ΑριστείδηςΦουτρίδης, ο ελληνιστής του Χάρβαρντ Δευτέρα, Αυγ. 28 2017 

(Λαμπρινή Κουζέλη, εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 27/8/2017)
Η ζωή και το έργο του ικαριώτη πρωτοπόρου δασκάλου των ελληνικών γραμμάτων στις ΗΠΑ παρουσιάζεται σε πρώτο πρόσωπο μέσα από τις επιστολές του προς τους φίλους του Χρίστο Ν. Λαμπράκη, Σωκράτη Β. Κουγέα και τους συγγενείς του
ΑριστείδηςΦουτρίδης, ο ελληνιστής του Χάρβαρντ
Ο Αριστείδης Φουτρίδης. Φωτογραφία που εστάλη από την αδελφή του Δέσποινα στον Σωκράτη Κουγέα μετά τον θάνατό του
Αριστείδης Ε. Φουτρίδης
Το τιμιότερο πρόσφορο
Επιστολές του Αριστείδη Ε. Φουτρίδη προς τον Χρίστο Ν. Λαμπράκη, τον Σωκράτη Β. Κουγέα και συγγενικά του πρόσωπα

Επιμέλεια Σωκράτης Β. Κουγέας
Εκδόσεις Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2017
σελ. 345, τιμή 18 ευρώ 

Παιδί φανατικό για γράμματα, ο Αριστείδης Φουτρίδης, γιος του καπετάνιου Ευάγγελου Φουτρίδη, γεννήθηκε το 1887 στην Ικαρία και κατέληξε καθηγητής Ελληνικών Σπουδών στο Χάρβαρντ. Ο αιώνας που μας χωρίζει από την αναχώρησή του από την Ελλάδα και τον πρόωρο θάνατό του – πέθανε από συγκοπή σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών το καλοκαίρι του 1923 – έχει εξασθενίσει την ακτινοβολία του στα καθ’ ημάς, παραμένει όμως φημισμένο τέκνο του ελληνισμού της Διασποράς στους κύκλους των αποδήμων και πρωτοπόρος νεοελληνιστής στους κύκλους των αμερικανών ελληνιστών. Σπούδασε κλασική και αγγλική φιλολογία στο Χάρβαρντ – συνεχίζοντας τις σπουδές που άφησε ανολοκλήρωτες στην Αθήνα λόγω εσπευσμένης αναχώρησης για την Αίγυπτο για λόγους οικονομικούς – όπου και δίδαξε αφήνοντας σημαντικό λογοτεχνικό, μεταφραστικό και κριτικό έργο. Μελέτησε τους αρχαίους τραγικούς, εκπόνησε διατριβή (1910) για τον Διγενή Ακρίτη, μετέφρασε σύγχρονούς του λογοτέχνες, ίδρυσε τον «Ελικώνα» (1911-1918), την πρώτη ελληνική φοιτητική Ενωση στις ΗΠΑ, και δημοσίευσε στα αγγλικά δοκίμια για τους έλληνες λογοτέχνες της εποχής του.

Το περιπετειώδες μυθιστόρημα της ζωής του αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο στις εκατόν οκτώ επιστολές που κυκλοφόρησαν στον τόμο Το τιμιότερο πρόσφορο (ΜΙΕΤ, 2017) προς τους φίλους του Χρίστο Ν. Λαμπράκη και Σωκράτη Κουγέα, την αδελφή του Δέσποινα, τον αδελφό του Νείλο και άλλα συγγενικά του πρόσωπα. Την έκδοση των επιστολών, οι οποίες απόκεινται στο Ελληνικό, Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), επιμελήθηκε ο φιλόλογος και ερευνητής Σωκράτης Β. Κουγέας, εγγονός του ιστορικού, πανεπιστημιακού καθηγητή και ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα (1877-1966) και μελετητής της ζωής και του έργου του ηπειρώτη παιδαγωγού Χρίστου Ν. Λαμπράκη (1882-1925). Η αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή του στον τόμο καθώς και τα σοφά επιλεγμένα πραγματολογικά σχόλια που υπογράφει μαζί με την Κατερίνα Ευσταθίου πλαισιώνουν την προσωπική αποσπασματική αφήγηση του Φουτρίδη με όλα τα ιστορικά και φιλολογικά της συμφραζόμενα. Είναι τα χρόνια του Εθνικού Διχασμού, της όξυνσης του γλωσσικού ζητήματος, της συγκρότησης του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910), των μεγάλων βενιζελικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και των συνακόλουθων αναιρέσεών τους από τις αντίπαλες κυβερνήσεις. Είναι μια εποχή κινητικότητας και αισιοδοξίας για τις ελληνικές σπουδές. Στις επιστολές παρακολουθούμε από κοντά πώς οι τρεις φίλοι, συντασσόμενοι με τη βενιζελική παράταξη, τους δημοτικιστές και τον κύκλο του Νικόλαου Πολίτη, δίνουν ο καθένας από το δικό του μετερίζι αγώνα για την πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας. Ο Κουγέας ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέσα από άλλες δημόσιες θέσεις, ο Λαμπράκης ως συλλογέας δημοτικών τραγουδιών της πατρίδας του και θεμελιωτής των Νεοελληνικών Σπουδών στη Γενεύη με κληροδότημα που αφήνει μετά τον θάνατό του, και ο Φουτρίδης ως καταξιωμένος ελληνιστής σε ένα τα περιφημότερα πανεπιστήμια της αμερικανικής Ivy League, στη μνήμη του οποίου το Χάρβαρντ προσφέρει υποτροφία σε έλληνες φοιτητές.

