Παραμύθια και Τραγούδια Πέμπτη, Μάι. 27 2010 

Τα δημοτικά τραγούδια δεν έπαψαν ποτέ να συγκινούν τους ερευνητές. Ο Νικόλαος Πολίτης, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Γκι Σονιέ είναι από εκείνους που ασχολήθηκαν με τη διάσωσή τους. Ανάμεσά τους και ο μάλλον παραμελημένος Κώστας Γούναρης.

Γιος αμαξά από τη Νεάπολη της Αθήνας, ο Κώστας Γούναρης. Εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή κι έπειτα παίρνει εθελοντικά μέρος στον πόλεμο του 1897. Ανάλογη είναι και η μετέπειτα πορεία του: από το 1905 ώς το 1909 υπηρετεί ως εκπαιδευτικός στο Καστελλόριζο, στην Ανδρούσα της Μεσσηνίας, στη Μήλο και στη Μονεμβασιά και για δεύτερη φορά κατατάσσεται εθελοντής στον ελληνικό Στρατό για τους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου και θα τον βρει ηρωικός θάνατος στο μέτωπο. Προηγουμένως πρόλαβε να εισαγάγει στο πνεύμα του δημοτικισμού τον στενό φίλο του Δ. Γληνό. Και βέβαια να συλλέξει λαογραφικό υλικό. Η συλλογή περιλαμβάνει 38 παραμύθια από τη Μονεμβασιά, άγνωστα παραμύθια μα και παραλλαγές γνωστών, διηγήσεις ή ευτράπελα για την καθημερινή ζωή και τις μονεμβασίτικες παραδόσεις. Ολα τα χαρακτηρίζει η δυναμική φαντασία, η διάθεση ανατροπής της τάξης των ιδεών και των αξιών, καθώς και η σπειροειδής διήγηση των συμβάντων. Περιλαμβάνονται επίσης παραμύθια και τοπικά ανέκδοτα από τη Μήλο. Η συλλογή ολοκληρώνεται με 182 δημοτικά τραγούδια από τη Μεσσηνία κλέφτικα, πατριωτικά, ερωτικά, σατιρικά και της φυλακής. Ολο το υλικό είναι φροντισμένο με μεράκι από τον φιλόλογο Σωκράτη Β. Κουγέα ώστε έχεις την εντύπωση πως ήσουν και εσύ εκεί… (εφ. ΤΑ ΝΕΑ Κώστας Ακριβός )

Το γεγονός, η μαγεία και ο μεταφυσικός μοχλός ανατροπής στα παραμύθια* Σάββατο, Δεκ. 19 2009 

Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος-εκπαιδευτικός

Πηγή παραμυθιών: Σωκράτη Κουγέα, ουτ᾽  εγώ ήμουν εκεί…ούτε κι εσείς να το πιστέψετε, παραμύθια και τραγούδια από τη Μονεμβασιά, τη Μήλο, την Ανδρούσα, ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΝΑΡΗ 1906-1909, εκδ. Ποταμός 2009.

Εκατό χρόνια από την ίδρυση της Λαογραφικής Εταιρείας και του περιοδικού Λαογραφία από τον Νικόλαο Πολίτη

Τη Δρυόπη ερωτεύθηκε ο Απόλλων και μεταμορφώθηκε σε χελώνα και η κόρη τον πήρε στον κόρφο της κι ύστερα ο Θεός μεταμορφώθηκε σε φίδι, κι όλες οι συντρόφισσές της οι Νύμφες φοβήθηκαν και σκόρπισαν, κι έτσι η Δρυόπη παραδόθηκε στο Θεό και γεννήθηκε ο Άμφισσος.

Γοητευτικός μύθος βγαλμένος μέσα από τον πλούτο της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας, εκεί που ο μύθος αναλαμβάνει να αιτιολογήσει τη γένεση του ήρωα Άμφισσου.  Αλλά και ο αιτιολογικός μύθος της Ιουδαϊκής παράδοσης με τα ίδια στοιχεία θα ερμηνεύσει την απομάκρυνση του πλάσματος από τον δημιουργό: ένας όφις, εκεί, στην αφασική περίοδο του Παραδείσου, θά ’ρθει και θα προκαλέσει την περιέργεια που αντίστιξή της έχει την άμυνα και το φόβο. Κι εδώ ο μύθος τελεί το χρέος της αιτιολόγησης τής -άνευ του μύθου- ανεξήγητης κοινωνικής συμπεριφοράς. Στους μύθους το γεγονός βρίσκεται «εν αρχή» και προκαλεί την εμπλοκή στοιχείων προκειμένου να αιτιολογηθεί η ύπαρξή του, πραγματούμενο σε σύστημα αυτοαναφοράς.

Αντίθετα στο παραμύθι η πορεία είναι αντίστροφη: ο μύθος, ή ακριβέστερα, η διήγηση καθ’ εαυτή- παράγει το γεγονός· η διήγηση αφικνείται από κατάσταση που ορίζεται με όρους της πραγματικότητας για να προκαλέσει εν τέλει το γεγονός, δηλαδή το αποτέλεσμα των πράξεων: μια άλλη πραγματικότητα.

Στην βιωμένη πραγματικότητα οι σχέσεις που αναπτύσσονται, διέπονται από τη λογική που υπαγορεύουν αξίες κοινωνικά επιβεβλημένες, με αναγκαίο επακόλουθο η δυνατότητα προσέγγισης του κόσμου να περιορίζεται στα όρια που η λογική ως απόρροια βιώματος έχει θέσει. Αποτέλεσμα: τα όρια των σχέσεων και της αντίληψης να είναι πεπερασμένα.

