* από την παρουσίαση του βιβλίου των Αλέξη Δημαρά-Βάσως Βασιλού-Παπαγεωργίου ( Ελευσίνα, 16/12/2010)

Από το κοντύλι στον υπολογιστήΑπό το κοντύλι στον υπολογιστή

Όταν πριν περίπου δύο χρόνια, ο Αλέξης Δημαράς με ειδοποίησε πως στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ με περίμενε ένας τόμος «από το κοντύλι στον υπολογιστή», ήδη γραφόταν ο πρόλογος μιας νέας εποχής στην εκπαίδευση: λίγους μήνες μετά, ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων υπογράφει την εγκύκλιο σύμφωνα με την οποία κάθε μαθητής και μαθήτρια της Α΄ Γυμνασίου του σχολικού έτους 2009-2010, θα παρελάμβανε από ένα note book εφοδιασμένο με εκπαιδευτικά λογισμικά και «σενάρια». Οι εσπευσμένες εκλογές δεν επέτρεψαν στον υπουργό να χειριστεί ο ίδιος το εγχείρημά του. Τα note books ωστόσο μοιράστηκαν και κάποιοι εκπαιδευτικοί -φιλόλογοι, βιολόγοι, μαθηματικοί, αρκετοί αν κρίνει κανείς από το πλήθος των αναρτήσεων  στο διαδίκτυο, δοκίμασαν την εφαρμογή τους και αξιολόγησαν τη χρήση τους, αξιολόγηση που δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε από τη νέα ηγεσία του υπουργείου παρ’ όλο που πλέον προχωράμε ακάθεκτοι προς το «ηλεκτρονικό σχολείο».

Και  όλοι ακούσαμε τον ίδιο τον πρωθυπουργό πριν από λίγους μήνες να πρόβαλλει από τη Λήμνο την ηλεκτρονική τάξη. Και για του λόγου το αληθές τον Φεβρουάριο που μας έρχεται, σε όλες τις τάξεις της Β΄ Γυμνασίου όλων των σχολείων της χώρας θα αναρτηθούν διαδραστικοί πίνακες, αφήνοντας πίσω το κοντύλι, τους γεωφυσικούς και ιστορικούς χάρτες, τις διαφάνειες, τα επιδιασκόπια με τις χειρόγραφες σημειώσεις των δασκάλων στις ζελατίνες, ακόμα και τα βιβλία και τα τετράδια.

Το καταλάβαμε δεν το καταλάβαμε, αφήσαμε πίσω το κοντύλι και περάσαμε στον υπολογιστή, στο διαδίκτυο, στη ηλεκτρονική διάδραση… αλλαγές μπροστά στις οποίες άλλοι στεκόμαστε επιφυλακτικοί, άλλοι αναζητούμε τρόπους να ενσωματώσουμε τις δυνατότητες της τεχνολογίες στη διδακτική μας. Μένει να δούμε μια σοβαρή διαδικασία αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των καινοτόμων αυτών πρακτικών.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό, προκειμένου να είμαι σύμφωνος προς τον τίτλο και το περιεχόμενο του βιβλίου,  να μοιραστώ μαζί σας κάποιες στιγμές από την πρώιμη μαθητική μου θητεία: φοίτησα στην 1η δημοτικού στο «70ο πρότυπο δημοτικό σχολείο» Αθηνών, επονομαζόμενο του Μπούρα από το όνομα του πρώτου διευθυντή του –όπως συνηθιζόταν να ονομάζουν τα σχολεία τότε.

