Η σημασία των γεγονότων του Σεπτεμβρίου του 1826 στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Τρίτη, Ιον. 6 2017 

*Βαλτεσινίκο, Σεπτέμβριος 2016

Μέσα στο χρόνο συμβαίνουν  «μικρά» -αλλά όχι ασήμαντα- γεγονότα  που η Ιστορία κρύβει στα σπλάχνα της, μικρές ψηφίδες που συμπληρώνουν την ατέρμονη πορεία των κοινωνιών. Είναι γεγονότα που ιστορικοί και ιστοριοδίφες σκύβουν πάνω τους και τα αποκαλύπτουν σαν μικρά λαμπερά πετράδια της ιστορίας του κάθε λαού. Γεγονότα που καταδεικνύουν αφοσίωση σε ιδέες και σκοπούς, που παραδειγματίζουν με τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των ιστορικών υποκειμένων, γεγονότα που συχνά λειτουργούν σαν φάρος στην πορεία των μικρών και μεγάλων κοινωνιών, ως πρότυπο συμπεριφοράς, ως στοιχείο επιβεβαίωσης της συνοχής και της κοινής συνείδησης.

 

Πολύ περισσότερο από κάθε άλλο ιστορικό γεγονός ο ξεσηκωμός των Ελλήνων του 1821 είχε ανάγκη από τέτοια γεγονότα-παραδείγματα για να προχωρήσει την πορεία του στην Ιστορία, γιατί η επανάσταση του ’21 ήταν λαϊκή επανάσταση, με φορέα απλούς ανθρώπους που πήραν απάνω τους την υπόθεση της δημιουργίας εθνικού κράτους. Και όσο κι αν τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι υπήκοοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν μεγάλα και οδήγησαν σε δυσφορία και εξεγέρσεις, η επανάσταση του 1821 άφησε νωρίς πίσω της το κοινωνικό της ένδυμα και καταγράφηκε ως η πρώτη εθνική επανάσταση στην ευρωπαϊκή ιστορία που τελεσφόρησε.

 

Ο εθνικός χαρακτήρας της επανάστασης υφάνθηκε από τους Έλληνες διαφωτιστές, τον Ρήγα Φεραίο, τον Κοσμά τον Αιτωλό, Αδαμάντιο Κοραή, και τόσους άλλους που με το λόγο τους και με τις πράξεις τους αναδείκνυαν  ως συνεκτικό κρίκο των λαών πέρα από τις κοινωνικές αντιθέσεις την κοινή γλώσσα, την κοινή πίστη, και κυρίως τα κοινά ήθη και έθιμα των κατοίκων της νότιας βαλκανικής. Σ’ αυτά πάτησαν κι οι φιλικοί, σ’ αυτά πάτησε κι ο γέρος του Μοριά που ξεσήκωσε τους Μανιάτες, που παρέσυρε του Μεσσήνιους, που έβαλε τους Αρκάδες και τους άλλους Πελοποννήσιους στην υπόθεση της επίτευξης του μεγάλου σκοπού της δημιουργίας κράτους με εθνικά χαρακτηριστικά και βασισμένο στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης: ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη.

 

Η  Ιστορία κρύβει στα σπλάχνα της τις μικρές ψηφίδες. Μια τέτοια ψηφίδα στην πορεία αυτού του τόπου είναι και η ηρωική στάση που τον Σεπτέβριο του 1826 κράτησαν στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου οι Βαλτεσινιώτες και άλλοι Αρκάδες απέναντι στην επέλαση του Ιμπραήμ. Μετά την πτώση του Μεσολογγίου ο Ιμπραήμ επέστρεψε στην Πελοπόννησο και επιχείρησε να καθυποτάξει τις επαρχίες που αποτελούσαν τις βασικές εστίες αντίστασης. Με εξαίρεση τη Μάνη, όπου αποκρούστηκε τον Ιούνιο του 1826 στο Δυρό και στη Βέργα και τον Αύγουστο στον Πολυάραβο, αλλά και την Καρύταινα και την περιοχή του Ναυπλίου, ο Ιμπραήμ είχε πετύχει να ελέγχει σχεδόν όλα τα σημαντικά οχυρά της Πελοποννήσου. Απέναντι στην κατάσταση αυτή οι δυνατότητες αντίδρασης της ελληνικής πλευράς ήταν περιορισμένες κι εκείνο που κράτησε ζωντανή την υπόθεση του ξεσηκωμού, ήταν οι αντιδράσεις των μικρών κοινωνιών που αντιστάθηκαν στην εύκολη λύση απελπισίας που προσέφεραν τα «προσκυνήματα», οι δηλώσεις υποταγής, στα οποία αρκετές περιοχές κατέφυγαν.