Το παραμύθι ―η λαϊκή δημιουργία― ανατρέπει τις βιωμένες σχέσεις· τολμά να αποδράσει από το πηγάδι της σύμβασης και να αντιστρέψει τον κόσμο: Το καλό μεταστρέφεται σε κακό, το αγαθό σε πανούργο, το ποταπό σε σπουδαίο, ο φτωχός σε πλούσιο, ο θάνατος σε ζωή. Εδώ παρεισφρύει και η έννοια του μεταφυσικού, μιας και η ερμηνεία της φύσης έχει επικρατήσει να προσεγγίζεται με τα βέβαια βήματα της Αναγέννησης, ή να περιορίζεται από τις αποκαλύψεις του κλειστού συστήματος της θρησκείας. Λογική και θρησκεία περιορίζουν, καθώς και τα δύο σε τελευταία ανάλυση διαμορφώνουν κλειστό σύστημα αξιών, κλειστό σύστημα αποδοχής πραγματικότητας. Αντίθετα: το παραμύθι αξιοποιεί τη μαγεία, το μή εξηγήσιμο, το παρά τη λογική, για να οδηγήσει στον κόσμο έξω και μετά από τον βιωμένο κόσμο.

Ήταν ένας πλούσιος πατέρας και είχε ένα κορίτσι. Το κορίτσι κείνο πήγαινε σχολείο. Η δασκάλα του τού ’λεγε «παιδί μου να γυρέψεις της μάνας σου καρύδια από τον μαρμαρένιονε πάγκο και θα σου πει να βαστάς, αλλά συ να αμπολήκεις το πούπωμα και να την εκόψεις τη μάνα σου κι εγώ θα σε χτενίζω, θα σε λούζω και θα σ’ έχω βασιλοπούλα».

Η αρχή του παραμυθιού Της Δράκας ο γιος, που μόλις ακούσαμε, καταθέτει την πραγματικότητα με τους όρους που βιώνει η κοινωνία, και χωρίς περιστροφές θέτει το αίτημα της ανατροπής της χωρίς να υποκρύπτει εξηγητική διάθεση.

Η ειδυλλιακή, η ποθούμενη και ισορροπημένη κατάσταση από όπου εκκινεί η αφήγηση –πλούσιος πατέρας με μια κόρη που πηγαίνει σχολείο- ανατρέπεται στη συνέχεια όταν η κόρη θα ακούσει τη δασκάλα: Το παιδί το πίστεψε και πήγε κι έκοψε τη μάνα του. Στο παραμύθι μας η ίδια η πραγματικότητα, με τους δικούς της όρους ενέχει την ανατροπή της ισορροπίας: ο πατέρας ως πλούσιος είναι ποθητός σύζυγος ενώ η ρήση «να ακούς τη δασκάλα σου» στην ακραία της ισχύ οδηγεί σε ανατροπή.

Κι ενώ ο πατέρας επήρε τη δασκάλα κι αυτή χτένιζε το παιδί και το περιποιότανε, η ίδια η νέα διαμορφωμένη πραγματικότητα θέτει τους όρους για την «αυτοανατροπή» της: Η δασκάλα έκανε το δικό της το παιδί και δεν το αγάπανε το προγόνι της, και τό ‘στερνε για λάχανα… Κι ήτανε μέσα στα λάχανα ένα φίδι. Τότε του λέει η μητριά «Κοψόχρονιο! τούτο δα το φίδι πού έφερες, θα στο δώκω άντρα».

Στο σημείο αυτό με το παράλογο το παραμύθι αναζητά τη λύση στη συνεχή ανατροπή των ισορροπιών που διαμορφώνονται. Το παιδί έκλαιγε, αλλά τι να κάνει. Κι έτσι η νέα κατάσταση που ορίζεται από την κυριαρχία της δασκάλας-μητριάς και τη δυστυχία του παιδιού, θέτει παραμέτρους για τη λάθρα εξισορρόπηση των ανισορροπιών: Το βράδυ που κοιμώντουσα το φίδι με το παιδί που το πήρε γυναίκα, το φίδι γινόταν ένας άγγελος σγουραφιστός, γιατί ήτανε, αυτό το φίδι, της Δράκας ο γιός, και το πρωί γινόταν πάλι φίδι. Το παιδί βιώνει τη δική του κρυφή, εσωτερική, θα λέγαμε, ευτυχία κι όταν οι γριούλες, τα λαδικά του παραμυθιού μας, το ρωτούσανε πώς περνά, εκείνο απαντούσε «καλά».

Το παραμύθι μας όμως δεν ανέχεται αυτή την παρά την λογική ισορροπία και οι γριές πήγανε και κάψανε το τομάρι του φιδιού που βγήκε και έγινε άγγελος.

Από το σημείο αυτό το παιδί, αναλαμβάνει το χρέος να επιτύχει την ισορροπία και γαλήνη: Ψάχνει το γιο της Δράκας, ψάχνει δηλαδή τη δική του ευτυχία. Πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε πολύ μακριά  και απαντάει ένανε τσοπάνη του λέει «Ώρα καλή σου. Mπα και ξέρεις πού είναι της Δράκας ο γιος;» Tης λέει «Νά, δω κατά πέρα, και θ’ απαντήσεις  μια βρύση και να πιεις νερό, από κείνη δα τη βρύση δεν πίνουνε νερό αλλά συ να πιεις, θ’ απαντήσεις  μια συκιά σκουλικιάρα, δεν τρώνε από αυτό αλλά συ να φας, θ’ απαντήσεις δυο λεοντάρια στην πόρτα και να, πάρε τούτο το αρνί και να τους το δώκεις  να το φάνε.» Tότε κείνη πάει στην βρύση, πίνει νερό, πάει στη συκιά τρώει σύκα, πάει βρίσκει τα δύο λιοντάρια και τους έδωκε και φάγανε ταρνί. Άμα την είδε η Δράκα λέει της βρύσης «Πιάστενε βρύση!». Λέει η βρύση «Μα πως να την πιάσω που τόσα χρόνια που μ’  έχεις δω και δεν έπινες νερό και κείνη μια φορά που ήρθε και ήπιε.» Λέει η Δράκα «Πιάστηνε συκιά!» Είπε η συκιά ό,τι είπε και η βρύση. Έτσι είπανε και τα λεοντάρια. Άμα μπήκε σπίτι η γυναίκα βλέπει τον άντρα της.

Κι έτσι το παιδί ―η γυναίκα― με τη χρήση λόγων κατόρθωσε να κάνει αυτές τις αόρατες δυνάμεις της φύσης, που συγχέονται με πνεύματα και δαίμονες,  να επιδράσουν για την επίτευξη του επιθυμητού σκοπού και ιδού το μαγικό στοιχείο στο παραμύθι μας.

