*εισήγηση στο πλαίσιο των συναντήσεων του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Κηφισιάς, στον Πολιτιστικό Σύλλογο Κηφισιάς 16/4/2013

Κατόρθωσε άραγε να οργανωθεί η αστική τάξη στην Ελλάδα; Ένα ερώτημα που επανέρχεται συχνά στα κείμενα των μελετητών της ιστορίας του Ελληνικού Κράτους. Οι απαντήσεις που δίνονται συχνά αντικρουόμενες, ποτέ όμως βέβαιες. Κατά τη γνώμη μου το ερώτημα τίθεται σε λάθος βάση. Ή τουλάχιστον δεν απασχολεί την πορεία της κοινωνίας –την ιστορική πορεία- αν η αστική τάξη οργανώθηκε. Μια τέτοια διερεύνηση οδηγεί στην αναζήτηση συμφεροντολογικών συμπεριφορών με στόχο την απαλλοτρίωση του κοινωνικού πλούτου από μερίδα οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών ομάδων. Το ερώτημα, κατά τη γνώμη μου, στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας είναι το αν κατόρθωσαν οι Έλληνες «αστοί» να οργανώσουν αστικό κράτος. Κράτος, δηλαδή, με τις κατάλληλες εκείνες υποδομές και τους κατάλληλους μηχανισμούς για πορεία κοινωνικής, πνευματικής και οικονομικής ανάπτυξης

Αξιότιμες κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και φίλοι,
δεν είμαι εγώ εκείνος που δικαιούμαι να δώσω απάντηση σε ερωτήματα σαν αυτό, καθώς δεν διεκδικώ τον τίτλο ούτε του ιστορικού ούτε του στοχαστή. Το ερώτημα όμως, ενέχει έναν επίκαιρο προβληματισμό, καθώς σήμερα η αστική δημοκρατία διαγράφει πορεία πρωτόγνωρη για τις μεταπολεμικές γενιές. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι τα χαρακτηριστικά τής αστικής δημοκρατίας όπως διαμορφώθηκε στην μεταπολεμική Ευρώπη, ξεθωριάζουν και τη θέση τους παίρνουν τα τραπεζοοικονομικά μεγέθη, καθώς εμείς εδώ οι Ελλαδίτες, όσο και οι Κύπριοι αδελφοί μας αισθανόμαστε προδομένοι από την οικονομική συμπεριφορά στην οποία το τραπεζικό σύστημα μας εξώθησε και πιεσμένοι από την οικονομική συμπεριφορά που μας επιβάλλει.

Ξεκινώ την εισήγησή μου κατά αυτόν τον τρόπο, όχι με διάθεση να πολιτικολογήσω, αλλά γιατί έχω την αίσθηση ότι αν δεν συνειδητοποιηθεί αυτή η πλευρά της σχέσης πολίτη και εξουσίας, δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε την προσφορά της αστικής τάξης με εθνικά χαρακτηριστικά –καλύτερα των αστών με εθνικά χαρακτηριστικά που φιλοδόξησαν να οργανώσει την αστική πολιτεία στην Ελλάδα, αφήνοντας παρακαταθήκη σπουδαία στις επερχόμενες γενιές των πολιτών. Το αν και καταπόσον η παρακαταθήκη αυτή αξιοποιήθηκε είναι μια άλλη συζήτηση. Πάντως παρακαταθήκη υπήρξε, και μάλιστα πολύτιμη που συνίσταται σε θεσμούς και δομές που κατέστησαν ικανή την εκτόξευση της Ελλάδας από το κρατίδιο το προ των Βαλκανικών πολέμων σε εδαφική, πολιτική και πολιτιστική δύναμη υπολογίσιμη στον Ευρωπαϊκό και όχι μόνο χώρο.

Το παραπάνω θα προσπαθήσω να δείξω αναφερόμενος στην πολιτική που αναπτύχθηκε μετά την επανάσταση στου Γουδή και τον βασικό πρωταγωνιστή των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, και αξιοποιώντας ως παράδειγμα τη δράση εξεχόντων προσώπων της ελληνικής ιστορίας και ιδιαίτερα των δύο ανδρών που την παρουσία τους την αισθάνεται όποιος περπατήσει στους όμορφους δρόμους της Κηφισιάς, θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον Εμμανουήλ Μπενάκη και τον Στέφανο Δέλτα.

Το Δεκέμβρη του 1909 ο νέος πολιτικός από τα Χανιά, ο Βενιζέλος, γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα ταξίδευε για την Αθήνα προσκεκλημένος να αναλάβει την εξουσία. Την ημέρα εκείνη δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει την επίδραση που θα ασκούσε στη μετέπειτα πορεία της Ελλάδας. Ο ταπεινωτικός πόλεμος του 1897 είχε αφήσει για τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν, αλλά και για αρκετές ακόμη, ανεξίτηλες πληγές τόσο από πλευράς οικονομικής όσο και από πλευράς ηθικής. Η εθνική αξιοπρέπεια δύσκολα θα μπορούσε να ανακτηθεί, όσο κι αν το «αθάνατο κρασί του ‘21» ήταν ακόμα νωπό στα χείλη των Ελλήνων.
Η κατάσταση στην Ελλάδα την δεκαετία που ακολούθησε τον πόλεμο του 1897 ήταν ζωφερή. Η ηττοπάθεια μετά τη συντριβή από τον Οθωμανικό στρατό που έρριξε στο ναδήρ το ηθικό των Ελλήνων, συνοδεύτηκε από την επιβολή της Επιτροπής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, η οποία θα επιστατούσε στην καταβολή της πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία, καθώς και στη διευθέτηση του συνολικού δημόσιου χρέους, που είχε οδηγήσει λίγα χρόνια πρίν, το 1893, στην πτώχευση αναγγελόμενη από τον Χ. Τρικούπη με την περίφημη φράση «Δυστυχώς επτωχεύσαμε».