 

Έχοντας πίστη στην υπόθεση της ελευθερίας της κοινότητας, δεν επέλεξαν τον εύκολο δρόμο της ατομικής σωτηρίας, αλλά ενωμένοι στάθηκαν με όποια μέσα διέθεταν απέναντι στον δυνάστη που όριζε τις τύχες των παιδιών τους, που άρπαζε το βιος, που όριζε τη ζωή και το θάνατο του καθενός. «Ελευθερία ή θάνατος» είναι το σύνθημα που κρύβεται πίσω από την αγωνία όλων εκείνων Βαλτεσινιωτών και των άλλων Αρκάδων που επέλεξαν να ζητήσουν καταφυγή στο μοναστήρι του αγίου Νικολάου το Σεπτέμβρη του 1826. Κι η αϊτοφωλιά του μοναστηριού τους πρόσφερε το καταφύγιο που ζητούσαν και η πίστη τους στον αγώνα για ελευθερία και το πείσμα τους τούς κατέταξε δίπλα στους αγωνιστές της Βέργας, του Δυρού, του Πολυάραβου.

 

Ήταν για τον Ιμπραήμ πράξη εκδίκησης για τον σκοτωμό του ανιψιού του η στροφή κατά των κατοίκων του Βαλτεσινίκου; και πράξη φόβου ο εγκλεισμός των κατοίκων του τόπου ετούτου στη μονή  του αγίου Νικολάου; Δύσκολο να δοθεί απάντηση γιατί κανείς μας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια τα κίνητρα του κάθε άνδρα, της κάθε γυναίκας, του κάθε οπλαρχηγού ή ιερέα που κλείστηκε στο μοναστήρι. Κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση αν ο σκοτωμός του ανιψιού του Μπεόπουλου ήταν αιτία ή αφορμή για να στραφεί ο Ιμπραήμ με καταστροφικές διαθέσεις προς το  Βελτεσινίκο.

 

Τα γεγονότα καταγράφονται στην ιστορία όχι με τις προθέσεις -αυτές συχνά εξωραϊζονται ή μυθοποιούνται εκπληρώνοντας προσδοκίες και οράματα συγχρόνων ή κατοπινών. Τα γεγονότα καταγράφονται σύμφωνα με τις πράξεις και τις συνέπειες τους. Κι όσα συνέβησαν στον τόπο αυτό πριν από 190 χρόνια είναι ανάγκη να τα αποτιμήσουμε σύμφωνα με αυτές τις παραμέτρους. Σε μια περίοδο της επανάστασης που ο εμφύλιος σπαραγμός είχε αδυνατίσει, σχεδόν μηδενίσει την αποτελεσματικότητα των επαναστατημένων Ελλήνων, σε μια περίοδο που ο Νενέκος είχε λιποτακτήσει κι είχε ταχθεί στο πλευρό του Ιμπραήμ, σε μια στιγμή που οι συνθήκες υποχρέωσαν τον Κολοκοτρώνη να κραυγάσει το τρομακτικό εκείνο “φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους” για να αναθερμάνει την επανάσταση και να κρατήσει ζωντανές τις ελπίδες του σκοπού της, οι πολιορκημένοι στη μονή του Αγίου Νικολάου με την άρνησή τους να αφεθούν στην εξουσία του Ιμπραήμ, με την άρνησή τους να δηλώσουν υποταγή, σφυρηλάτησαν τους δεσμούς που διαπλάθονται με τους κοινούς κανόνες συμπεριφοράς και την κοινή πίστη. Με τη στάση που κράτησαν και τη μάχη που έδωσαν, υπογράμμισαν τα στοιχεία εκείνα που τους καθιστούν διακριτούς ως κοινότητα και δικαιώνουν τον αγώνα τους για ελευθερία και αυτοδιάθεση.