Δάσκαλος του Κωνσταντίνου Τσάτσου
Φοιτητής στην Αθήνα, για να καλύψει τα έξοδα των σπουδών του, ο Φουτρίδης παραδίδει μαθήματα σε δύο παιδιά της οικογένειας Τσάτσου. Ο μικρότερος από τους μαθητές του, ο Κωστάκης, είναι ο μετέπειτα φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ήταν μόλις έξι ετών το 1905 όταν ο Φουτρίδης έφυγε από την Αθήνα συστήνοντας στην οικογένεια Τσάτσου ως διάδοχό του τον φίλο του Χρίστο Λαμπράκη, αυτό το «χρυσό παιδάκι» είχε ήδη εντυπωσιάσει τον δάσκαλό του με τις μαθησιακές του ικανότητες. Γνωρίζει τα μέρη του λόγου, κλίνει ουσιαστικά και ρήματα, κάνει αριθμητικές πράξεις και απολαμβάνει τις αφηγήσεις επεισοδίων από την ελληνική Ιστορία. «Είνε ψυχή ευφάνταστη και ποιητική. Δίδε τροφήν με εθνικά παραμυθάκια, με την αρχαίαν μυθολογίαν. Προ παντός πρόσεχε να λαμβάνη ύφος εμπνευσμένου· θα τον βλέπεις σχεδόν δακρύοντα» γράφει ο Φουτρίδης στον Λαμπράκη στις 24 Οκτωβρίου 1905 από την Αίγυπτο, καταλήγοντας: «Tον Κωστάκην πολύ τον αγαπώ και σοι τον εμπιστεύομαι με όλην την θέρμην της απείρου στοργής ην προς αυτόν τρέφω». Δέκα χρόνια αργότερα, στην Αμερική πια, βραβευμένος μελετητής, δεν παύει να ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια του παλιού μαθητή του. Μέσω του Λαμπράκη στέλνει στον Κωστάκη μελετήματά του στα αγγλικά, την πραγματεία «The Literary Impulse of Modern Greece» και το άρθρο του για τον Ολυμπο που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο αμερικανικό περιοδικό Scribners’ Magazine.
Απόστολος του δημοτικισμού
Στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος οπωσδήποτε δεν θα συναντήσουμε το όνομα του Φουτρίδη μεταξύ των μαχόμενων δημοτικιστών. Αντιθέτως. Στην Αθήνα ζει από κοντά τις ταραχές των Ευαγγελικών (1901) και των Ορεστειακών (1903) και, φοιτητής της φιλολογίας, συμμετέχει με άλλους φοιτητές του αρχαϊστή καθηγητή Γεωργίου Μιστριώτη στον προπηλακισμό του «προδότη» Παλαμά. Λίγα χρόνια αργότερα, δάσκαλος στο Σιμπίν ελ Κομ στην Αίγυπτο – όταν στα πρώτα του μαθήματα, ύστερα από μια εισαγωγή στη γραμματική της αττικής διαλέκτου και μια διάλεξη περί του κάλλους της (αρχαίας) ελληνικής, οι μαθητές του τού μαρτυρούν ότι ο προηγούμενος δάσκαλός τους τη θεωρούσε βάρβαρη γλώσσα και «καλλίτερη αυτή που μιλούμε» – ο Φουτρίδης αποφαίνεται για τον «μαλλιαρό» προκάτοχό του: «Θα είνε τρελλός». Στις ΗΠΑ, μακριά από την επιρροή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Φουτρίδης διαβάζει τακτικά τον Νουμά, υιοθετεί στον λόγο του μια ήπια δημοτική και γίνεται σταδιακά ευαγγελιστής της δημοτικής γλώσσας και των δημοτικιστών συγγραφέων στον Νέο Κόσμο. Μάρτυρες της μεταστροφής αυτής, οι επιστολές που δημοσιεύονται στον τόμο, γραμμένες στην καθαρεύουσα, ακόμη κι εκείνες που απευθύνονται στα πιο οικεία του πρόσωπα, απεκδύονται βαθμιαία το καθαρευουσιάνικο λεξιλόγιο και τη μορφολογία και αποστέλλονται στην Ελλάδα σε μια ζεστή δημοτική. Ζητά συχνά στους φίλους του να του ταχυδρομήσουν ποιήματα του Παλαμά με τα οποία δηλώνει, τον Δεκέμβριο του 1914, πως «έχω ίσαμε τώρα γεμίση τους αμερικανούς και ελληνικούς μου φίλους της Βοστώνης». Την επόμενη χρονιά θα δώσει σχετική διάλεξη στα ελληνικά στο ελληνικό κοινό της Βοστώνης. «Εβάλαμε σωστή φωτιά», θα γράψει στον Λαμπράκη. «Το γλωσσικό ζήτημα άναψε με όλες τις φασαρίες του».