Η χώρα πορεύτηκε ως το 1909 χωρίς να συμβαίνουν σπουδαία πράγματα. Η εσωστρέφεια και ο πεσιμισμός χαρακτήριζαν την πολιτική και κοινωνική ζωή. Στην εξουσία εναλλάσσονταν δύο κόμματα: το τρικουπικό με αρχηγό το Γεώργιο Θεοτόκη και το δηλιγιαννικό με αρχηγό τον ίδιο το Θεόδωρο Δηλιγιάννη και, μετά τη δολοφονία του το 1905, τους διαδόχους του, Δημήτριο Ράλλη και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ηγέτες δύο διαφορετικών κομμάτων, καταγόμενων όμως από το δηλιγιαννικό κόμμα. Τίποτα το αξιοσημείωτο δεν έγινε όλα αυτά τα χρόνια εκτός από τις κάποιες ανορθωτικές, κυρίως στον οικονομικό τομέα, προσπάθειες των κυβερνήσεων Θεοτόκη. Η χώρα βρισκόταν σε πλήρη ανυποληψία. Και η αυξανόμενη οικονομική κρίση και η δυσπραγία κοινωνικών ομάδων, η συνεχής αποκάλυψη των αδυναμιών του παλιού πολιτικού κατεστημένου προκαλούν εντεινόμενη δυσαρέσκεια και δημιουργούν συνθήκες για την εκδήλωση αντιδράσεων και αναταραχών.

Τη λύση στα προβλήματα αυτά, που θα τα συνόψιζα με τη φράση «εθνική καταρράκωση», καλείται να δώσει ο δυναμικός νέος πολιτικός, που ήδη είχε κάνει αισθητή την παρουσία του στην πολιτική σκηνή με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας 1896-1913 και την επανάσταση στο Θέρισο το 1905, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος θέτοντας ως στόχο την απαγκίστρωση του κράτους από τον φθαρμένο –διάβαζε διεφθαρμένο- πολιτικό κόσμο της ευνοιοκρατίας, -μετά το κίνημα στου Γουδή- κάλεσε μέσω του Παμίκου Ζυμβρακάκη στις 23 Δεκεμβρίου του 1909 τον Χανιώτη πολιτικό να αναλάβει πολιτικός σύμβουλος. Ο Βενιζέλος αποδεχόμενος την πρόταση έφτασε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 1909 για να διαγράψει πορεία που επηρέασε καθοριστικά την ιστορία της Ελλάδας.

Γράφει ο ιστορικός Β. Κρεμμυδάς: «…Η κρίση η μεγάλη ήταν επί Τρικούπη στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Είχαμε όμως τότε μια καινούργια αστική τάξη στην Ελλάδα η οποία δεν το έβαλε στα πόδια όπως η σημερινή αλλά επένδυσε σε νέους τομείς της οικονομίας. Ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος (1898) που επεβλήθη στη χώρα δεν έκανε την κοινωνία να αισθανθεί δυστυχισμένη όπως σήμερα… Η (ήδη προσαρτημένη) Θεσσαλία που περίμεναν να λύσει το πρόβλημα επάρκειας της χώρας σε δημητριακά δεν το έλυσε ούτε κατά το ήμισυ. Αυτό γιατί η δομή της παραγωγής ήταν τσιφλικάδικη, είχαμε μια φεουδαρχική νησίδα μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό άλλαξε αργότερα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο». Και τους ανθρώπους που μάζεψε γύρω του και οργάνωσε το αστικό κράτος έτσι ώστε να προωθήσει την παραγωγική και πνευματική διαδικασία.

Στην προσπάθειά του αυτή ο Ελευθέριος Βενιζέλος κινητοποίησε δυνάμεις του οικονομικού και πνευματικού κόσμου εντός και εκτός της Ελλάδας. Η αναζήτηση πορείας εκσυγχρονισμού του κράτους και η αξιοποίηση του συνόλου του δυναμικού δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με λαό, ανθρώπινο δυναμικό, που στερούνταν των βασικών γνώσεων ανάγνωσης και γραφής. Η επιλογή του να στηρίξει το δημοτικισμό και να πλαισιώσει την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση στηριγμένος στην τριανδρία Γληνό-Δελμούζο-Τριανταφυλλίδη, δηλώνει την πολιτική του αποφασιστικότητα καθώς αυτός, ένας πολέμιος του κομμουνισμού, δεν δίστασε να κορφολογήσει ό,τι καλύτερο διέθετε τότε ο τόπος προκειμένου να επιτύχει το αποτέλεσμα που ήθελε και να τοποθετήσει σε θέση διευθυντή του διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως τον αριστερό Γληνό, στον οποίο αναθέτει το σχεδιασμό της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913 , ενώ το 1917 τον διορίζει Γραμματέα στο Υπουργείο Παιδείας (Το International Bureau of Education της UNESCO συμπεριέλαβε τον Γληνό μεταξύ των 100 πιο σημαντικών διανoουμένων, πολιτικών, δημοσιολόγων κ.λπ. όλου του κόσμου, που με το στοχασμό και τη δράση τους είχαν σημαντική συμβολή στην υπόθεση της εκπαίδευσης από την εποχή της αυγής του ανθρώπινου πολιτισμού έως τις μέρες μας). Δίπλα του ο δημοτικιστής Μανόλης Τριανταφυλλίδης και ο Αλέξανδρος Δελμούζος ο παιδαγωγός με όραμα και ευγενικό χαρακτήρα αποτέλεσε τον μοχλό αναμόρφωσης και ριζοσπαστικοποίησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. «Μεταρρύθμιση που δεν έγινε» θα ονομάσει την προσπάθεια ο Αλέξης Δημαράς, ενώ κατ’ άλλους σήμανε την άνοιξη της ελληνικής εκπαίδευσης που δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ.