Στα βαριά ξύλινα θρανία της αίθουσας στoιβαγμένοι τρεις-τρεις οι μαθητές και οι μαθήτριες, με τα χέρια σταυρωμένα –δεν υπήρχε άλλωστε και πολύς χώρος για να κουνηθείς- παρακολουθούσαν τη δασκάλα, την κα Ντίνα Σταμούλη, που από το ψηλό ξύλινο βάθρο της έδρας έλεγχε τα 70 κεφάλια της τάξης.  Η κιμωλία έθριβε γεμίζοντας με λευκές στάμπες τις μπλε ποδιές μας, ο χάρακας στα χέρια της δασκάλας λειτουργούσε ως δείκτης στον τριμμένο γεωφυσικό χάρτη και ως εργαλείο παιδαγωγικής προσγειονώμενος στις ανοικτές παλάμες μας. Στην ταράτσα του κτηρίου ανεβαίναμε για το μάθημα της Πατριδογνωσίας: Ο Υμηττός ανατολικά, η Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος νότια, η Βουλή των Ελλήνων, όπου παλιά κατοικούσε ο βασιλιάς  Όθωνας με την Αμαλία, και ο Λυκαβηττός, το όρος Αιγάλεω, όπου ο Ξέρξης… –τόσο οικεία όλα αυτά που μας έλεγε, τόσο κοντινά! τα βλέπαμε…

Το σχολείο μας είχε και ύμνο σε στίχους –ίσως και μουσική- του δάσκαλου μας Παπαντωνίου

Κάτω απ’ το φως του Παρθενώνα -του Παρθενώνα-

λάμπει σα χελιδονοφωλία –χελιδονοφωλιά-

το ξακουστό μου το σχολείο -το σχολειό-

το αγαπημένο και καλό –και καλό-.

Σχολειό μου εβδομηκοστό –εβδομηκοστό…,

ύμνος που, στεντoρία τη φωνή, τραγουδούσαμε στις επίσημες ημέρες.

Το σχολείο μας είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό Τεχνικά Χρονικά ως υπόδειγμα σχολικού κτιρίου και είναι πανομοιότυπο με εκείνο του Δημοτικού Σχολείου Καλλιθέας, που φιγουράρει στη σελίδα 110 του τόμου τον οποίο σήμερα τιμούμε. Τα σχέδια, όπως πληροφορεί η λεζάντα, είναι «του μαθητή του Πικιώνη, Πατρόκλου Καραντινού…που χαρακτηρίστηκε ως ο σημαντικότερος ίσως αρχιτέκτονας που έσκυψε με φροντίδα στον τομέα των σχολικών κτιρίων». Κτίρια σαν κι αυτό μπορεί κανείς να συναντήσει σ’ όλη την Ελλάδα και ιδρύθηκαν, όπως πληροφορούσε μέχρι πριν λίγα χρόνια τον περαστικό η αναρτημένη πλάκα στο βορεινό τοίχο του 70ου Δημοτικού, «επί υπουργείας Γεωργίου Παπανδρέου». Η ταμπέλα σε κάποια ανακαίνιση του κτιρίου αποκαθηλώθηκε. Κι αναρωτιέται κανείς γιατί; Γιατί τέτοια απέχθεια κι απαξίωση για τα μικρά σημάδια που υπαινίσσονται στον καθημερινό άνθρωπο, στον περαστικό κάτι από την ιστορία των κτηριών, των θεσμών. Γιατί τέτοιο μένος να απαλειφθεί όποιο ίχνος ταυτότητας –και νομίζω θα συμφωνήσουμε όλοι πως τα σχολεία εκείνα, στους δίσεχτους χρόνους της ελληνικής κοινωνίας  είχαν ταυτότητα. Αυτή ακριβώς η ταυτότητα των ελληνικών σχολείων, της ελληνικής εκπαίδευσης που κινδυνεύει να απωλεσθεί, διασώζεται με φροντίδα στον τόμο «από το κοντύλι στον υπολογιστή».

Φίλες και φίλοι,

Καθένας και κάθε μία έχει τις προσωπικές του εικόνες και εμπειρίες, αντλημένες από τη δική του εποχή αθωότητας: οι Γυμναστικές επιδείξεις με τις φουφούλες, τα ξυρισμένα κεφάλια και οι ποδιές, για αγόρια και κορίτσια, τα άσπρα γιακαδάκια και οι άσπρες κορδέλες στα μαζεμένα μαλλιά των κοριτσιών· και οι ποδιές των μαθητριών που ανταγωνίζονταν η μια την άλλη ποια θα αποκαλύψει το γόνατο, τα πηλίκια με τη γλαύκα ως έμβλημα στα ξυρισμένα κεφάλια των μαθητών, ο θυρεός της εφταετίας στα οπισθόφυλλα των βιβλίων μας, οι μαθητικές πολιτικές οργανώσεις τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι καταλήψεις, οι αλλαγές στις εισαγωγικές και τα καινοτόμα για την εποχή τους βιβλία.

