είχε στο χειρόγραφο. Σιωπηρά σημειώσαμε σημεία στίξης, όπου κρίθηκε απαραίτητο. Με αστερίσκο (*) επίσης σημειώνουμε υποσελίδια ορισμένες από τις λέξεις ή φράσεις που ο Χρ. Λαμπράκης έχει διαγράψει στο κείμενό του και που ενδέχεται να ενδιαφέρουν τον αναγνώστη.

Πρβ. Λαογραφία, τομ. Α΄ (1909), σ.1-18, ὅπου ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Ν.Γ.Πολίτης ἐγαινιάζοντας τὴν ἔκδοση τοῦ Δελτίου τῆς Ἑλληνικῆς Λαογραφικῆς Ἑταιρείας δημοσιεύει τὴν περισπούδαστη πραγματεία του ὅπου ὄχι μόνο καθορίζει τὸ σκοπὸ τῶν λαογραφικῶν μελετῶν, μὰ καὶ δίνει μαζὶ μὲ τὸ διάγραμμα τῶν θεμάτων ποὺ ὁ βίος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ παρέχει γιὰ τέτοιες μελέτες, καὶ τὶς ἀναγκαῖες ὁδηγίες γιὰ τὸν ἕλληνα λαογράφο.

καὶ ἡ γνώση αὐτὴ θὰ ἀποκτηθῇ

Περιοριζόμαστε νὰ παραπέμψωμε πρόχειρα σὲ μερικὲς σχετικὲς μελέτες γιὰ τὴ μέση παιδεία ποὺ δημοσιεύει ὁ σύνδεσμος γερμανῶν λαογράφων ὅπου μὲ τὸν τίτλο Deutschunterricht k. Deutschkunde Berlin W. 57 (Otto Salle) ὅπου περιλαμβάνεται καὶ σχετικὴ βιβλιογραφία α)K. Bonjunka: Der Deutsche Sprachunterricht auf höheren Schulen (1917) β) K. Reuschel: Die deutsche Volkskunda im Unterricht an höheren Schulen (1917) γ) O. Weise: Deutsche Heimat und Stammesart im Unterricht an höheren Schulen (1919) δ) P. Hermann: Glaube und Brauch der alten Deutschen im Unterricht auf der Oberstufe höherer Schulen (1919) ε)P. Hermann: Ein führung in die deutsche Mythologie auf höheren Lehranstalten (1919) στ) K. Bojunka: Deutshe sprache k. Deutsher Volkstum (Die Behandlung ihrer Zusammen hänge im Unterricht auf höheren Schulen (1921) ζ) E. Wasserzieher: Deutsche Sprachgeschichte (Auregungen und Beiträge zu ihrer Behandlung auf der Schule) (1921)

Σ᾿ ἐμᾶς καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅπως καὶ σὲ τὸσα ἄλλα, μᾶς ἔδειξαν τὸν ἴσιο δρόμο οἱ μελέτες τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ ποὺ γιὰ τὴ πρακτικὴ τους ἐφαρμογὴ θὰ…

ποὺ ἐλπίσαμε

[Σ.Σ. Η διακοπή της ροής του κειμένου και τα αποσιωπητικά του Χ.Λ.]

ἐδῶ καὶ τρία

στὶς μελέτες του

Πρβ. πρόλογο στο βιβλίο του Ἐκλογαί ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν Ἀθήναις 1914. Περὶ τοῦ ἐθνικοῦ ἔπους τῶν νεωτέρων ἑλλήνων, ἐν Ἀθήναις 1906 σ. 29 καὶ ἑξῆς.