Η προοπτική και στη συνέχεια η ένταξη των λεγομένων «νέων χωρών» στην ελληνική επικράτεια έθεσε νέες υποχρεώσεις στην αναπτυσσόμενη Ελλάδα. Η θωράκιση του εθνικού κράτους, σε μια ρευστή περίοδο για τα ευρωπαϊκά σύνορα και μάλιστα για τα Βαλκάνια, για τον επαναστάτη κρητικό πολιτικό, πέρναγε μέσα από την καταγραφή των σύγχρονων χαρακτηριστικών του έθνους και όχι με την επιχειρούμενη σύνδεση του νέου εληνισμού με την «ένδοξη αρχαιότητα». Στην επάνδρωση των πανεπιστημιακών εδρών, και μάλιστα σε εκείνων της Ιστορίας και της Νεοελληνικής και Αρχαιοελληνικής Γραμματείας κατά την περίοδο κυβερνήσεων του Βενιζέλου, επιστήμονες με κύρος και επαφή με το εξωτερικό, κλήθηκαν να αναλάβουν τη στήριξη της διαμόρφωσης του στίγματος του Νέου Ελληνισμού. Στην προσπάθεια αυτή καθοριστική πρέπει να θεωρηθεί η παρουσία του πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας Νικόλαου Πολίτη που το 1908 με την ίδρυση της Ελληνικής Λαογραφικςή Εταιρείας και το περιοδικό «Λαογραφία» (1909) συγκέντρωσε και πρόβαλε τον χαρακτήρα του σύγχρονου ελληνισμού. Πέρα όμως από την καταξίωση του πολιτιστικού πλούτου της υπαίθρου, ο Βενιζέλος προχώρησε στον αναδασμό με τον οποίο επιχείρησε να συγκράτησει τον πληθυσμό από ενδεχόμενη βίαιη αστικοποίηση, αναζωογονώντας παράλληλα την πρωτογενή παραγωγή. Η στήριξη όμως της αγροτιάς και της αγροτικής οικονομίας δεν περιορίστηκε σ’ αυτά. Δημιουργούνται, όπως θα δούμε πιο κάτω, θεσμοί στους οποίους η ελληνική οικονομία χρωστάει πολλά και στην υλοποίηση των οποίων η οικογένεια Μπενάκη και κατεξοχήν ο Εμμανουήλ Μπενάκης, έπαιξε καθοριστικό ρόλο.

Ο κατάλογος των επιχειρουμένων παρεμβάσεων στο κρατικό σύστημα και η πάλη που διεξηγέτο μεταξύ της ριζοσπασικής-ανανεωτικής δύναμης –προοδευτικής θα λέγαμε-που εκφραζόταν με το βενιζελισμό και εκείνης της συντήρησης που εκφραζόταν από την φιλοβασιλική παράταξη μακρύς. Μακρύς επίσης ο κατάλογος των ανθρώπων που η προσπάθεια αυτή ενέπνευσε και στρατεύθηκαν στην υπόθεση του ριζώματος του αστικού κράτους. Έλληνες της διασποράς σημαντικοί έμποροι και διανοούμενοι έσπευσαν να στηρίξουν την τιτάνια αυτή προσπάθεια.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αριστείδη Φουτρίδη από την Ικαρία, καθηγητή κλασικής φιλολογίας στο Harvard και Princeton, που με το κύρος του πρόβαλλε στις ΗΠΑ με διαλέξεις και συγγράμματα τον νέο ελληνισμό: Ο Παλαμάς κι ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, συνιστούσε τη θεματική διαλέξεων σε συλλόγους και πανεπιστημιακές αίθουσες, οδοιπορικά στον Όλυμπο και ξενάγηση στη Νέα Ελλάδα ήσαν περιζήτητα άρθρα σε περιοδικά, η έκδοση με μεταφρασμένα στην Αγγλική ελληνικών λαϊκών παραμυθιών σταθμός στην σημαντική συμβολή στην προσπάθεια προβολής των όσων συνέβαιναν σ’ αυτή τη γωνιά της γης. Τον Φουτρίδη, αυτόν τον πρεσβευτή του Ελληνισμού, ο Βενιζέλος καλεί το 1919 επιμόνως να εγκαταλείψει τις παροχές, τις ανέσεις και τήν επιστημονική προοπτική που του παρείχε η θέση του στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ προκειμένου επιστρέψει στην μητέρα Ελλάδα και να βοηθήσει την ανόρθωση του σύγχρονου αστικού κράτους. Η επιστροφή του ματαιώνεται εξαιτίας της λόγω του εκλογικού νόμου εκλογικής ήττας του Βενιζέλου την 1 Νοεμβρίου του 1920.

Η περίπτωση Φουτρίδη, άγνωστη στους περισσότερους από εσάς, είναι μια περίπτωση που αξίζει τον κόπο να ερευνηθεί. Εξίσου όμως, όσο κι αν ξενίσει, χρειάζεται να ερευνηθεί στην ιστορικής της διάσταση η περίπτωση Εμμανουήλ Μπενάκη και της οικογενείας του με ξεχωριστή μορφή το γαμπρό του Στέφανο Δέλτα.