 

Κατά τις διηγήσεις ο Ιμπραήμ οργίστηκε κι ορκίστηκε για εκδίκηση όταν συνάντησε τη σκυλευμένη σορό του ανιψιού του και μιας και ο αρχηγός των πολεμιστών που συνέλαβε τον Μπεόπουλο ήταν Βαλτεσινιώτης, θέλησε να εκδικηθεί εξανδραποδίζοντας και εξοντώνοντας τους Βαλτεσινιώτες. Την τρομερή είδηση την έφερε στο Βαλτεσινίκο ο Κούνος, αρχηγός των Βαλτεσινιωτών πολεμιστών, σκορπίζοντας τον πανικό σε κάποιους που κατά μόνας πήραν τα βουνά.

 

Όμως, πέρα από τις διηγήσεις στις λεπτομέρειες των συμβάντων, την Ιστορία ενδιαφέρει ότι ο πανίσχυρος Ιμπραήμ στράφηκε κατά  του Βαλτεσινίκου, ενός μικρού χωριού. Το βιος των κατοίκων λεηλατήθηκε, το χωριό κάηκε μα οι περισσότεροι κάτοικοί του αρνήθηκαν την παράδοση και την υποταγή, κι επέλεξαν σαν ένας να αγωνιστούν για να να ορίσουν ελεύθερα τις τύχες τους και ζήτησαν προστασία από τον τόπο τους και την πίστη τους, στο οχυρωμένο μοναστήρι του Αη-Νικόλα. Φύση και άνθρωποι ένα… και την Ιστορία ενδιαφέρει πως ο μικρός κι αδύναμος λαός σ’ αυτόν τον τόπο, με ενότητα και θέληση μπορεί να νικήσει εχθρό με υπέρτερες δυνάμεις, ανατρέποντας τη λογική των αριθμών και των συγκρίσεων.

 

Στο Βαλτεσινίκο οι βράχοι εμπόδιζαν κάθε προσπάθεια των στρατιωτών του Ιμπραήμ να πλησιάσουν, κι όσα κι αν μηχανεύτηκαν οι Γάλλοι σύμβουλοι, δεν στάθηκαν ικανά να κάμψουν την άμυνα φύσης κι ανθρώπων. Έξι προσπάθειες να εισβάλουν οι Αιγύπτιοι στο μοναστήρι, κι οι έξι άκαρπες. Πότε τα απόκρημνα βράχια, πότε το πείσμα κι ευρηματικότητα των πολιορκουμένων εξάντλησαν την υπομονή του Ιμπραήμ: έπρεπε πάσει θυσία να τελειώνει μ’ αυτούς τους ανυπόταχτους.

 

Έβδoμη και τελευταία πρoσπάθεια, ξύλα, πουρνάρια, φρύγανα έξω από την πόρτα του μοναστηριού. Η φωτιά υψώνεται, το μοναστήρι αντέχει… Οι πολιορκητές προσπαθούν να τρομάξουν όσους ήσαν κλεισμένοι στο μοναστήρι χτυπώντας χαλκώματα που ηχούν σαν τρομερά κρόταλα πολέμου μέσα στο σκοτάδι για να γεμίσουν πανικό στους Βαλτεσινιώτες. Μα εκείνοι κατορθώνουν να μετατρέψουν το σκοτάδι σε φως: κόβουν κομμάτια τις φουστανέλες τους, τις βουτούν στο λάδι και τις πετούν στον αέρα για φωτίσουν τους στόχους τους -κομμάτια φουστανέλας φλεγόμενα σα σε γιορτή που  προαναγγέλλει την ανάσταση του έθνους.

 

Τέλος της έβδομης πράξης, τέλος για την πολιορκία της μονής του Αγίου Νικολάου. Τα θύματα στο στρατό του Ιμπραήμ πολλά, οι απώλειες των πολιορκημένων Ελλήνων ασήμαντες. Πριν καλά-καλά φέξει ο Ιμπραήμ διατάσσει αποχώρηση.