Και για τα πιο παλιά ξαναγυρίζω στα προσωπικά μου βιώματα. στα οικογενειακά άλμπουμ με φωτογραφίες που πάντα με ενθουσίαζαν: η γιαγιά μου στα σκαλιά του Αρσακείου κάπου στο τέλος του προπερασμένου αιώνα, φωτογραφίες από σχολικές εκδρομές κάπου στην Ήπειρο με αρχηγό το μυθικό για την οικογένεια μας πρόσωπο, φιλόλογο Λαμπράκη, η φωτογραφία του Δελμούζου, οι τριμμένοι τόμοι της Δίκης του Ναυπλίου και της Δίκης των τόνων, στην βιβλιοθήκη του παππού μου, και η φωτογραφία του από το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαιδεύσεως στην αρχή του αιώνα, η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε, στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου· όλα αυτά έπαιξαν το ρόλο τους στο να γίνω δάσκαλος. Η τύχη τό ’φερε στα πρώτα διδακτικά μου χρόνια να βρεθώ δίπλα στον Αλέξη Δημαρά και η αγάπη μου για το δασκαλίκι και το ενδιαφέρον μου για τα εκπαιδευτικά και την ιστορία της εκπαίδευσης, από τότε όλο και μεγαλώνει! Κι όλο και ανακαλύπτω πτυχές που με εντυπωσιάζουν και με ενθουσιάζουν κι άλλες που με γεμίζουν αγωνία και συχνά με απογοητεύουν.

Νομίζω πως δε χρειάζεται να πω άλλα για να σας πείσω γιατί θεώρησα τύχη και τιμή μεγάλη την πρόσκληση που μου έγινε από τη φίλη Μόνικα Καραμαλάκου-Λάππα  να παραβρεθώ και να μιλήσω στην εκδήλωση-παρουσίαση του βιβλίου «από το κοντύλι στον υπολογιστή», του Αλέξη Δημαρά και της Βάσως Βασιλού-Παπαγεωργίου που διοργάνωσε η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δυτικής Αττικής και ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Ελευσίνας.

Στις 230 σελίδες του βιβλίου περνάνε «εκατόν εβδομήντα χρόνια της ελληνικής εκπαίδευσης με λόγια και εικόνες», όπως μας πληροφορεί ο υπότιτλος στο εξώφυλλο του τόμου, και κάτω από αυτόν μια φωτογραφία σηματοδοτεί το terminum postquem –το κοντύλι- ενώ παράλληλα εξάπτει την περιέργεια για εκείνες τις «ηρωικές εποχές» που σε συνθήκες αδιανόητες για μας, γενιές ελληνόπουλων μάθανε γράμματα, και… «καλά» γράμματα.

Στην εισαγωγή τους οι συντάκτες -συλλέκτες πλούσιου υλικού- πληροφορούν τον αναγνώστη για την περιοδολόγηση, δένοντας το εγχείρημα της έκδοσης με το έργο του Αλ. Δημαρά «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε».

Κι η αλήθεια είναι ότι ο συγκεκριμένος τόμος, λειτούργησε σε μένα τουλάχιστον, συμπληρωματικά προς το τελευταίο: στο «Κοντύλι» -για λόγους ευκολίας θα το ονομάζω έτσι στο εξής- οι φωτογραφίες των προσώπων, των εγγράφων, των κτηρίων, πλαισιώνουν εικονογραφικά, το κλασικό έργο της «Μεταρρύθμισης που δεν έγινε».

Οι περίοδοι: 1830-1856 βασικές αρχές, 1857-1894 Διαπιστώσεις και προσπάθειες αναδιάρθρωσης, 1895-1916 Αποκρυστάλλωση προβλήματος, 1917-1928  Νέοι προσανατολισμοί, 1929-1950 ολοκλήρωση και ανατροπές, 1951-1974 ανασυγκρότηση αναστολή και καταστολή, 1975-2000 προς το τέλος του αιώνα.