Η καταγωγή του πατριάρχη Εμμανουήλ Μπενάκης χάνεται πίσω στους αιώνες και κάποια σημεία του νήματος τον συνδέουν με τον πειρατή και πρώτο μπέη της Μάνης τον 17ο αιώνα, τον Γερακάρη Λιμπεράκη και τον Παναγιώτη Μπενάκη, προεστό της Καλαμάτας και πρωτεργάτη της επαναστατικής κίνησης γνωστής ως Ορλωφικών που εκδηλώθηκε στο τέλος του 18ου αιώνα (1770). Μετά την αποτυχία της επανάστασης αυτής, η οικογένεια Μπενάκη κάτω από την απειλή τιμωρίας από πλευράς των Τούρκων εγκαταλείπει τα πάτρια εδάφη της Νότιας Πελοποννήσου και μέλη της συναντώνται στη Χίο κι από εκεί, μετά την καταστροφή της Χίου το 1822, μεταναστεύουν στη Σύρο, όπου και γεννιέται ο Εμμανουήλ πριν 170 χρόνια, το 1843.

Ίσως δεν είναι τυχαία η πολιτική και προσωπική σχέση που αναπτύσσει δεκαετίες αργότερα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά να οφείλεται εν πολλοίς στη βρετανική παιδεία που απέκτησε κατά την παραμονή του στη γηραιά Αλβιώνα: ο Εμμανουήλ Μπενάκης παρακολουθεί εμπορικές σπουδές στο Μάντσεστερ και αποκτά τα απαραίτητα εφόδια για να αναπτύξει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Τα πρώτα του βήματα στο πεδίο του εμπορίου θα τα κάνει το 1865 ως υπάλληλος του εμπορικού οίκου Σκυλλίτση στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος (1861-1865) προκάλεσε κρίση στο εμπόριο προϊόντων από τις ΗΠΑ, με αιχμή την εμπορία μπαμπακιού. Το κενό έρχεται να καλύψει η Αιγύπτος που αναδεικνύεται σε σημαντική βαμβακοπαραγωγική δύναμη με σημαντικό λιμάνι. Εκεί δραστηριοποιούνται από τα μέσα του 19ου αιώνα έλληνες έμποροι μεταξύ των οποίων και ο Εμμανουήλ Μπενάκης που το 1868 με τον αδερφό του Λουκά (θυμηθείτε το Θείο Λουκά του Τρελλαντώνη), εμπορεύεται βαμβάκι.

Ο γάμος του με τη Βιργινία Χωρέμη το 1870, ανοίγει νέους ορίζοντες στις εμπορικές δραστηριότητες των οικογενειών Μπενάκη-Χωρέμη: η εταιρία του Μπενάκη ενοποιείται με την «Xωρέμης-Melhor και Σία» , στην οποία δραστηριοποιείτο ο αδελφός της Βιργινίας και προκύπτει ο εμπορικός οίκος «Xωρέμης- Μπενάκης και Σία». Αντικείμενο της εταιρίας είναι η επεξεργασία και η εξαγωγή βάμβακος, και στις αρχές του 20ου αιώνα καταγράφεται ως πρώτη στις εξαγωγές σε χώρες που απλώνονται από τη Γαλλία και τη Ρωσία ως τις Ινδίες και την Ιαπωνία. Υποκαταστήματα της εταιρίας συνατάμε σε Τεργιέστη, Λίβερπουλ, Λονδίνο, στις Ινδίες και αργότερα (1916) στη Φρανκφούρτη, αλλά και στην ίδια την Αίγυπτο, αγοράζοντας για παράδειγμα το εκκοκκιστήριο Ροδοκανάκη στο Ζαγαζίκ της Κάτω Αιγύπτου.

Η δραστηριότητα του εμπορικού οίκου δεν σταματά να αναπτύσσεται και το 1905 ιδρύεται η εταιρεία Associated Cotton Ginners of Egypt Ltd που ουσιαστικά αφορούσε τη σύμπραξη 16 εργοστασίων εκκοκκισμού με στόχο την επέκταση των δραστηριοτήτων τους μέσω συμμαχιών με ευρωπαϊκές εμπορικές εταιρίες. Ενώ, μια ακόμη επέκταση του οίκου μπορεί να θεωρηθεί όταν έπειτα από το γάμο της εγγονής του Μπενάκη με τον μεγαλέμπορο Κότσικα, που δραστηριοποιούταν στο Κάιρο με εμπορικό του αντικείμενο το οινόπνευμα, ο οίκος πια άλλαξε και πάλι σε «Xωρέμης- Μπενάκης -Κότσικας» δημιουργώντας ένα παγκόσμιας αξιοπιστίας εμπορικό δίκτυο.

Και φαίνεται πως ο οίκος και τα στελέχη του, έχαιραν του σεβασμού και της αιγυπτιακής κυβέρνησης, η οποία αναγνώριζε τη σημαντική εκσυγχρονιστική συμβολή γενικά των Ελλήνων στον αιγυπτιακό χώρο, με κορυφαία στιγμή αυτής της αναγνώρισης, το γεγονός κατά το οποίο η αιγυπτιακή κυβέρνηση ζητάει από τον Μπενάκη να συμμετάσχει στην Αιγυπτιακή Επιτροπή Βάμβακος. Και αυτό γιατί ο Μπενάκης είχε ασχοληθεί αρκετά με τη συστηματική οργάνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Αίγυπτο διατελώντας είτε πρώτος πρόεδρος του νεοσυσταθέντος Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αλεξάνδρειας- από το 1901 έως το 1909- είτε μέλος της ( Xεδιβικής) Γεωργικής Εταιρείας Kαΐρου.