 

Η μάχη του Αγίου Νικολάου είναι ένα ακόμα γεγονός που όσο κι αν τα βιβλία της επανάστασης του αφιερώνουν λίγες μόνον αράδες, σε μια περίοδο που ο εθνικός αγώνας το είχε μεγάλη ανάγκη, σφυρηλάτησε με το δικό του τρόπο την ενότητα ενός λαού, κι έδωσε προοπτική στο αίτημα για αυτοδιάθεση. Ένα ακόμα δείγμα ηρωισμού και πίστης στην αξία της ελευθερίας από ανθρώπους που πάλεψαν για αξίες, από απλούς ανθρώπους, άντρες, γυναίκες, παιδιά που άντεξαν το φόβο, τη δυστυχία, δάσκαλοι ήθους και αυταπάρνησης που αψήφισαν το θάνατο. Τα όσα συνέβησαν στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου συμπληρώνουν μια ακόμα ψηφίδα στο μωσαϊκό της ιστορίας μας που έμελλε να γεννήσει ένα κράτος ανεξάρτητο, ένα κράτος που στο πρώτο του σύνταγμα θέτει πάνω από όλα την ισότητα και την κοινωνική  δικαιοσύνη.

 

 

 

Advertisements

Από τον εορτασμό της 23 Μαρτίου 1821 στις Κιτριές Σάββατο, Μαρ. 27 2010 

Σεβασμιότατε, αξιότιμοι κύριε Νομάρχα, κύριε Δήμαρχε, κυρία Βουλευτά, κυρίες και κύριοι,

Δεν ξέρω πώς θα άρχιζε τον λόγο του ο παππούς μου αν σήμερα τον καλούσαν να μιλήσει σε τούτο «τον μικρό λιμιώνα πού ’χει μεγάλη ιστορία» όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τις Κιτριές.

Θα ξεκινούσε με κάποια προσωπική ιστορία από την παιδική του ηλικία· ίσως να έστρεφε το βλέμμα του στο γυναικωνίτη του Μαυρομιχαλαίικου αυτού ναού για να αναζητήσει την πήλινη κολυμπήθρα όπου με Μαυροχιχαλαίικο λάδι τον βάφτισε χέρι Μαυρομιχάλη.

Μεγάλο όνομα σ’ ένα μεγάλο τόπο: με ανθρώπους πολύτιμους, όσο πολύτιμος είναι  και ο τόπος αυτός, όσο πολύτιμο είναι και το λιμάνι αυτό.

Ένας πολύτιμος τόπος, ένα πολύτιμο λιμάνι: Τούρκοι, Φράγκοι, Ενετοί ετούτο το λιμάνι γύρεψαν να ελέγξουν· εδώ από το Οίτυλο ο Λιμπεράκης Γερακάρης ήρθε και πήρε χτήματα στους Δολούς και τους Μύλους της Μαντίνειας· εδώ, κι αυτός από τη Μέσα Μάνη, ήρθε κι έχτισε τον πύργο του ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης· εδώ Τούρκοι κι Ενετοί διάλεξαν να χτίσουν και να εξοπλίσουν το κάστρο της Ζαρνάτας για να ελέγξουν το λιμάνι αυτό.

Ζαρνάτα και Κιτριές: το κάστρο και το φυσικό λιμάνι κλείνουν μέσα τους τη μεγάλη ιστορία του τόπου· σ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο τόπος αυτός υπήρξε ο σύνδεσμος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, με το λάδι, το μετάξι, τα βελανίδια, τα σύκα, με τους ίδιους τους ανθρώπους του που κατόρθωσαν να συντηρήσουν την ιδέα της αυτονομίας, της κυριαρχίας στον τόπο τους και την αυτοδιάθεσή τους. Κι όποτε τους δινόταν η ευκαιρία δεν δίστασαν να στρέψουν τα τόξα τους, τα σπαθιά τους, τα τουφέκια τους κατά της Οθωμανικής απειλής.

Κι όσο κι αν τους εγκατέλειπαν οι Ενετοί, οι Ισπανοί, οι Ρώσοι, με επιμονή και μ’ ένα πάθος αλλόκοτο ξανάπιαναν το νήμα από την αρχή. Και στη μεγάλη στιγμή του ’21 βρέθηκαν εδώ, πρώτοι κι έτοιμοι να θυσιάσουν την αυτεξούσια κυριαρχία τους για τη μεγάλη ιδέα του ανεξάρτητου κράτους. Από εδώ στις 22 Μαρτίου ξεκίνησαν τα καλύτερα παλικάρια του Πετρόμπεη κι ενώθηκαν με εκείνα του Μούρτζινου, συνάντησαν τον Γέρο του Μοριά κάπου στη Σέλιτσα για να καταλάβουν την Καλαμάτα· και την κατάλαβαν· και υποχρέωσαν το Τούρκο διοικητή  σε πράξη παράδοσης, που σημαίνει αναγνώριση κυριαρχίας του αντιπάλου.