τῆς διδακτικῆς

καὶ νὰ σεβασθοῦν

ὀρθὸ

Ἡροδ. Γ΄ 38 «πανταχῇ ὧν μοι δῆλα ἐστὶ ὅτι ἐμάνη μεγάλως Καμβύσης· οὐ γὰρ ἐν ἱροῖσί τε καὶ νομαίοισι ἐπεχείρησε καταγελᾶν. Εἰ γάρ τις προσθείη πᾶσιν ἀνθρώποισι ἐκλέξασθαι κελεύων νόμους τοὺς καλλίστους ἐκ τῶν πάντων νόμων, διασκεψάμενοι ἂν ἑλοίαατο ἕκαστοι τοὺς ἑαυτῶν· οὕτω νομίζουσι πολλόν τι καλλίστοις τοὺς ἐαυτῶν νόμους ἕκαστοι εἶναι· οὔκων εἰκός ἐστι ἄλλον γε μαινόμενον ἄνδρα γέλωτα τὰ τοιαῦτα τίθεσθαι. (Οι υπογραμμίσεις του Χρ.Λ.) [ Σ.Σ. Στη βιβλιοθήκη του Χρ. Λ. υπάρχει η έκδοση του Hροδότου Weidmennsche Buchhandlung, 1893, υπό Heinrich Stein, όπου στο περιθώριο με μολύβι είναι σημειωμένο το συγκεκριμένο χωρίο.]

ὅλες οἱ παραδομένες ἐκδηλώσεις

Πρβ. Ν. Πολίτου πρόλογο στὶς Ἐκλογὲς ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.

Λ.χ. οἱ διάφοροι βίοι (γεωργικός, ποιμενικός, ναυτικός), τὰ παιχνίδια καὶ τὰ ἀθλητικὰ γυμνάσματα, οἱ χοροὶ καὶ ἡ μουσική, ἡ καλλιτεχνία.

πλακω

γιὰ τὸν τύπον

ἐρχόμαστε στὴ γλῶσσα

πρῶτ’ ἀπ᾿ ὅλα

προαιρετικὰ

πρωτό

δὲ θὰ μπορῇ νὰ γίνῃ λάθος γιὰ ἀποτελέσματα ὠφέλιμα

λαϊκὸ

ποὺ βυθίζονται

Ἐπίσης δὲν πρέπει μὴ γίνῃ γνωστὸ στοὺς μαθητὲς πὼς εἶναι ἔργο λογοτεχνικό

θὰ ἐξαίρῃ τὰ στοιχεῖα

τὶς μεταφορὲς καὶ τὶς ἄλλες τροπικὲς φράσεις ποὺ δείχνουν τὴ μυθοπλαστικὴ δύναμη τῆς φαντασίας τοῦ λαοῦ

ἄλλες τροπικὲς ἐκφράσεις ποὺ φανερώνουν δείχνουν μυθοπλαστικὴ ἀντίληψη τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου.

ἡ γλωσσικὴ διδασκαλία τῆς γλώσσας στὴ μέση παιδεία ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ τοὺς μαθητὲς στὴν ἐπιστημονικὴ κατανόηση τῆς γλώσσας ποὺ πρέπει νὰ τὴν νοιώσουν σὰν ἕνα ζωντανὸ ὀργανισμὸ ποὺ ὑπόκειται στὴν ἐξέλιξη, θὰ δώσῃ τὸ μεγαλύτερο βάρος στὸ αἰσθητικὸ παρὰ στὸ ἀποκλειστικὸ γραμματικὸ μέρος καὶ θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς μαθητὲς

αἰτίων στὴν ἐξέλιξη της

rudis moles in digestaque moles [Σ.Σ. =ακατέργαστη ύλη μέσα σε διασπασμένη ύλη]

πρέπει οἱ μαθητὲς νὰ μὴν ἀγαποῦν τὰ χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα

Ἐκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὸ Ν.Γ.Πολίτου, ἐν Ἀθήναις 1914.

Ο προβληματισμός που εκθέτουμε δεν απέχει από τον προβληματισμό της εποχής: λίγα χρόνια αργότερα, το 1927, σχετικά με το χαρακτήρα του Κολλεγίου Αθηνών, θα διατυπωθεί από τον Στέφανο Δέλτα η επιφύλαξη μήπως το συγκεκριμένο σχολείο λειτουργήσει ως αιχμή προπαγάνδας (Homer Davis, The story of Athens College, Athens College Press, Αθήνα 1992, σελ. 40-41).

Αναφέρεται στους πρώτους μήνες του 1921, οπότε, όπως αναφέραμε και πιο πάνω, πρέπει να γράφηκε το κείμενο. Πρόκειται για περίοδο πολιτικής αναστάτωσης κατά την οποία η μία κυβέρνηση διαδέχονταν την άλλη: κυβέρνηση Ράλλη, κυβέρνηση Καλογερόπουλου, κυβέρνηση Γούναρη. 

 

Advertisements