Η αναφορά στην εξάπλωση των εμπορικών δραστηριοτήτων του Εμμανουήλ Μπενάκη στο διεθνές εμπορικό στεραίωμα, είναι απαραίτητη για να ερμηνευθεί ή- καλύτερα- να αξιολογηθεί η προσφορά του στην προσπάθεια θεμελίωσης του αστικού κράτους στην Ελλάδα. Όπως στα δικά του μέτρα ο επιστήμονας διεθνούς κύρους Φουτρίδης το 1919 πρόθυμα δέχτηκε να εγκαταλείψει το σίγουρο περιβάλλον του Princeton για να στηρίξει την προσπάθεια του Βενιζέλου έτσι και ο Μπενάκης, μετά την επιβολή των αρχών του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909 και την άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα, εγκαταλείπει τα κοσμοπολίτικα κέντρα και το σίγουρο εμπορικό περιβάλλον, για να εγκατασταθεί στην φτωχή Αθήνα με την οικογένειά του, τη σύζυγό του Βιργινία Χωρέμη και τα παιδιά του Αντώνη (το γνωστό Τρελλαντώνη και ιδρυτή του Μουσείου Μπενάκη), τον Αλέξανδρο, την Αλεξάνδρα, την Αργίνη και την Πηνελόπη, που αργότερα θα πρωταγωνιστήσει στην ελληνική λογοτεχνία γράφοντας παιδικά μυθιστορήματα.

Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξουμε ότι δεν ήταν η εγκατάσταση της οικογενείας Μπενάκη στην Αθήνα που συνέπεσε με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από το Βενιζέλο, αλλά η άνοδος του Χανιώτη πολιτικού στην εξουσία αποτέλεσε αιτία της κίνησης αυτής. Η φιλία ή, καλύτερα, η εκτίμηση που ο Μπενάκης έτρεφε προς τον κατά 20 χρόνια νεότερό του Βενιζέλο είναι κατά πολλούς τρόπους μαρτυρημένη. Ακόμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Μπενάκης όχι απλώς παρακολουθούσε αλλά ενδεχομένως και να ενίσχυε την πολιτική και επανασταστική δράση του Βενιζέλου στην Κρητική Πολιτεία (1896-1910) και την εκλογή του στην πρωθυπουργία του Ελληνικού Κράτους το 1910.

Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προθυμία του οικονομικά πανίσχυρου Μπενάκη και η άμεση αντίδρασή του να εγκατασταθεί στην Αθήνα αμέσως μετά την εκλογή του Βενιζέλου. Σαν έτοιμος από καιρό έρχεται να θέσει υπό τις εντολές του Βενιζέλου όχι μόνον τον εαυτό του και την περιουσία του αλλά και όλη του την οικογένεια.

Παρακολουθώντας το ιστόγραμμα των παρεμβάσεων της οικογενείας Μπενάκη στην Ελληνική κοινωνία, γίνεται φανερό ότι πίσω από κάθε κίνηση υπήρχε συγκεκριμένη στόχευση υπήρχε πολιτική και εθνική σκοπιμότητα. Οι κύριοι τομείς στους οποίους στήριξαν την πολιτική τους οι κυβερνήσεις Βενιζέλου ήταν εκείνοι της εργασίας, κοινωνικής πολιτικής, υγείας, πρόνοιας, εκπαίδευσης και γεωργίας. Σε όλους αυτούς τους τομείς βλέπουμε την οικογένεια Μπενάκη να δραστηριοποιείται ποικιλοτρόπως.

Στις εκλογές του Αυγούστου του 1910 ο Εμμανουήλ Μπενάκης στηρίζει το κόμμα των Φιλελευθέρων και εκλέγεται βουλευτής Αττικοβοιωτίας και κατά το σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης του Βενιζέλου είναι εκείνος που θα αναλάβει το έργο της ανασυγκρότησης της οικονομίας στον αγροτικό βιομηχανικό και εμπορικό τομέα, αναλαμβάνοντας το νεοσύστατο Υπουργείο Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Λίγο αργότερα του ανατίθεται να οργανώσει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Στην υπουργική θέση θα παραμείνει ως το 1914, έτος κατά το οποίο εκλέγεται δήμαρχος Αθηνών προσφέροντας από άλλη πολιτική θέση τις υπηρεσίες του στην επιχειρούμενη ανασυγκρότηση του κράτους. Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία: ο διορατικός κρης πολιτικός διέβλεπε την αναγκαιότητα να αναδειχθεί ένα νέο και πιο σύγχρονο πρόσωπο στην πρωτεύουσα με ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά και ο πιο κατάλληλος ήταν ο κοσμογυρισμένος και καλλιεργημένος Εμμανουήλ Μπενάκης. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το 1914 θα επιλεγεί να θητεύσει ως δήμαρχος των Αθηνών. Η θητεία του θα διαρκέσει μόλις δύο χρόνια λόγω της έντασης που προκάλεσε η σύγκρουση του Βενιζέλου με το παλάτι σχετικά με τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η χώρα στο Μεγάλο Πόλεμο, ένταση που κλιμακώθηκε με την δημιουργία της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης το Σεπτέμβριο του 1916 και την επέμβαση των των μεγάλων δυνάμεων.

Το αντιβενιζελικό μένος των παλατιανών δεν εξαιρεί τον Εμμανουήλ Μπενάκη που ως δηλωμένος βενιζελικός προπηλακίζεται, κακοποιείται και φυλακίζεται και το 1920 ακολουθεί το Βενιζέλο στην «εξορία», αρχικά στη Νίκαια και έπειτα στο Παρίσι, από όπου θα γυρίσει οριστικά το 1924.