Κι όσο κι αν η Ιστορία επιφύλαξε στους Μανιάτες και σκοτεινές σελίδες, κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει το προνόμιο ότι άνοιξαν τον πόλεμο του ’21: Μανιάτες από την Τσίμοβα, την Καρδαμύλη, τις Κιτριές σε έναν πόλεμο για τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, για ένα κράτος δικαίου.

Κι ο άρχοντας του τόπου, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης δε δίστασε να διακινδυνεύσει τη ζωή του γιου του, όμηρου της Πύλης στην Κωνσταντινούπολη, να θυσιάσει την εξουσία του για αυτόν τον ωραίο αγώνα, για ένα αύριο που, όσο κι αν έλαμπε, δεν έπαυε να είναι αβέβαιο.

Φίλες και φίλοι, πατριώτες,

Τον τόπο αυτό οι πρόγονοί μας τον φύλαξαν αιώνες αλώβητο. Στον τόπο αυτό συντήρησαν τη σπίθα της ανεξαρτησίας στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κι αυτόν τον τόπο οφείλουμε να τον διαφυλάξουμε: να διαφυλάξουμε τις ελιές και τ’ αρμάκια τους, τα κυπαρίσσια και τα μονοπάτια του, τις εκκλησιές και τα σπίτια του· γιατί σ’ αυτά κρύβεται ένας πλούτος που παραδόθηκε, ένας πλούτος σπάνιος γιατί δένει τον άνθρωπο με τη γη, με την πίστη, με την ελευθερία.

Καλαμάτα 23η Μαρτίου 1821 Σάββατο, Μαρ. 27 2010 

Καλαμάτα 23η Μαρτίου 1821*

Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Μεσσηνίας, Αξιότιμοι κύριοι Νομάρχα Μεσσηνίας και Δήμαρχε Καλαμάτας, κύριοι Δήμαρχοι, κυρία υπουργέ, κύριοι και κυρίες βουλευταί, αγαπητοί συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι:

Το 1821 ήρθε το ξάφνιασμα: η εκ του μηδενός εμφάνιση ενός έθνους· «εκ του μηδενός», καθώς, θαμμένα στην ιλύ που απόθεσε το ποτάμι της Ιστορίας, που πέρασε μέσα από τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, την Οθωμανική αυτοκρατορία, που παρέσυρε Σλάβους, Άραβες, Φράγκους, Ενετούς τα χαρακτηριστικά του, αντί να σβήσουν, ρίζωσαν ακόμα πιο βαθιά στον τόπο ετούτο· και το έθνος, με τα χρώματα που το προίκισε όλο αυτό το υλικό, ήρθε η στιγμή που πρόβαλε και ξάφνιασε· διεκδίκησε το χώρο του σε μια Ευρώπη που εγκυμονούσε το πέρασμά της σε μια νέα εποχή, εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και ατομικών ελευθεριών.

Σ’ αυτή τη δίνη των αλλαγών, μεγάλων επαναστάσεων και πολέμων, ποια η σημασία του αγώνα των κατοίκων μιας επαρχίας στις εσχατιές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Κι ήταν ο αγώνας αυτός εξέγερση, επανάσταση ή πόλεμος;

Αφηγείται ο Γέρος του Μοριά: «Η Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά τη γνώμη μου, ν’ ανοίξη τα μάτια τού κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο· τους βασιλείς τούς ενόμιζον ως θεούς της γης και ό,τι κι έκαμναν το έλεγαν ”καλά καμωμένο”». Και πάρα κάτω: «…δεν είναι παρά η Επανάστασίς μας, όπου εσχέτισεν του Έλληνας».

Την εθνική συνείδηση καλλιέργησαν άνθρωποι φωτισμένοι σαν τον Ρήγα Φεραίο με τα δοκίμιά του, τον Κοσμά τον Αιτωλό με τις διδαχές του, τον  Ανώνυμο με τη Νομαρχία του κι άλλους εκπροσώπους του Ελληνικού Διαφωτισμού. Το κίνημα αυτό ενάντια στην αυθαιρεσία της Πύλης, την κοινωνική αδικία και την καταπίεση αποκτά τα δικά του χαρακτηριστικά και καταγράφεται ως επανάσταση έθνους.