Και για να μη μείνουμε σε αγωνία, το παιδί, απόβλητο και σ’ αυτή τη νέα κατάσταση που η ίδια επιτυγχάνει, με την παρέμβαση του άντρα της, του γιου της Δράκας, κατορθώνει να περάσει τα εμπόδια που της βάζει η Δράκα και εν τέλει της Δράκας ο γιος πήρε γυναίκα κείνη και περάσανε κείνοι καλά και ’μεις καλύτερα.

Η διήγηση οδηγεί στην ανατροπή της βιωμένης πραγματικότητας, καθώς το παραμελημένο παιδί κατορθώνει με εργαλεία όρους πέρα από τη φύση (δράκος-άγγελος) και μαγικές δυνάμεις να αντιπαλέψει και να ανατρέψει τις κατεστημένες δυνάμεις, τη «δασκάλα», την ίδια την κοινότητα, «τά λαδικά», και την απόρριψη και καταφρόνια του ορφανού, του αδύναμου, για να γεννηθεί μια νέα πραγματικότητα ―το γεγονός― με όρους παραμυθιού.

Σχηματικά η πορεία που ακολουθείται στο παραμύθι μας θα μπορούσε να αποδοθεί ως εξής:

  • ισορροπία (πλούσιος πατέρας, κόρη μαθήτρια,γυναίκα) =>
  • διατάραξη ισορροπίας με τις συμβουλές τις δασκάλας =>
  • νέα ισορροπία (πλούσιος πατέρας, παιδί, δασκάλα-γυναίκα) =>
  • διατάραξη ισορροπίας με την παρέμβαση της δασκάλας =>
  • νέα ισορροπία με μεταφυσικούς όρους: φίδι-άγγελος =>
  • διατάραξη ισορροπίας με την παρέμβαση της κοινωνίας (καταστροφή πουκάμισου φιδιού από γριές) =>
  • ισορροπία/γεγονός με την παρέμβαση μεταφυσικών και μαγικών δυνάμεων (βρύση, συκιά, λιοντάρια)

Αλλά και στο παραμύθι Η χρυσή κόρη

όπου οι μαντηλίδες έγιναν διαμάντια,

όπου τα ρεβίθια έγιναν χρυσό κομπολόι,

όπου η ζυμαρένια πίτα έγινε χρυσό ρολόι,

όπου το σάρωμα, οι ακαθαρσίες του παππού του Μπουλουξή, έγινε διαμάντια,

είναι από μόνο του παραμυθιακό γεγονός πραγματωμένο με μεταφυσικούς και μαγικούς όρους, αφού την κόρη, που δεν είχε ρούχα να φορέσει και ντύθηκε με μαντηλίδες (μαργαρίτες), την αγάπησε το βασιλόπουλο και την έκανε γυναίκα του.

Πώς θα ξεπεραστεί όμως η  εν δυνάμει αναστάτωση της κοινωνικά αποδεκτής ισορροπίας, όταν η φτωχή και καταφρονεμένη γίνεται βασίλισσα; Το παραμύθι διαθέτει τις δυνάμεις εκείνες, καθώς νόμους και όρια δε γνωρίζει, ώστε να  ανατρέψει τους κοινωνικούς κανόνες που στην πραγματικότητα που βιώνουμε, θεωρούνται απρόσβλητοι όπως η κυριαρχία του πλούτου και της ισχύος της δοτής κοινωνικής θέσης. Το φτωχό κορίτσι του παραμυθιού μας κατορθώνει να αναδείξει μιαν άλλη αξία, το σάρωμα του παππού της· κι αυτό αναμφίβολα είναι ακραία ανατροπή και το γεγονός, στην κυριολεξία γεγονός, δεν είναι καταστάλαγμα του μετα-φυσικού και του μαγικού αλλά της πεποίθησης ότι από την κατάρριψη ορίων και φραγμών που ορίζουν οι νόμοι και οι προκαταλήψεις, μια νέα τάξη πραγμάτων γεννιέται.

Το φτωχό κορίτσι ντύθηκε της μαντηλίδες κι όταν μια φορά ήρθε το παπόρι με το βασιλόπουλο και μ’  άλλους ανθρώπους βλέπουνε κι άστραφτε ο κόσμος γιατί οι μαντηλίδες που εντύθηκε η κόρη έγιναν διαμάντια.

Το μαγικό στοιχείο στο παραμύθι μας δίνει αξία εκεί που δεν υφίσταται με τους δικούς μας όρους ενόρασης του κόσμου. Και σ’ αυτή την μετάλλαξη δεν παρεμβαίνει το συναίσθημα και ο υποκειμενισμός: το βασιλόπουλο δεν είδε και δεν ερωτεύθηκε την κόρη. Αυτός μ’ άλλους ανθρώπους είδαν πως άστραφτε ο κόσμος· κι επομένως  ο συμβολικός χαρακτήρας που ενδεχομένως θα επιχειρείτο να αποδοθεί μένει μετέωρος. Σε τούτο το παραμύθι η  αξία εκεί που δεν γίνεται αντιληπτή προβάλλει στη διήγηση ως όρος απαράβατος και η ανάδειξή της σημαίνει παραδοχή γεγονότος που μας οδηγεί σε κατάσταση πέρα από την κοινωνικά αποδεκτή με «μοχλό» το μαγικό στοιχείο. Έτσι αφού το βασιλόπουλο την πήρε γυναικά του τη φτωχή και κείνη έτρωγε βασιλικά φαγιά, αλλά κείνη ήθελε το φυσικό της να φάει· να τρώει πρόστυχα φαγιά. Διέταξε μια μέρα τις δούλες να τις καρβουντίσουνε ρεβίθια να τα κάμει στραγάλια να τα φάει. «Mπά, κυρά», της λένε οι δούλες, «για να πάμε στου στραγαλατζίδικο, να σου φέρωμε φρέσκα ωραία στραγάλια.» «Αλλά πάλι», είπανε μεταξύ τους οι δούλες, «μπα κι είναι αγγαστρωμένη και τα θέλει;» και της τα καρβουντίσανε και της τα πήγανε. Και ότι τά βαλε στην ποδιά της, να και ο άντρας της, το βασιλόπουλο, κείνη τα έκρυψε· της λέει «Να μη με χαρείς, τί έχεις στην ποδιά σου;» Κείνη τά κρυβε, ίσιαμε που την έψαξε καί τά βρε. Αλλά δεν ηύρε ρεβίθια αλλά η τύχη της η καλή τά καμε ένα χρυσό κομπολόϊ.