Η προσφορά του Εμμανουήλ Μπενάκη στην θεμελίωση του σύγχρονου κράτους δικαίου και προνοίας με τα χαρακτηριστικά της αστικής δημοκρατίας, δεν περιορίστηκε στη συμβολή του από τη θέση του Υπουργού Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας στην επίλυση του δύσκολου προβλήματος της αποκατάστασης των ακτημόνων της Θεσσαλίας, της κατοχύρωσης των εργατικών δικαιωμάτων το 1911. Στη διάθεση της κοινωνίας έθεσε εαυτόν και εαυτά.

Η πρόθεση του Εμ. Μπενάκη για προσφορά και συνεισφορά στα κοινά, γίνεται φανερή από την εποχή της διαμονής του στην Αλεξάνδρεια: Τότε αναλαμβάνει πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας και επί προεδρείας του η Κοινότητα επιδόθηκε σε πλήθος φιλαναθρωπικών ενεργειών, ενώ τότε υλοποιούνται πολλά έργα με πιο σημαντικό ίσως την ίδρυση της τεχνικής –εμπορικής σχολής που πήρε το όνομα Σαλβάγειος Σχολή. Η στήριξη μάλιστα στην Ελληνική Κοινότητα Αλεξάνδρειας δεν σταματάει με την επιστροφή του στην Ελλάδα. Τουναντίον, συνδρομές μεγάλου ύψους στέλνονται, ενώ στη μνήμη της συζύγου του θα διαθέσει μεγάλη δωρεά, όπως και αργότερα στη διαθήκη του θα συμπεριλάβει την Κοινότητα.

Η προσφορά του όμως στο ανασυντασσόμενο ελληνικό κράτος ξεπερνούσε το πλαίσιο της συνεισφοράς και της φιλανθρωπίας. Ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του (17) Μπενάκειου Παιδικού Ασύλου, στην ίδρυση επαγγελματικών σχολών, του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, του Κολλεγίου Αθηνών και της Σχολής Νοσοκόμων του Ερυθρού Σταυρού, στην ενίσχυση της βιβλιοθήκης E. Renan ή της Μπενακείου βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και στην αποκατάσταση προσφυγικών πληθυσμών μετά τη μικρασιάτικη καταστροφή. Όλα τα παραπάνω ήσαν ιδρύματα που συμπλήρωναν την προσπάθεια διαμόρφωσης πλαισίου κράτους προνοίας και οικονομικού προγραμματισμού, σύμφωνα με τα πρότυπα των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών. Πρόνοια-υγεία-παιδεία-οικονομία και πρωτογενής παραγωγή-αξιοκρατία: εκεί στόχευε η πολιτική του Βενιζέλου, στα σημεία εκείνα παρενέβη η οικογένεια Μπενάκη.

Οι Κηφισιώτες γνωρίζετε το Μπενάκειο Παιδικό Ίδρυμα. Ιδρύθηκε το 1926 όταν ένα τραγικό συμβάν –ο άδικος χαμός δύο παιδιών (το ένα το χτύπησε αυτοκίνητο τό άλλο κατάπιε δηλητήριο)- ανακίνησε το πρόβλημα της φύλαξης των παιδιών εργαζόμενων μητέρων και το πρόβλημα ενημέρωσής τους σχετικά με την ανατροφή των παιδιών τους. Η ευαισθησία του Μπενάκη, απέναντι στα παιδιά και απέναντι στο δικαίωμα της γυναίκας για εργασία τον οδήγησε στην ίδρυση του Μπενακείου Παιδικού Ασύλου, προσφέροντας τμήμα του κτήματος του και ποσό για την ανέγερση του κτιρίου που κάλυπτε τις ανάγκες του Ιδρύματος. Στις 2 Ιουλίου 1930 το Μπενάκειο έγινε και επίσημα αυτοτελές Ίδρυμα και απέκτησε Καταστατικό. Σύμφωνα με αυτό σκοπός του ήταν (και εξακολουθεί να είναι) «η διημέρευσις παιδιών προσχολικής ηλικίας, μητέρων αι οποίαι αποζούν εκ της εργασίας των, απόρων οικογενειών και ορφανών κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου». Ανάμεσα σε εκείνους που συνέβαλαν οικονομικά στο έργο του Ιδρύματος ήταν και η κόρη του Πηνελόπη Δέλτα, που τον Νοέμβριο του 1933 δώρισε στο Ίδρυμα ένα τμήμα της παρακείμενης ιδιοκτησίας της ώστε να παίζουν τα παιδιά και πρόσφερε ένα σημαντικό ποσό για την εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης και λουτρών. Πρόκειται για ένα υποδειγματικό ίδρυμα, που έμπρακτα υποδείκνυε το πώς έπρεπε να λυθεί το πρόβλημα της ανατροφής των ελληνοπαίδων και πώς να προστατευθεί ηγυναικεία εργασία.