Οι τίτλοι αυτοί των κεφαλαίων στην ουσία απαντούν στην περιοδολόγηση της Ιστορίας του Ελληνικού Κράτους από την ίδρυσή του ως τα σήμερα και με την έννοια αυτή το βιβλίο, παρά την πρώτη του ανάγνωση ως βιβλίου εικόνων-λευκώματος, έχει ενσωματώσει πληροφορίες τέτοιες που το καθιστούν κιβώτιο ιστορικών ντοκουμέντων. Η διακριτική παρέμβαση των Δημαρά, Βασιλού-Παπαγεωργίου στις εισαγωγές των κεφαλαίων και στις λεζάντες, καθοδηγούν τον αναγνώστη στην συσχέτιση του υλικού με την Ιστορία. Τα τεκμήρια δεν φωτίζουν μόνο την πορεία της εκπαίδευσης στα χρόνια ύπαρξης του Ελληνικού κράτους· ως έκφανση της πνευματικής κίνησης και της πολιτικής έκφρασης, η παιδεία και η ιστορία της είναι το πεδίο μέσα από το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τις πολιτικές επιδιώξεις και τα κοινωνικά αιτήματα κάθε εποχής. Και πάρα πέρα: μέσω αυτών να αιτιολογήσουμε αλλαγές που άλλοτε μας οδηγούν προς τα μπρος κι αλλοτε προς τα πίσω.

Στέκομαι στη φωτογραφία της 1ης σελίδας:

Στον τοίχο «Μια εικόνα του Χριστού» γνωστή σε όλους όσοι έχουμε περάσει το μισό αιώνα ζωής, αλλά και σε νεότερους. -Η εικόνα αυτή του Χριστού φιγουράριζε στα εξώφυλλα των τετραδίων μας (Άγκυρα  ;), μέσα στο κίτρινο πλαίσιο.-  Το κεφάλι του Χριστού, με πλούσια κώμη και με καθαρά χαρακτηριστικά, στεφανωμένο με το ακάνθινο στέμμα, με ελαφριά κλίση προς τα δεξιά, αποπνέει μια υπερκόσμια γαλήνη στην πορεία του προς το θείο μαρτύριο·  και σαν αντίστιξη χορικού αρχαίας τραγωδίας, θά  ’λεγε κανείς, από κάτω το αγόρι, με την ίδια κλίση της κεφαλής, κουρεμένο γουλί, με έκφραση αγωνίας ή έστω παράκλησης, με σκισμένο πανοφώρι, αποτυπώνει στη φιγούρα του το δράμα, το πραγματικό, το ανθρώπινο της μεταπροσφυγικής (;), της μετεμφυλιακής (;) Ελλάδας. Ένα δράμα τόσο πραγματικό που μας τρομάζει. Ο μαθητής της φωτογραφίας πλαισιωμένος, όχι από το κίτρινο του τετραδίου μας, αλλά από ασοβάτιστο τοίχο, απαγγέλλει το μάθημα, καθώς σε πρώτο πλάνο οι συμμαθήτριές του τον παρακολουθούν από το ανοιχτό βιβλίο. Φωτογραφία: τεκμήριο αδιάσειστο για το πώς βιώναν τα υποκείμενα την ιστορική στιγμή, πώς λειτουργούσαν σ’ αυτήν.

Χωρίς φωτογραφίες σαν κι αυτήν, η εικόνα που θα σχηματίζαμε για  τα αλληλοδιδακτήρια ίσως θα ήταν κάτι σαν αυτό που παρουσιάζεται στην σελίδα 10. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας -της πραγματικότητας που καταγράφεται στην φωτογραφία της σελίδας  1- σε ένα σχέδιο του 1820. Τα τεκμήρια του βιβλίου αποκαλύπτουν στον αναγνώστη φανερή την απόσταση που χώριζε τη θεωρία και το σχεδιασμό από την πραγματικότητα.