Το ίδιο συνέβη και με την ζυμαρένια πίτα κι όταν το βασιλόπουλο θύμωσε που τις βασιλικές ψείρες η κόρη τις παρομοίασε με το σάρωμα του παππού της του μπουλουξή που σαρώνει το αναγκαίο θέλησε να τη σκοτώσει αλλά οι δούλες του παλατιού την κρύβουνε. Και πέρα από κάθε φαντασία, εκεί που καθότανε το βασιλόπουλο στο μπαλκόνι, αχναντεύουνε ουλος ο κόσμος απέναντι μακρα από το παλάτι και κατηφόριζε ενα διαμαντένιο παπόρι. Oι δούλες τό πανε της βασίλισσας μες στην κάμερη. Κείνη λέει «Ε, του παππού μου του Mπουλουξή είναι το παπόρι.» Oι δούλες λένε του αφεντικού τους «Αφεντικό αυτό το παπόρι είναι του παππού της κυράς». Tότε ο βασιλιάς –ο πατέρας του βασιλόπουλου- έλεγε «Πραματικώς και το σάρωμά του θά ναι καλλίτερο από τα γένια σου.» Και έκλαιγε γιατί να την εσκοτώσει. Oι δούλες του λένε «Αφεντικό δεν τη σκοτώσαμε, μες στην κάμερη είναι!» Πήγανε και τη φέρανε και ήρθε στο μπαλκόνι η βασίλισσα και νά, το παπόρι περνάει από κάτω από το μπαλκόνι καί περνάει και λένε «Ανοίχτε τα χέρια σας να σας προσφέρωμε ένα μικρό δώρο. » Ανοίξανε τα χέρια τους και τους ρίχνουνε ένα διαμαντένιο μεγάλο κομμάτι. Και το παπόρι πια έφυγε και περάσανε κείνοι καλα και μεις καλύτερα.

Από την ίδια συλλογή και την ίδια πηγή θα  μπορούσαμε ανάλογα να πούμε για το γνωστό Δαφνοκουκουδάκι

όπου το δαφνοκουκουδάκι έγινε παιδάκι,

όπου φύτρωσε κι έγινε δάφνη όταν πετάχτηκε σαν κουκουδάκι με τα σαρίδια,

όπου η δάφνη έκλεινε μέσα της και το παιδάκι, το κοριτσάκι,

όπου περίμενε να το μαζέψουν σαν άνθρωπο για να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο.

Συνοψίζω:

Το παραμυθιακό γεγονός είναι αυτό που έχει πραγματωθεί μέσα από τη διαταραχή της ισορροπίας, τη δράση και τις συγκρούσεις για να αποκατασταθεί και πάλι ισορροπία με άλλους όρους χωρίς  επαναφορά στην αρχική τάξη πραγμάτων.

Πρόκειται, κατά συνέπεια, για δράση ανατροπής, με μοχλό τη μαγεία που λειτουργεί στη σφαίρα του μη ορατού, του μη αισθητού, σε σφαίρα πέρα από την εμπειρία άρα στη σφαίρα του μεταφυσικού· για μια διαδικασία όπου η ταπεινή καθημερινότητα συνδέεται και συνδέει το ακροατήριο με το εξωκοσμικό–μεταφυσικό, όπου η μαγεία είναι αυτή η προσμονή συνδεμένη με  δυνάμεις απροσδιόριστες που μετατρέπουν την βιωμένη πραγματικότητα σε μιαν άλλη ποθούμενη.


* Εισήγηση στην ημερίδα «Μαγεία και Μεταφυσικός κόσμος» που έγινε στο Μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών, στις 19/12/2009 και οργάνωσε το Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης (Μ.Ε.Λ.Τ.) και οι Φίλοι του Μ.Ε.Λ.Τ.

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Πέμπτη, Δεκ. 3 2009 

Δευτέρα, Νοέ. 9 2009 

9789606691492

Σωκράτης Β. Κουγέας

Ούτ’ εγώ ήμουν εκεί ούτε κι εσείς να το πιστέψετε

Παραμύθια και τραγούδια από τη Μονεμβασιά, τη Μήλο, την Ανδρούσα

ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΝΑΡΗ (1906-1909)

Θέμα:  Λαϊκά παραμύθια κια τραγούδια
Εκδότης: Ποταμός
Σελίδες:  231
Ημ. Έκδοσης: 06/11/2009

Η παρουσίαση του βιβλίου του Σωκράτη Β. Κουγέα με τίτλο «Αγνάντια στο Βενέτικο» Σάββατο, Δεκ. 6 2008 

(ΚΑΛΑΜΑΤΑ NEWS)

Η παρουσίαση του βιβλίου του Σωκράτη Β. Κουγέα με τίτλο «Αγνάντια στο Βενέτικο»
01.12.08

ImageΜε μεγάλη επιτυχία στέφθηκε η παρουσίαση του βιβλίου του Σωκράτη Β. Κουγέα με τίτλο «Αγνάντια στο Βενέτικο», εκδόσεις Ποταμός, που διοργάνωσε το Διοικητικό Συμβούλιο και τα μέλη της  Πανελλήνιας Ένωσης Γυναικών Μάνης χθες το πρωί στο Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Καλαμάτας, καθώς πλήθος κόσμου παραβρέθηκε  για να γνωρίσει  από κοντά περισσότερα για το βιβλίο, αλλά και για τον ίδιο τον συγγραφέα.