Το 1929 ένα άλλο ίδρυμα ξεφυτρώνει στη γειτονιά σας: πρόκειται για το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, «το πρώτο ιδρυθέν ερευνητικό Ινστιτούτο της χώρας». Πρόκειται ίσως για το σπουδαιότερο απόκτημα της χώρα την εποχή εκείνη –και όχι μόνον-: ήδη από την ίδρυσή του στελεχώνεται από επιστήμονες με εξαιρετικές σπουδές πάνω στα γεωργικά θέματα. Το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου δικαίου και εποπτεύεται από το Υπουργείο Γεωργίας. Το ίδρυμα που αποτέλεσε την κορωνίδα του σχεδιασμού της γεωργικής πολιτικής που επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου σχεδίασε ως υπουργός ο Εμ. Μπενάκης, υπήρξε η τελευταία αλλά και κορυφαία προσφορά του Μεγάλου Ευεργέτη προς τους Έλληνες: η ίδρυσή του πραγματοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο του θανάτου του: με Διάταγμα του 9ου του 1930 κυρώθηκε η από 1.7.1930 Σύμβαση Δωρεάς μεταξύ του Υπουργού της Γεωργίας και των εκ διαθήκης κληρονόμων του Εμμανουήλ Μπενάκη. Η σύναψη της σύμβασης αυτής επετράπη με το από 11.5.1929 Νομοθετικό Διάταγμα, που κυρώθηκε με το Νόμο 4160/1929. Η σύμβαση δωρεάς προέβλεπε ως όρο τη σύσταση του ΜΦΙ με μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ).Τα εγκαίνια της λειτουργίας του έγιναν την 1η Ιουλίου 1931 από τον τότε Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Μέχρι σήμερα, προστετευόμενο από τον ιδρυτικό του νόμο, κατόρθωσε σε πείσμα των πολιτικών αναταραχών και ρουσφετολογικών συνδρόμων της ελληνικής διοίκησης να διατηρήσει το υψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσίων, παροχής στήριξης στην ελληνική γεωργία με τα ερευνητικά προγράμματα και την καθοδήγηση που προσφέρει στον έλληνα αγρότη. Διαθέτει ευρεία επιστημονική βάση σε θέματα φυτοϋγείας, φυτοπροστασίας, εκτίμησης επικινδυνότητας και ασφαλούς χρήσης γεωργικών φαρμάκων για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, ασφάλειας των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων. To ΜΦΙ με τη συσσωρευμένη και την εξειδικευμένη γνώση του παρέχει υπηρεσίες που το καθιστούν θεματοφύλακα της ποιότητας, της ασφάλειας και της αειφορικής ανάπτυξης στη γεωργία με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον και στον άνθρωπο, υποστηρίζοντας την ελληνική κοινωνία και την οικονομία.

Στο site του ιδρύματος διαβάζουμε: «Ο Εμμανουήλ Μπενάκης (1843-1929) ήταν πολιτικός, στενός φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, με το κόμμα του οποίου εκλέχτηκε, το 1910, βουλευτής. Διετέλεσε Υπουργός Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας και θεμελίωσε το οικοδόμημα των γεωργικών υπηρεσιών, μεταξύ άλλων δε την Υπηρεσία Φυτοπαθολογίας. Το 1923 ανέλαβε να ανεγείρει με δικές του δαπάνες Ερευνητικό Ινστιτούτο παροχής φυτοπαθολογικών υπηρεσιών σε ιδιόκτητο οικόπεδο στο Στροφύλι Κηφισιάς και να του εξασφαλίσει πλήρη εξοπλισμό. Έτσι, το 1924 θεμελιώθηκε, το 1929 ιδρύθηκε (Ν. 4160/1929, ΦΕΚ 198 Α’) και το 1931 εγκαινιάσθηκε το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο ως επιστημονικός υποστηρικτής του Υπουργείου Γεωργίας στη μελέτη και παροχή επιστημονικής στήριξης επί των φυτοπαθολογικών ζητημάτων της χώρας με σκοπό τη διάδοση προς τους γεωργούς των μέτρων και μέσων προστασίας της παραγωγής τους. Εκτός του Ινστιτούτου προέβη σε πλήθος δωρεών (νοσοκομεία, περίθαλψη προσφύγων, εκπαιδευτικά ιδρύματα, βιβλιοθήκη, μουσείο) και η πολιτεία τον ανακήρυξε Εθνικό Ευεργέτη.»

Έχοντας στο νου μας τα παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τυχαίο το ότι η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας συνέπεσε την ίδια εκείνη εποχή και το ότι σ’ αυτήν ενεπλάκη ο γαμπρός του Εμ. Μπενάκη, Στέφανος Δέλτας που διετέλεσε πρώτος της διοικητής.

Η Αγροτική Τράπεζα ιδρύθηκε στις 26 Ιουνίου 1929 με πρωτοβουλία του «έντιμου» της ελληνικής πολιτικής ζωής, Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Πρόκειται για κίνηση με την οποία ο αγροτικός σχεδιασμός της Κυβέρνησης Βενιζέλου, αναζητούσε λύσεις ώστε η ελληνική γεωργία να ξεφεύγει από το ανταλλακτικό πλαίσιό της. Η χρηματοδότηση και η καθοδήγηση των αγροτών στην προώθηση των προϊόντων ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη του στόχου εκσυγχρονισμού της ελληνικής γεωργίας. Η Αγροτική από την ίδρυσή της δεν λειτουργούσε με καθαρά τραπεζικούς κανόνες, εξαιρουμένων των τελευταίων χρόνων της ζωής της, που επιχείρησε να ανοιχθεί σε εμπορικές συναλλαγές. Περισσότερο αποτελούσε τον χρηματοδοτικό βραχίονα του υπουργείου Γεωργίας και δεν δίσταζε ακόμα και να προβεί σε διαγραφή χρεών, προκειμένου να στηρίξει τους αγρότες. Για την περίοδο εκείνη και για το σκοπό της ίδρυσής της η Αγροτική επετέλεσε μεγάλο έργο και υπήρξε, μαζί με το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, μεγάλο στήριγμα της γεωργικής παραγωγής, της βασικής πρωτογενούς παραγωγής και της ελληνικής οικονομίας.