Και θά  ’λεγε κανείς ότι μπροστά σε τέτοια θαυμάσια γεγονότα, μπροστά σε γεγονότα που άλλαξαν την εικόνα όχι μόνον μιας γεωγραφικής περιοχής, αλλά ολόκληρης ηπείρου, το πρόβλημα τού από πού ξεκίνησε ο αγώνας αυτός ακούγεται λεπτομέρεια άνευ ουσίας, δίνει την αίσθηση της τοπικιστικής εμμονής. Πρωτεία στον αγώνα αυτό δεν πρέπει να διεκδικεί κανένας τόπος και δεν πρέπει να αποδίδονται σε κανένα από τους συμμετέχοντες σ’ αυτόν· γιατί κάθε τόπος με το λαό του στον αγώνα αυτό συμμετείχε και διακινδύνευσε ανάλογα με τις δυνάμεις του και τις δυνατότητές του. Κάθε τόπος και κάθε αγωνιστής κατέκτησε τη  θέση του, έβαλε τη δική του υπογραφή και πρόσφερε για την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Κάτω από αυτό το πρίσμα έχει άραγε νόημα η σημερινή αναπαράσταση; έχει άραγε σημασία, πέρα από την συμπλήρωση της Ιστορίας με μια υποσημείωση για το τι συνέβη στο νοτιότατο άκρο της Βαλκανικής και σε τούτη εδώ την πόλη στις 23 Μαρτίου 1821; έχει άραγε ιδιαίτερη σημασία το να υπογραμμίζεται η παρουσία του Γέρου του Μοριά στον Πύργο του Μούρτζινου λίγες μέρες πριν την έναρξη του αγώνα και η ανταπόκριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο ιστορικό κάλεσμα;

Αν επιδιώκουμε την ανάγνωση της Ιστορίας στα γεγονότα καθ’ εαυτά, ξεκομμένα από το παρελθόν τους και το μέλλον τους, τα όσα συνέβησαν την 23η Μαρτίου στην Καλαμάτα πράγματι δεν έχουν σημασία. Η κατανόηση όμως του φαινομένου της ίδρυσης του ελληνικού κράτους απαιτεί κάθε γεγονός που συνέβαλε σ’ αυτό να το αξιολογήσουμε με βάση τη συμβολή του στο γίγνεσθαι.

Και ποιος αμφιβάλλει πως οι κάτοικοι του τόπου αυτού, αποτέλεσαν για αιώνες την ελπίδα των Ενετών, των Ισπανών, των Ρώσων· την ελπίδα για περιορισμό της δύναμης και της παρουσίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι Ενετοί σχεδιάζουν την στήριξη ίδρυσης Βασιλείου της Πελοποννήσου, του Regnio di Morea· οι Ισπανοί διεκδικούν από τους Ενετούς την επιρροή στους Μανιάτες. Η κραταιά Δημοκρατία της Βενετίας αντιμετωπίζει τη Μάνη ως ανεξάρτητη, και υποδέχεται τους απεσταλμένους της με τις τιμές και το πρωτόκολλο που αρμόζουν σε πρέσβεις κυρίαρχων κρατών· η Ρωσία, κι αυτή για τα δικά της συμφέροντα, επιχειρεί τη δική της παρέμβαση στην περιοχή του Αιγαίου, προσβλέποντας στη σύμπραξη των Μανιατών και των Καλαματιανών.

Δεν θα μπορούσε χωρίς τον Παναγιώτη Μπενάκη, χωρίς τον Πετρόμπεη και τον Μούρτζινο να ξεκινήσει ο αγώνας του ’21. Και δεν θα είχαμε μορφές σαν κι αυτές αν δεν υπήρχε το προηγούμενο της Μάνης, αν δεν παρενέβαιναν οι κάτοικοι της άγονης αυτής γωνιάς στο ρου της Ιστορίας.