ImageΤο παρόν στην παρουσίαση έδωσαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος, ο νομάρχης Μεσσηνίας κ. Δημήτρης Δράκος, ο επικεφαλής της Μείζονος Μειοψηφίας του Νομαρχιακού Συμβουλίου κ. Χρήστος Μαλαπάνης και ο δήμαρχος Καλαμάτας κ. Παναγιώτης Νίκας. Για το βιβλίο μίλησαν η πανεπιστημιακός – συγγραφέας, κα Νάντια Σερεμετάκη, ο καθηγητής του Παντείου και κριτικός βιβλίου στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» κ. Νίκος Μπακουνάκης, ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» κ. Νίκος Ξυδάκης και η κα Αναστασία Λαμπρία από τις εκδόσεις Ποταμός.

 

Η Ελλάδα που δε φαίνεται Παρασκευή, Δεκ. 5 2008 

από το ΘΑΡΡΟΣ Καλαμάτας 3/12/08

 

 


 

Για την Ελλάδα που υπάρχει αλλά δε φαίνεται και, δυστυχώς, δε διαμορφώνει τη σημερινή εικόνα της χώρας, μίλησε την Κυριακή στην Καλαμάτα ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» Νίκος Ξυδάκης, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Σωκράτη Κουγέα.

 

Θυμηθήκαμε τα λόγια του δημοσιογράφου μιλώντας χθες με τον Τέλη Πετρουλέα και τη σύζυγό του, Μαρία Θεοχάρη, που πραγματοποιούν μια εξαιρετική έκθεση φωτογραφίας με αγιογραφίες της Μάνης στο Πνευματικό Κέντρο. Συζητώντας μαζί τους, νιώσαμε ότι ανήκουν σε αυτή την αφανή Ελλάδα, όπως την αποκάλεσε ο Ν. Ξυδάκης. Γιατί ασχολούνται με ουσιαστικά πράγματα, χωρίς να φαίνονται.

 

Μ.Ν.

Μικρό καλοκαιρινό Τετάρτη, Δεκ. 3 2008 

(αντιγράφω από τον Αθήναιο www.greekgastronomer.com)

«Θέλει δύστυχο χώμα η ελιά…
  το χώμα της ποιότητας…»
        Νίκος Καρούζος

Εκεί που σταματούν τα βράχια του Κάβο Ματαπά, αρχίζει να απλώνεται ο άγριος «κάμπος» της Μάνης. «Κάμπος» στη ντόπια διάλεκτο σημαίνει βέβαια «θάλασσα» μιας και η θάλασσα είναι το μόνο επίπεδο σημείο της περιοχής στο οποίο μπορεί κάποιος να ακουμπήσει το βλέμμα του για να το ξεκουράσει από το τραχύ και αύθαδες τοπίο της.

Μικρός, αισθανόμουν πολύ τυχερός που μπορούσα να περπατώ τα βράχια του Ματαπά και ν’ αγγίζω με τα χέρια μου αυτό που οι άλλοι άγγιζαν με τ’ακροδάχτυλά τους πάνω στο τυπωμένο χαρτί, εκείνο το συγκινησιακά φορτισμένο σημάδι στο χάρτη που όριζε το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδος… Βρισκόμουν στο Ταίναρο, σκαρφάλωνα ξυπόλητος στα κοφτεράΓκρεμά με τ’άλλα τα παιδιά και ευρισκόμενοι σε μια συνεχή κόντρα για το ποιος είναι ο πιο ατρόμητος Μανιάτης παλικαράς, κάναμε βουτιές στη θάλασσα πουμάν-ιαζε επικίνδυνα σαν φυσούσε ο Γαρμπής για τον οποίο έλεγαν οι μανιάτισσες μοιρολογίστρες:

«Η Τραμουντάνα, η Οστρια, ο Πουνέντες, είναι για τους ζωντανούς. Ο Γαρμπής είναι για τους πεθαμένους…»

Όμως δεν ήταν ούτε η ιδιαιτερότητα του σημείου πάνω στο χάρτη, ούτε τα Γκρεμά, ούτε η ανταριασμένη θάλασσα που με μαγνήτιζαν στο Ταίναρο. Ήταν η Σπηλιά του Άδη που με τραβούσε εκεί. Στην αρχαιότητα πίστευαν πως αυτή ήταν η δίοδος για τον Κάτω Κόσμο και η ιδέα πως από αυτό το σημείο είχε περάσει και ο Οδυσσέας μου, με τρέλαινε!

Αν κάτι συμβολίζει με ενάργεια το μανιάτικο χαρακτήρα, είναι η διαμόρφωση του τοπίου. Όπου και να γυρίσεις το βλέμμα σου, βλέπεις μια κόψη, βλέπεις τη φύση να σχηματίζει την ατσάλινη λάμα ενός μαχαιριού.

«Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις…» 

ζητάει ο ανώνυμος μανιάτης ποιητής σ’ενα από τα μοιρολόγια, «τα τραγούδια του Κάτω Κόσμου», λες και δεν του φτάνουν τα λεπίδια της Φύσης που τον τριγυρίζουν για να περιγράψουν τον πόνο του. Οι Μανιάτες είναι αδιάφοροι για τα άκρα, αυτό που κατατρύχει σχεδόν μαν-ικά και το τελευταίο τους κύταρο  είναι η αναζήτηση της κόψης εκείνης που ορίζει τελεσίδικα την απαράδοτη αλλά μοιραία σύγκρουση της ζωής με το θάνατο. Τα κοφτερά Γκρεμά περιγράφουν καλύτερα απ’ ο,τιδήποτε άλλο τη μανιάτικη ψυχή που εξοικειώθηκε με το θάνατο σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να μπορέσει ν’ αντέξει την ίδια τη ζωή. Να’ναι άραγε τυχαίο που η κατακόρυφη πέτρινη βουνοπλαγιά του Ματαπά έρχεται και κλίνει απότομα προς τα νερά της θάλασσας, πέφτοντας στην είσοδο του Άδη ακριβώς με τον τρόπο που κλίνει η ζυγαριά του Δία ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και που έχει περιγράψει μοναδικά ο Όμηρος στο Κ της Ιλιάδας;

» Κι εκείνοι τρεις, γυρόφερναν,φορές το καστροτείχι,
μα σύντας φτάσαν πια, και τέταρτη φορά στις βρυσομάνες
τη ζυγαριά του την ολόχρυση τέντωσε ο Δίας πατέρας,