Η παρουσία του Δέλτα στην κοινωνική σκηνή όμως δεν σημαδεύτηκε από την καθοριστική συμβολή του στην ίδρυση και οργάνωση της Αγροτικής. Ο Στέφανος Δέλτα, με την απλόχερη στήριξη του πεθερού του υπήρξε για τα ελληνικά πράγματα ένας από τους βασικούς συντελεστ της προσπάθειας μεταρρύθμισης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και της παιδαγωγικής σκέψης. Η Ίδρυση του Κολλεγίου το 1927 έρχεται να συμπληρώσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό που άφησε η καταστροφή της Σμύρνης και οι διωγμοί στην Κωνσταντινούπολη. Τα εκεί κολλέγια και οι σχολές, στα οποία φοιτούσαν πλήθος ελλαδίτες και επτανήσιοι στελεχόνοντας στη συνέχεια το οικονομικό δυναμικό των ελλήνων, περνούσαν κρίση. Οι πολιτικές αναταράξεις, επίσης, στο ελληνικό κράτος αποδείχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να κρατήσουν έξω από τις διαφαινόμενες διαμάχες την παιδεία και τα προγράμματά της (καύση βιβλίων, Ευαγγελικά,Μαρασλιακά, Δίκη Ναυπλίο, Δίκη των τόνων). Αυτές ήσαν οι συνθήκες που οδήγησαν στην ίδρυση ενός σχολείου, το οποίο ο ιδρυτικός του νόμος το προστατεύει από κάθε πολιτική επιβουλή, που παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις στην παιδεία και έχει ως στόχο να προετοιμάσει άξια στελέχη που θα επανδρώσουν την οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου. Το Κολλέγιο εγκαινίασε ο Ελ. Βενιζέλος, που δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ήταν ίσως ο πρώτος γόνος μικροαστικής οικογένειας που οδηγήθηκε, λόγω των ικανοτήτων του στην εξουσία. Επόμενο λοιπόν και το ίδρυμα που απλόχερα προικοδότησαν ο Μπενάκης και ο Δέλτας και εγκαινίασε ο Βενιζέλος να είχε ως αρχή την ανάδειξη των καλυτέρων ανεξάρτητα καταγωγής γεωγραφικής κοινωνικής, οικονομικής. Στην άρση του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού έρχεται να συμβάλει το οικοτροφείο και το ταμείο υποτροφιών του Κολλεγίου, δημιούργημα της Πηνελόπης Δέλτα. Τη φιλοσοφία και τις αρχές του Κολλεγίου (22) εκθέτει στο προοδευτικό περιοδικό «Εργασία» ο Στέφανος Δέλτας, κινούμενος στις αρχές της μαθητοκεντρικής εκπαίδευσης, του σεβασμού της προσωπικότητας του μαθητή, και της δυνατότητας αυτοοργάνωσης της μαθητικής κοινότητας. Προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα τη σκέψη των Γληνού-Δελμούζου και παίρνοντας ως παράδειγμα την θλιβερή κατάληξη ανάλογου εγχειρήματος του παρθεναγωγείου του Βόλου, ο Μπενάκης και ο Δέλτας κατόρθωσαν με τον ιδρυτικό νόμο του Κολλεγίου να θωρακίσουν το κορυφαίο εκπαιδευτικό ιδρυμα από κάθε είδους πολιτικές επιβουλές.
Σταματώ εδώ και αφήνω τη συνέχεια σε σας και στη συζήτηση, με τελευταία υπόμνηση: Ο Μπενάκης, ο Δέλτας και όσοι άλλοι προσέφεραν τον εαυτό τους και την περιουσία τους στην οργάνωση του κράτους και τη θεμελίωση της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα, κινήθηκαν με βαθιά πολιτική σκέψη και στρατεύθηκαν χωρίς προκαταλήψεις για το κοινό καλό παραμερίζοντας κάθε είδους ιδιοτέλεια.

Ως επίλογος:
«Με τα ποσά που δίνω και έδωσα στο Κολλέγιον Αθηνών δεν σας μένουν παιδιά μου μεγάλα πράγματα να μοιρασθείτε, πολύ λίγα μάλιστα, αλλά έτσι που σας ξέρω, είμαι βέβαιος που δεν θα μου το προσάψετε ως έλλειψη απέναντί σας. Και εσείς όπως και εγώ πιστεύετε πως η κοινωνία όπου ζούμε, είναι κι αυτή συγκληρονόμος μας ή και συνιδιοκτήτης της περιουσίας μας, για πολλούς λόγους που δεν είναι ώρα και τόπος να αναπτύξω. Το ποσοστό κοινωνικής συνιδιοκτησίας δεν είναι ωρισμένο και ως ότου ορισθή εξαρτάται από την κρίση του καθενός. Πέρασα το όριο; Ο καθένας κρίνει διαφορετικά. Παλιό μου όνειρο ήταν να συντελέσω στην εκπαίδευση των ελληνοπαίδων. Αυτό μ’ έσπρωξε να συνεργασθώ και να συντελέσω χρηματικώς στην οικοδόμηση του Κολλεγίου Αθηνών… αλλά δυστυχώς με τον ξεπεσμό των χαρτιών δεν ξέρω τι θα σας μείνει. Και αυτό με εμποδίζει να κληροδοτήσω και μερικά άλλα που θα ήθελα…»

Απόσπασμα από τις τελευταίες θελήσεις του Δέλτα (πριν μερικά χρόνια μου έθεσε υπόψιν ο νυν πρόεδρος του Κολλεγίου και δισέγγονος του Δέλτα, Αλ.Σαμαράς) εκφραστή πολιτικής σκέψης που έβλεπε πέρα και πάνω από προσωπικά συμφέροντα. Εκπροσώπου μιας ιδιαίτερης τάξης αστών που εννοούσαν την κοινωνία «συγκληρονόμο» και «συνιδιοκτήτη», που προσδοκούσαν και επεδίωκαν από το κράτος δικαίου να καθορίσει το ποσοστό της κοινωνικής συνιδιοκτησίας, που έβλεπε την πνευματική καλλιέργεια ως υπέρτατο αγαθό.