Δυο μόλις δεκαετίες μετά την εισβολή των Οθωμανών στη Βαλκανική, το 1479 οι Μανιάτες με τους Κλαδαίους αντιστέκονται. Κι αν οι ελπίδες τους προδόθηκαν από τους πολλά υποσχόμενους Ενετούς και Ισπανούς, πείσμονες οι κάτοικοι του τόπου αυτού επέμειναν· επέμειναν για την ελευθερία τους, για την αξιοπρέπειά τους, κλεισμένοι στη φτωχή τους πατρίδα. Έναν αιώνα αργότερα το 1570 ο απεσταλμένος του Βασιλέα της Ισπανίας γράφει: «Οι Μανιάτες είναι γενναίος λαός και πάντοτε ανυπότακτος στους Τούρκους». Κι είναι η χρονιά εκείνη που οι Μανιάτες καθοδηγούν εαυτούς και τους άνδρες του Ενετού Marko Querini  να καταλάβουν το κάστρο του Πόρτο Κάγιο, απαλλάσσοντας την περιοχή από το μάτι του Σουλτάνου.

Και καθώς οι ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις αισθάνονται όλο και πιο απειλητική την ανάσα  του Σουλτάνου δίπλα στις αυλές τους, στρέφονται στους κατοίκους του τόπου αυτού για να αρχίσει πόλεμος κατά των Τούρκων. Το βασίλειο του Μοριά, σχεδιάζεται ως η διάδοχη κατάσταση μετά την επιδιωκόμενη αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Και σ’ αυτό το Βασίλειο εκείνοι που θα όριζαν, ήταν οι Μανιάτες

1659: Μανιάτες και Ενετοί καταστρώνουν σχέδιο απελευθέρωσης της Πελοποννήσου και πρώτη κίνηση των Μανιατών ήταν να εντάξουν στα όρια της χώρας τους την Καλαμάτα. Ένας νέος πόλεμος κατά των Τούρκων είχε αρχίσει.

Κι αν οι Τούρκοι προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τον έγκλειστο στα μπουντρούμια της Κωνσταντινούπολης Λιμπεράκη Γερακάρη για να τιθασεύσουν τους Μανιάτες κι αν προσπάθησαν να ελέγξουν τη Μάνη μέσω των Μπέηδων, ο πόλεμος κατά των Τούρκων δεν σταμάτησε ποτέ:

Πότε με τη στήριξη των Ενετών, πότε στηριγμένοι στις δικές τους δυνάμεις, οι Έλληνες της χερσονήσου του Ταϋγέτου αγωνίζονταν να κρατήσουν ελεύθερο τον τόπο τους, να περιφρουρήσουν την αυτονομία και την κυριαρχία τους. Κι ήταν αυτό όρος σταθερός και αδιαπραγμάτευτος στις συνεννοήσεις τους με τη Βενετία, την Ισπανία, τη Ρωσία.

Ήδη διανύσαμε στις κεφαλίδες της την Ιστορία αυτού του τόπου κατά την Τουρκοκρατία. Η γωνιά αυτή της Βαλκανικής στάθηκε η ελπίδα των δυνάμεων της Δύσης και της Ανατολής στις επιδιώξεις για περιορισμό της Οθωμανικής  αυτοκρατορίας. Στάθηκε, επίσης καταφύγιο κάθε κυνηγημένου από την Πύλη. Και πάνω απ’ όλα στάθηκε το λίκνο της δημιουργίας κράτους με εθνική συνοχή, ανταποκρινόμενο στις ιστορικές προκλήσεις που ξεπήδησαν από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς το αίτημα για αυτονομία και κυριαρχία ετίθετο αδιάκοπα.

Σ’ αυτόν το τόπο κατέφυγε ο Κολοκοτρώνης, στον πύργο του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη, κι έπεισε τον Πετρόμπεη, διακινδυνεύοντας τη ζωή του γιου του και παραμερίζοντας τα προσωπικά του συμφέροντα, να στρέψει τις δυνάμεις του κατά των Τούρκων. Κι ο αγώνας για την οργάνωση του πολέμου ξεκίνησε: «Από τας 6 Ιανουαρίου έως τας 22 Μαρτίου, επροσπάθησα, ενέργησα –αφηγείται ο Γέρος του Μοριά- εις την Μάνην να ενώσωμε διάφορα σπίτια μανιάτικα κατά τη συνήθειά τους, και τους ενώσαμε, τους αδελφώσαμε.»

Και πιο κάτω:

“Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλην, σημαντικό Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα δυο χιλιάδες Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, ο Κύβελος· Δυτική Σπάρτη. … Εις την Καλαμάτα  εκάμαμε συνέλευση, πόθεν να πρωτοκινήσωμε τα στρατεύματα…”.