κι έβαζε κλήρους δυο, δεξόζερβα, του ανήλεου του θανάτου
στη μια του αλογατάρη του Έκτορα,και του Αχιλλέα στην άλλη

κ από τη μέση ως την εσήκωσε,το ριζικό του Έκτορα γέρνει στον Άδη…»
 
Τα Γκρεμά, τα περιέπλεαν ελάχιστοι από τους ψαράδες της περιοχής. Δεν είχαν όλοι τα κότσια του Αντώνη, ο οποίος έβγαινε από την Τσίπα για ψάρεμα, δεν πα’ να’χε και «Κατώκαιρο», δε πα’ να φύσαγε από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής «Καντάφης» λυσσασμένος. Ο Αντώνης σαν το θελε θα ‘βγαινε, κάνοντας τη μάνα του και την αδελφή του να σταυροκοπιώνται δίχως σταματημό. Ο Αντώνης ήταν ο ήρωας μας, ο κλασικός, θεόρατος, σιωπηλός και σκληροτράχηλος Μανιάτης που καταδεχόταν να ζυγίζει την παλικαριά του μόνο πάνω στην παλάντζα της Φύσης και όχι στην κρίση των ανθρώπων και ήταν γιαυτόν το πάλεμα με τη θάλασσα το μόνο κριτήριο της αντρειωσύνης  του και όχι τα όλο θαυμασμό βλέμματα και τα παινέματα των συντοπιτών του. Τα ντόπια παιδιά τον θαύμαζαν για τις ικανότητες που είχε ως ψαράς, εγώ πάλι, γιατί ήξερε όλες τις σπηλιές της Δυτικής Μάνης. Με τον Αντώνη σκαρφάλωσα για πρώτη φορά στη σπηλιά της Παναγιάς της Κλεφτρίνας, μια τόση δα σπηλιά μ’ένα εικονοστάσι στο μέσο της αφιερωμένο κανείς δεν ξέρει από πότε, από Μανιάτες πειρατές που κρύβονταν στις σπηλιές. Με τον Αντώνη σκαρφάλωσα και στο Απήδημα χωρίς να μπορώ να φανταστώ ότι στη σπηλιά αυτή θα επέστρεφα χρόνια αργότερα για αρχαιολογική έρευνα. Χάρις στον Αντώνη κολύμπησα στα σκοτεινά, κρύα και ήρεμα νερά της σπηλιάς του Άδη…
 
Τη θέση μας στη βάρκα του Αντώνη την είχαμε κερδίσει ο καθένας και για διαφορετικό λόγο, αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί έπαιρναν και μένα μαζί. Νομίζω πως ο Αντώνης διασκέδαζε που είχα μια ιστορία από τη μυθολογία για κάθε βραχάκι, για κάθε κύμα, για κάθε πουλί που συναντούσαμε στις θαλασσινές τις στράτες και αν δεν είχα μια ιστορία, δεν το’χα και σε τίποτε να σκαρώσω μια στα γρήγορα : » Αντών’! Σου’χω πει πως κάποιοι πιστεύουν ότι στις σπηλιές της Μάνης βρίσκονται κρυμμένες οι χαμένες φυλές του Ισραήλ και πως και μεις, οι Μανιάτες, έχουμε τον Αβραάμ για πατέρα μας όπως και οι Εβραίοι;», τον ρώταγα,δήθεν αθώα. Ένα βλέμμα, τρομαχτικότερο από τ’ανταριασμένα κύματα που έσκαγαν στο Ματαπά ήταν αρκετό να μου κόψει το λόγο και την πλάκα, μαχαίρι… Ψάρεμα, ποτέ μου δεν έμαθα γιατί το βαρίομουν, το μόνο που ήθελα ήταν να πηδάω από βραχάκι σε βραχάκι σαν το κατσίκι και να κάνω βουτιές στη θάλασσα, έμαθα όμως να ξεχωρίζω και να καθαρίζω τα ψάρια.
 

ΑΓΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΒΕΝΕΤΙΚΟ παρουσίαση στην Καλαμάτα Τετάρτη, Δεκ. 3 2008 

02 Δεκεμβρίου 2008 Αρ. Φύλλου:32828
Θέματα
Πρωτοσέλιδο
Σχόλια
Τοπικά
Αγροτικά
Πολιτιστικά
Ελλάδα
Αθλητικά
Χρονικά
Κοινωνικά
Χρηστικά
Βενζινάδικα
Κινηματογράφος
Τηλεόραση
Φαρμακεία
Χρήσιμα Τηλέφωνα
Επικοινωνία
Μεσίτες
Μικρές Αγγελίες
Σ. Κουγέας
Image«Αγνάντια στο Βενέτικο»
Η φράση «Αγνάντια στο Βενέτικο» (το νησάκι στο άκρο του Ακρίτα) ανήκει σ’ ένα παλιό θρηνητικό τραγούδι των αρχών του 1900, που αναφέρεται στις Κιτριές. Αυτή τη φράση διάλεξε ο φιλόλογος Σωκράτης Κουγέας ως τίτλο στο καινούργιο του βιβλίο, που παρουσιάστηκε προχθές στην Κεντρική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Πανελλήνια Ένωση Γυναικών Μάνης και το τοπικό παράρτημά της, με ομιλητές ανθρώπους των γραμμάτων, της δημοσιογραφίας και των εκδόσεων.