Από την ίδια σελίδα διαβάζω: «Ο πρωτόσκολος που αλλάζει κάθε μέρα, είταν πάντοτε από την ανώτερη κλάση (τάξη) του σκολείου. Είταν ένα είδος αντιπροσώπου του δασκάλου. Όταν έλειπε αυτός είταν ο ευταξίας και ο αστυνόμος του σκολειού.  Αυτός….Αυτός… Αυτός…καμμιά φορά, λείποντος του δασκάλου, τραβούσε τ’ αυτιά των παιδιών και τους έδινε διδασκαλικούς μπάτσους.» Και στη διπλανή σελίδα τα πρώτα από τα 22 προστάγματα για την εκτέλεση του μαθήματος γραφής, η καθαρμένη από τη σκόνη και τη μυρωδιά της πραγματικότητας, αποστειρωμένη εικόνα των εγγράφων, εντολών και σχεδιασμών: Δια να έμβωσιν οι μαθηταί από το προαύλιον εις το διδακτήριον…ο γενικός πρωτόσχολος της γραφής στεκόμενος εις την θύραν, δια της οποίας εισέρχονται εκ του προαυλίου, εκφωνεί, ΕΙΣ ΚΛΑΣΕΙΣ ΓΡΑΦΗΣ….”

Η περιπλάνηση συνεχίζεται….

Η εισαγωγή της δεύτερης ενότητας (σελ. 47) Τα χρόνια που ακολουθούν τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο, χρόνια ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού του διαλυμένου κρατιδίου.

«Φρονούμεν ότι πρέπει να καταργηθή η απαγόρευσις των σωματικών ποινών και δια τα σχολεία θηλέων. Διότι αν θέλουσιν οι μέλλοντες σύζυγοι να ώσιν απηλλαγμένοι των ιδιοτροπιών των συζύγων των, πρέπει να επικρατή και εις τα σχολεία των θηλέων η αναγκαία πειθαρχία και τάξις, όπερ επιτυγχάνεται εάν δεν δεσμεύονται αι χείρες των διδασκάλων» (1901, σελ. 51). Αυτό είναι το σχολείο και η παιδαγωγική που καλείται να αντιπαλέψει ο Δελμούζος με το Παρθεναγωγείο του Βόλου.

Το κράτος όμως συντηρητικό θα τον σύρει στη δίκη του Ναυπλίου. Κάθε εκσυγχρονισμός και κάθε ανασυγκρότηση σημαδεύεται από συγκρούσεις, με την αγωνία και το φόβο για το καινούριο. Ο δημοτικισμός χωρίζει την Ελλάδα στα δύο. Στα φύλλα του τόμου, συναντάμε τα Ευαγγελικά (σελ. 53) τα Ορστειακά (σελ. 55), φωτογραφία του εντύπου της Φοιτητικής συντροφιάς (σελ. 67), κινήσεις και συγκρούσεις άγνωστες στο ευρύ κοινό που οδήγησαν στο 107ο άρθρο του συντάγματος του 1911 (σελ. 67) «επίσημος γλώσσα του Κράτους είναι εκείνη εις την οποία συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής νομοθεσίας τα κείμενα» κι απέναντι στέκει η εκκλησία δια στόματος Μητροπολίτου Δημητριάδος «Εγώ δεν γνωρίζω τους νομικούς όρους. Εις την συνείδησιν όλου του κόσμου μαλλιαρισμός, αναρχισμός, σοσιαλισμός, αθεϊσμός, μασονία είναι εν και το αυτό.»

Η περίοδος που ακολουθεί, αρχίζει με άνεμο μεταρρύθμισης: Γληνός, Δελμούζος, Τριανταφυλλίδης «Τα ψηλά βουνά» και το «Αλφαβητάρι με τον Ήλιο» (σελ. 77).