Είχε προηγηθεί η πορεία: Στις 17 Μαρτίου δοξολογία στους Ταξιάρχες στην Τσίμοβα, την Αρεόπολη· τρεις μέρες μετά στις Κιτριές κι από εκεί ένα σώμα με αρχηγό τον Πετρόμπεη οδεύει προς την Καλαμάτα, στις 22 Μαρτίου 2000 ένοπλοι της Δυτικής Σπάρτης με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καταλαμβάνει υψώματα γύρω από την πόλη. Μαζί του Μούρτζινοι, Καπετανάκηδες, Κουμουντουράκηδες, Κύβελλοι, Χρηστέηδες. 23 Μαρτίου 1821 ο Ηλίας Μαυρομιχάλης πείθει τον Τούρκο διοικητή να παραιτηθεί και να παραδώσει με πρωτόκολλο την πόλη και τον τούρκικο οπλισμό· κι αμέσως μετά η δοξολογία μπροστά στους Αγίους Αποστόλους, τα λάβαρα των Ελλήνων και ο όρκος των αγωνιστών, η συγκρότηση της Μεσσηνιακής Γερουσίας. Τον τιμητικό τίτλο τού αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών δυνάμεων έφερε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης -λες σα συνέχεια της συνήθειας των αρχαίων Σπαρτιατών πού ’χαν δεδομένη την αρχηγία τους όταν εκστράτευαν με άλλες πόλεις· ή ακόμα σαν συνέχεια των επί τέσσερις αιώνες αγώνων των κατοίκων της Δυτικής Σπάρτης, να εξαπλώσουν την ηγεμονία τους σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο.

23 Μαρτίου 1821: Η Καλαμάτα είχε ελευθερωθεί· είχε παραδοθεί σε στρατό Ελλήνων με πράξη παράδοσης που σημαίνει πράξη αναγνώρισης της κυριαρχίας του αντιπάλου. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, είχε αναγνωρίσει την κυριαρχία των Ελλήνων της Δυτικής χερσονήσου του Ταϋγέτου στην Καλαμάτα, κέντρο εμπορικό, οικονομικό, σύμβολο ακμής και πλούτου για την περιοχή.

Η πρώτη έκφανση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ήταν γεγονός: από εκεί την επομένη ο Κολοκοτρώνης με τους 30 άντρες του και με 200 του Μούρτζινου  και 70 του Πετρόμπεη όδευσαν στη Σκάλα και συνέταξαν την ακόλουθη επιστολή προς τους Αρκάδες: «Η ώρα έφθασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. Τα πάντα είναι δικά μας και ο Θεός του παντός μεθ’  ημών έσεται· μην πτοηθείτε στο παραμικρόν…».

Αγαπητοί συμπολίτες,

Η μνήμη της ημέρας που τιμούμε σήμερα είναι χρέος  στους προγόνους μας που πριν δύο αιώνες έδωσαν το παράδειγμα για τον αγώνα τον καλό κι έγιναν σύμβολο που στήριζε τους κατοπινούς αγώνες του έθνους· είναι όμως χρέος υπέρτατο απέναντι στην Ιστορία που θέλει πέρα από θρύλους και μύθους, να μην ξαφνιάζεται, να ερμηνεύει, και να διδάσκει. Κι είναι μεγάλο το δίδαγμα που κλείνει ως σύμβολο η μέρα αυτή της 23ης Μαρτίου:

το πείσμα κι η πίστη σε στόχους και ιδανικά, όσο κι αν μας περιβάλλουν δύσκολες καταστάσεις και άρπαγες φίλοι κι εχθροί, πάντα από κάποιους συντηρείται· κι όταν η Ιστορία το επιτάξει, φουντώνει προετοιμάζοντας το νέο, το ωραίο, το αληθινό.

Κυρίες και κύριοι,

Οφείλουμε πολλά σ’ αυτές τις γενιές των λίγων φτωχών ανθρώπων που σκιασμένοι από τον όγκο του Ταϋγέτου, συντήρησαν στη φτωχή τους γη, την ιδέα της ελευθερίας που συντήρησαν την ιδέα του ανεξάρτητου κράτους, που έγιναν το εφαλτήριο για την έναρξη της επανάστασης του 1821 και την πραγματοποίηση του οράματος της ανεξάρτητης και κυρίαρχης Ελλάδας.


* Λόγος που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 2010 και την έναρξη της επανάστασης.