Στην προσπάθεια του, εκ Δολών Αβίας καταγόμενου, Σωκράτη Κουγέα να ανασκάψει για μία ακόμη φορά το παρελθόν της ιδιαίτερης πατρίδας του αναφέρθηκε η πανεπιστημιακός και συγγραφέας Νάντια Σερεμετάκη. «Η μνήμη δεν είναι μια πηγή από ιδέες. Συνδέεται με ήχους, με μυρωδιές, με αιθέρες, δηλαδή με τις αισθήσεις μας. Και χάρηκα, γιατί διαφαίνεται πως ο συγγραφέας, μέσα από τους τόπους και τους χρόνους που τον πήγαν τα έγγραφά του, κάνει και ένα ταξίδι στις δικές του αισθητήριες μνήμες», σημείωσε. 
Ο πανεπιστημιακός και κριτικός βιβλίου στο «Βήμα», Νίκος Μπακουνάκης, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της έκδοσης, υλικό από το αρχείο της οικογένειας του συγγραφέα: συμφωνίες για κτηνοτροφικές δραστηριότητες, εμπορικά τεφτέρια, ομολογίες δανείων, πωλητήρια χωραφιών και οικιών, διαθήκες, ένα υπόμνημα με το οποίο ο εν χηρεία σύζυγος διεκδικεί όσα του ανήκουν από τα υπάρχοντα της συζύγου, στοιχεία όπου αποτυπώνονται οι κοινωνικές σχέσεις των Μανιατών και ένα σημαντικό ιδιόχειρο έγγραφο του γενναίου Κολοκοτρώνη με πληροφορίες για την καταγωγή της οικογένειας Μαυρομιχάλη. 
«Έκδοση εγγράφων. Ίσως ακούγεται πολύ τεχνικό. Δεν είναι όμως» παρατήρησε ο Ν. Μπακουνάκης. «Πραγματικά, εγώ διάβασα το βιβλίο με μια διάθεση αφηγηματική, σαν να μπαίνω μέσα σ’ έναν κόσμο που ένας άνθρωπος του παραμυθιού, ένας αφηγητής μάς αποκαλύπτει. Τα έγγραφα αυτά έχουν καταπληκτικές ιστορίες». 
Το λόγο πήρε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Καθημερινή», Νίκος Ξυδάκης: «Το περασμένο καλοκαίρι, για πρώτη φορά, επισκέφθηκα τη Μεσσηνία. Η πρώτη βραδιά μάς βρήκε οικογενειακώς στο φιλόξενο σπίτι της οικογένειας Παπαδημητρίου, στις Κιτριές. Το ίδιο βράδυ ήρθε και το βιβλίο που μιλούσε για τις Κιτριές, την ιστορία της μεσσηνιακής Μάνης, τους ανθρώπους, τις δοσοληψίες τους, τα πάθη, τα μεγαλεία, τις μικρότητες. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι, ενώ κατέβαινα στη Μεσσηνία σαν τουρίστας, αυτή η διττή φιλοξενία, μου έδινε την ευκαιρία να δω το μέρος σαν πατριώτης. Λέξη παρεξηγημένη η τελευταία. Ένιωσα την τύχη που είχε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, όταν του έδειξε τη Μάνη ο πατέρας του Σωκράτη Κουγέα. Και, όταν πέθανε ο παππούς Σωκράτης, ακαδημαϊκός και φιλόλογος, ο Λορεντζάτος τού αφιέρωσε ένα σπουδαίο δοκίμιο, που μιλούσε για τη «Μέσα Ελλάδα». Γιατί ο Σωκράτης Κουγέας ασχολήθηκε σε όλη του τη ζωή με μια Ελλάδα που δε φαίνεται, αλλά υπάρχει. Μια χώρα που πάλλεται, που παράγει άλλους κραδασμούς, τροφοδοτεί άλλους ανθρώπους, οι οποίοι στις μέρες μας δε διαμορφώνουν αυτό που βλέπουμε ως Ελλάδα». 
Ο Ν. Ξυδάκης μίλησε για τη «μικροϊστορία» που αναδεικνύει ο εγγονός Σ. Κουγέας, «την ιστορία μιας γωνιάς, την ιστορία του χώματος, της γης». Και χαρακτήρισε το «Αγνάντια στο Βενέτικο» ένα «βιβλίο που σε κάνει να νιώθεις πολύτιμος, περήφανος κρίκος σε μια ιστορική αλυσίδα και όχι απλώς ένας τουρίστας στον τόπο σου». 
Στη φιλία του με τον Σωκράτη Κουγέα, που ελπίζει να μη διαρραγεί ποτέ, λόγω της εκδοτικής συνεργασίας τους, αναφέρθηκε ο Κώστας Παπαδόπουλος των εκδόσεων «Ποταμός». Ο συγγραφέας τον διαβεβαίωσε πως δε θα συμβεί κάτι τέτοιο, ενώ ευχαρίστησε την Ένωση Γυναικών Μάνης για την τιμητική εκδήλωση. Έκανε δε λόγο για τη σημαντικότητα των εγγράφων του βιβλίου, λέγοντας ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο τα παρουσιάζει ο ίδιος, αυτά έτσι κι αλλιώς έχουν τη δική τους αξία.
Την εκδήλωση χαιρέτισε η πρόεδρος της ΠΕΓΜ Γιώτα Ρίτσου – Σκλαβούνου, ενώ ο Σ. Κουγέας ευχαρίστησε ιδιαιτέρως την εκπρόσωπο του παραρτήματος στην Καλαμάτα, Αθηνά Ξανθάκη.

Της Μαρίας Νίκα

«Αγνάντια στο Βενέτικο» στην Καλαμάτα Πέμπτη, Νοέ. 27 2008 

19 Νοεμβρίου 2008 Αρ. Φύλλου:32817
Θέματα
Σήμερα
Πρωτοσέλιδο
Σχόλια
Τοπικά
Αγροτικά
Πολιτιστικά
Ελλάδα
Αθλητικά
Χρονικά
Κοινωνικά
Χρηστικά
Βενζινάδικα
Κινηματογράφος
Τηλεόραση
Φαρμακεία
Χρήσιμα Τηλέφωνα
Επικοινωνία
Μεσίτες
Μικρές Αγγελίες
Το νέο βιβλίο του Σ. Κουγέα στην Καλαμάτα

 

 

 

Το καινούργιο βιβλίο του Σωκράτη Κουγέα με τίτλο «Αγνάντια στο Βενέτικο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ποταμός», θα παρουσιαστεί την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στις 11.30 το πρωί στην Κεντρική Σκηνή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Καλαμάτας.

 

Ομιλητές θα είναι ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και κριτικός βιβλίου της εφημερίδας «Το Βήμα» Νίκος Μπακουνάκης, ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» Νίκος Ξυδάκης, η πανεπιστημιακός και συγγραφέας Νάντια Σερεμετάκη και η Αναστασία Λαμπρία των εκδόσεων «Ποταμός».