Οι σελίδες του «κοντυλιού» μας βάζουν στο κλίμα αυτής της αισιόδοξης παρένθεσης, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, καθώς, τα βιβλία της μεταρρύθμισης ρίχνονται στην πυρά και στη σελίδα 81, τα τεκμήρια μας προσγειώσουν στη σκληρή πραγματικότητα που θέλει την ιστορία αυτού του τόπου να καθορίζεται από πάθη, εμμονές και έλλειψη οράματος. «Να εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και να καώσι τα συμφώνως προς τους νόμους εκείνους τα συνταχθέντα και σήμερον εν χρήσει υπάρχοντα αναγνωστικά βιβλία ως έργα ψεύδους και κακοβούλου προθέσεως.». «Να καταδιωχθώσι ποινικώς οι υπαίτιοι των προς διαφθοράν της ελληνικής γλώσσης και παιδείας τελεσθέντων πραξικοπημάτων.» Η ήττα του Βενιζέλου το 1920 στέρησε από το Ελληνικό Κράτος την δυνατότητα για έγκαιρη συγκρότησή του με τους όρους του προοδευτικού αστικού κράτους της εποχής εκείνης. Η οπισθοδρόμηση στην παιδεία δηλώνει την οπισθοδρόμηση και στους υπόλοιπους τομείς.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 μια νέα προσπάθεια μεταρρύθμισης επιχειρείται. Σύγχρονα σχολικά κτήρια σαν κι αυτό του δημοτικού σχολείου της Καλλιθέας –πανομοιότυπο με εκείνο της γειτονιάς μου- και σαν και εκείνα που ακολουθούν στις σελίδες 112-114 σηματοδοτούν την αναγέννηση στην παιδεία μας και όχι μόνο· στην κοινωνία ολόκληρη: οφείλει η Πολιτεία να εξασφαλίσει περιβάλλον ευχάριστο στο παιδί· οφείλει να σεβαστεί το παιδί, τον αυριανό πολίτη.

Στη διδακτική επιχειρείται εκ νέου μια τομή: στο προσκήνιο εκ νέου ο Γληνός, διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας που  προετοίμαζε τους καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, και ο Αλ. Δελμούζος διευθυντής του Μαράσλειου που προετοίμαζε τους δασκάλους. Επιδίωξη τόσο ο εκδημοτικισμός των εκπαιδευτικών όσο και ο εκσυγχρονισμός της εκπαίδευσης. Κι η προσπάθεια αυτή θα βρει απέναντί της τον τοίχο της αντίδρασης και των κατασκευασμένων κατηγοριών και δικών. Ξεσπούν τα Μαρασλειακά.  Η Ρόζα Ιμβριώτη σύρεται σε απολογία για τον τρόπο που «διάβαζε»  την Ιστορία.

Το ζήτημα πέρασε στις εφημερίδες στο γνωστό μοτίβο περί άθεων, μαλλιαρών και κομμουνιστών που υπονομεύουν τα θεμέλια της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας… (κάτι θυμίζει!). Οι αντιδραστικές και αναχρονιστικές απόψεις  «ανανεώνονται». Χαρακτηριστικό το πιο κάτω απόσπασμα  της έκθεσης για τα γεγονότα στο Μαράσλειο: «Εάν καθηγήτριαι είναι ικαναί να διδάσκουν Ιστορίαν και δη εις Διδασκαλεία, δεν έχομεν ανάγκην άλλων μακρών αποδείξεων. Μας αρκεί το γεγονός ότι εν Ιταλία απηγορεύθη κατά το τέλος του 1926 να διδάσκουν γυναίκες εις πάντα τα δημόσια σχολεία μέσης εκπαιδεύσεως Φιλοσοφίαν, Ιστορίαν και Λογοτεχνίαν… Μόνον το ανδρικόν πνεύμα είναι ικανόν να δονήση και να συγκινήση την ψυχήν των μαθητών και να κάμη αυτούς να αισθανθούν και να κατανοήσουν τους μεγάλους του κόσμου σοφούς, τα σπουδαία σύγχρονα θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά γεγονότα ή ρεύματα, ώστε ν’ αποβώσιν οι αγαθοί κυβερνήται της αύριον, οι οποίοι θα δημιουργήσουν τα εθνικά μεγαλουργήματα. Ο κ. Δελμούζος αντιθέτως εκάλεσε γυναίκα διά να διδάξη την Ιστορίαν εις το Μαράσλειον».

Οι Δελμούζος, Γληνός απολύθηκαν για «λόγους οικονομίας» και  η Ιμβριώτη, μαζί με τον Ιορδανίδη και Παπαμαύρου, απολύθηκε στο πλαίσιο των πειθαρχικών διώξεων.

Ακολουθούν τα δίσεχτα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και του πολέμου, κι από τη φασιστική οργάνωση της ΕΟΝ στα Αετόπουλα της Ρόζας Ιμβριώτη (σελ. 133) και την Ελεύθερη Ελλάδα.