 

Στην πρόσκληση, διαβάζουμε για το βιβλίο: «Κιτριές: ένας μικρός λιμιώνας που έχει μεγάλην ιστορίαν. Ειδήσεις από τα ανέκδοτα αρχεία της Βενετίας. Στιγμές από την κοινωνική και οικονομική ζωή της ΒΔ Μάνης μέσω εγγράφων (1678-1849) από το αρχείο του ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα.

 

Την εκδήλωση διοργανώνει ο Πολιτιστικός Εξωραϊστικός Σύλλογος Γυναικών Μάνης, ενώ 10.00 με 11.00 το πρωί στο χώρο της εκδήλωσης θα διεξαχθούν εκλογές για το Δ.Σ. του Συλλόγου.

 

 

ΕΚΔΟΣΗ ΜΕ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΗΣ ΜΑΝΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΥΓΕΑ (1901-1904) Σάββατο, Νοέ. 8 2008 

 

 

 

 


«Διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας»

 

 

«Στην άκρην της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι». Ο κάτω κόσμος είναι μια αντανάκλαση του κόσμου των ζωντανών στα μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης: περιβόλια, κάστρα, κρυστάλλινες βρύσες, μπαρμπεριά, γαρίφαλα, βιόλες

 

 

 

ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ

Τα συστατικά και η μορφολογία των μοιρολογιών συνδέουν τη νεοελληνική ποίηση με τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, επισήμανε ο Μιχάλης Μερακλής (καθηγητής Πανεπιστημίου) κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Τραγούδια του Κάτω Κόσμου» Μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης από τη συλλογή του Ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα κατά τα έτη 1901-1904, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό».

Η έκδοση των τραγουδιών συνοδεύεται από μοναδικές φωτογραφίες της εποχής εκείνης, από το οικογενειακό περιβάλλον του Σωκράτη Κουγέα, την περιοχή των Δολών και των κατοίκων τους, καθώς και άλλους τόπους της Μεσσηνιακής Μάνης.

Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι τα τραγούδια αυτής της συλλογής, τα μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης, παρέμειναν αναξιοποίητα επί 92 χρόνια, μέχρι να ανακαλυφθούν στο προσωπικό αρχείο του καθηγητή Σωκράτη Κουγέα, από τον συνονόματο εγγονό του, ο οποίος τα μετέγραψε, τα σχολίασε και επιμελήθηκε την έκδοσή τους.

Τα 139 μοιρολόγια κατά τον Σωκράτη Βενέτη Κουγέα είναι φορείς ενός κόσμου αξιών που ξεπερνά τα στενά όρια της Μάνης: από τη Μάνη ως την Κύπρο, φαίνεται ότι τα τραγούδια αυτά ταξίδεψαν και αγαπήθηκαν, άλλα ως θρησκευτικά τραγούδια και άλλα ως παραλογές, που ο ήρωάς τους απέκτησε μυθική υπόσταση.

Στο προλόγισμα της συλλογής ο Ζήσιμος Λορεντζάτος τονίζει μεταξύ άλλων: «Τα Μοιρολόγια της Μάνης είναι ένα κελάρι όπου φυλάγονται τα διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ μοναχά σε έναν στίχο, που με τύφλωσε με τη φυσική λάμψη του, σαν ένα μονόπετρο θα τον έλεγα ανακατεμένο ανάμεσα στα υπόλοιπα διαμαντικά. Μια τέτοια εικόνα ή ποιητική σύλληψη δεν θα την αποτολμούσε (και δεν την αποτόλμησε όσο ξέρω) κανένας επώνυμος ποιητής.

Μπορεί άλλες πολλές, τέτοια όχι:

Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις.

Μονάχα ο ανώνυμος λαός μπορούσε να προχωρήσει αυθεντικά ως εκεί, δίχως να υποψιάζεται την τέχνη του, όπως το παιδί δεν υποψιάζεται την αθωότητά του».

Στην ενότητα «Στην άκρην της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι» επισημαίνεται ότι: «Οι στίχοι φανερώνουν τα συναισθήματα των νεκρών με έναν θρήνο, που εκδηλώνει στην ουσία την υπαρξιακή ανησυχία των ζωντανών, καθώς βλέπουν τη ζωή τους να φεύγει, χωρίς να τη χαίρονται όπως θα ήθελαν:

«Ένα μικρό αρχοντόπουλο ξεβγήκε από τη χώρα
σούρνει αλογάρια δώδεκα και μούλες δεκαπέντε,
στη μούλα την καλύτερη μόσχο είχε φορτωμένο
και πίσω στα καπούλια της ο νιος ήταν καβάλα
και από τον μόσχο τον πολύ και από την μυρωδία
αποικομήθηκε ο νιος στης μούλας τα καπούλια.
Ξεχάνει (η) μούλα το στρατί και σ’ άλλη στράτα πάει.
Ανανοήθηκε ο νιος στης μούλας τα καπούλια:
Μούλα, που μ’ ήφερες εδώ; οι κλέφτες θα μας πιάσουν.
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν τον είπε,
μια παταριά τ’ ανάψανε με δυο ασημένια βόλια,
το ‘να το πήρε στην καρδιά και τ’ άλλο στα πνεμόνια».

Ο Βασίλης Διοσκουρίδης (εκδότης) όταν αναφέρθηκε στους στίχους για το μικρό αρχοντόπουλο και στον συμβολισμό λέξεων και εικόνων που συνθέτουν αυτό το μνημείο της ανώνυμης ελληνικής τέχνης του λόγου, είπε ότι σε αντίθεση με την «Κραυγή» του Ιταλού ποιητή Λεονάρντι όπου η φύση είναι αδιάφορη, στο θέμα (του μοιρολογιού) με το αρχοντόπουλο, η ελληνική φύση συμπάσχει με τον άνθρωπο, και στο συγκεκριμένο θέμα, με το αδικοχαμένο παλικάρι.

Δημοσίευση στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ«, 24-04-2000

Επόμενη σελίδα: »