Η ιστορία του τόπου κυλάει αβίαστα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου κι η φτώχεια της μεταπολεμικής εμφυλιακής Ελλάδας ανάγλυφη στα κείμενα και τις φωτογραφίες του «κοντυλιού» (σελ. 136).

Τα χρόνια που ακολουθούν (1951-1974) είναι χρόνια ραγδαίας ανάπτυξης, χρόνια που η Ελλάδα πρέπει να μπει στον όμιλο των Ευρωπαϊκών χωρών. Γυμναστικές επιδείξεις, επιτροπή παιδείας, αλλά και ταραχές και συγκρούσεις στο πλαίσιο των κοινωνικών αιτημάτων.

Οι νέες μέθοδοι δοκιμάζονται (σελ.169) και εγκαταλείπονται· τα άρματα της εφταετίας κι ύστερα η μεταπολίτευση:1974-2000 περίοδος διαλόγου για την Παιδεία. Το κοντύλι μας φέρνει εικόνες από το κοντινό μας παρελθόν, μεταρρύθμιση Ράλλη, υπουργεία Τρίτση, Κακλαμάνη, Παπανδρέου, διάλογοι, μεταρρυθμίσεις, αλλαγές στις εισαγωγικές αλλά και καταλήψεις και αυτοαναιρέσεις.

Ο επίλογος της ιστορίας μας είναι η δεκαετία με τα μεγάλα λόγια και τα δειλά βήματα. Είναι η αδυναμία του σύγχρονου σχολείου να ενσωματώσει τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας και να ενσωματωθεί σ’ αυτές: το μάθημα των αρχαίων ελληνικών ακορντεόν στα χέρια εκείνων που ορίζουν τα προγράμματα, η ιστορία καταγράφεται ως το μάθημα που συγκλονίστηκε από το βιβλίο της στ΄ Δημοτικού, οι εισαγωγικές ονομάζονται πανελλαδικές και πανελλήνιες χωρίς ουσιαστικές διαφορές, ενώ η βάση του 10 είναι εκείνο που απασχόλησε και απασχολεί όσο τίποτε άλλο τις στήλες των εφημερίδων –και όχι μόνο. Μα μήπως αν στρέψουμε το βλέμμα μας στη γενικότερη πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας μας δεν θα αντικρίσουμε ακριβώς την ίδια ατολμία, εσωστρέφεια; Δε θα συναντήσουμε τις ίδιες εμπαθείς και απρογραμμάτιστες αντιδράσεις που οδηγούν στην ελληνική κρίση;

Φίλες και φίλοι,

Ο καλαίσθητος τόμος που σήμερα τιμούμε, μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα: η νοσταλγία και ο εξωραϊσμός του παρελθόντος, είναι το πρώτο που μέσα από τις εικόνες, τα έγγραφα με την ιδιότυπη γραφειοκρατική γλώσσα τους, ανακαλείται και μας συγκινεί –ή καλύτερα ανακινεί εκείνα τα αντανακλαστικά που μας κάνει να θέλουμε να ζήσουμε εποχές που έφυγαν ανεπιστρεπτί. Οι λεζάντες και τα σχόλια που συντροφεύουν την πλούσια συλλογή των πηγών, υποχρεώνει τον αναγνώστη να σκύψει πάνω από τα επιτεύγματα και τα πισωγυρίσματα της ελληνικής εκπαίδευσης, ενώ οι εισαγωγές και η συστηματοποίηση του υλικού δημιουργεί τους απαραίτητους υπαινιγμούς για να εισαχθεί ο αναγνώστης στον πυρήνα της ιστορίας της εκπαίδευσης –και εν τέλει της ιστορίας- του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του.

Από πλευράς μου νιώθω την ανάγκη να πω ένα «ευχαριστώ» στους συγγραφείς στον κ. Δημαρά και την κα Βασιλού, τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο, σε όλους τους συντελεστές που κάθε φορά που ανοίγω τον τόμο με ταξιδεύουν από το κοντύλι στον υπολογιστή.

Και βέβαια ευχαριστώ κι εσάς για την υπομονή σας…

Advertisements