Μεταφραστής του Παλαμά
Στα τέλη του 1914 ο Φουτρίδης έχει μόλις επιστρέψει στις ΗΠΑ από πολύμηνη παραμονή στην Ελλάδα όπου συναντιέται και με τον Παλαμά. Είναι τώρα πεπεισμένος για την «επιστροφή της πνευματικής αριστοκρατίας στην ψυχή του λαού». Στο κίνημα αυτό ξεχωρίζει τον ποιητή Παλαμά και τον λαογράφο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νικόλαο Πολίτη. Κοινοποιεί τις απόψεις του στους αμερικανούς αναγνώστες στο άρθρο «The Literary Impulse of Modern Greece» που δημοσιεύεται στο πρωτοχρονιάτικο τεύχος του Poet Lore (1915). Οπως μεταφέρει ο ίδιος σε επιστολή του στον Λαμπράκη τον Απρίλιο του 1915, στο άρθρο υποστηρίζει ότι Πολίτης και Παλαμάς είναι «τέλειοι εργάτες εντελώς αφοσιωμένοι στην ψυχή του λαού». Ο Πολίτης χαρακτηρίζεται «πιστός συλλέχτης και σωτήρας κάθε λαϊκής δημιουργίας» και ο πάλαι ποτέ «προδότης» Παλαμάς «η μεγαλύτερη δημιουργική λογοτεχνική μεγαλοφυΐα που η Ελλάδα έχει γεννήσει μετά την αρχαία κλασσική εποχή». Αρχίζει να μεταφράζει Παλαμά. H δουλειά θα γίνει εξαιρετικά μεθοδικά. Για να αποφασίσει με ποιο κείμενο θα ξεκινήσει, ζητά να διαβάσει όλα τα έργα του Παλαμά, ζητά την άδειά του, ζητά και το copyright από την κεντρική κυβέρνηση στις ΗΠΑ. Μέσω Λαμπράκη μηνύει στον Παλαμά: «Τα έξοδα θα είναι όλα δικά μου και αν τυχόν και έχωμε κέρδη τότε θα είναι ελεύθερος ο ποιητής να τα διαθέσει όπως θέλει ο ίδιος». Τα επόμενα χρόνια θα μεταφράσει – και θα εκδοθούν – την Ασάλευτη ζωή (1919, 1921), τον «Θάνατο παλληκαριού» (1920) και την Τρισεύγενη (1923). Κατά διαστήματα γράφει στον Παλαμά, του ζητά βιογραφικά στοιχεία και βιβλία. Ο ποιητής αμελεί να απαντήσει. Εναν χρόνο μετά τον θάνατο του Φουτρίδη, θα του κάνει φιλολογικό μνημόσυνο στον Ελεύθερο Λόγο, κλείνοντας με την υπόσχεση να δημοσιεύσει κάποτε την τελευταία επιστολή που του έστειλε ο Φουτρίδης λίγο πριν πεθάνει, τον Μάρτιο του 1923, το «τιμιότερο πρόσφορο» στη μνήμη του.
Μια ανθολογία νεοελληνικού διηγήματος
Καθώς τα ενδιαφέροντα του Φουτρίδη στο Χάρβαρντ μετακινούνται σταδιακά από την αρχαία στη σύγχρονη γραμματεία, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της διάδοσης του νεοελληνικού πολιτισμού στην Αμερική και συνεργάζεται με την ελληνοαμερικανίδα λογοτέχνισσα Δήμητρα Βάκα στην έκδοση μιας ανθολογίας νεοελληνικού διηγήματος. Ο τόμος Modern Greek Stories (Duffield and Company, 1920) – ψηφιοποιημένος τώρα στο σύνολό του από τη Βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ και προσβάσιμος μέσω Διαδικτύου – περιλαμβάνει διηγήματα των Καρκαβίτσα, Βιζυηνού, Δροσίνη, Ξενόπουλου, Πολυλά, Εφταλιώτη, Παλαμά, Καστανάκη, Παπαδιαμάντη μεταφρασμένα από τον Φουτρίδη και τη Βάκα, η οποία υπογράφει το προλογικό σημείωμα. Η ιδέα είχε προταθεί στη Βάκα από τον νεοϋορκέζικο εκδοτικό οίκο, που ζητούσε δέκα διηγήματα «διαφόρων συγγραφέων εκφραστικών της ελληνικής ζωής». Μεθοδικός πάντα, άξιος μίμησης για ανάλογες εκδοτικές προσπάθειες και επί των ημερών μας, το 1919 ο Φουτρίδης γράφει στον Κουγέα: «Τρέξε σε παρακαλώ στον Δελμούζο, Χατζόπουλο, Δέλτα, Παλαμά κτλ. και μαζί κάμετε πρόχειρη λίστα δέκα καλλιτέρων νεωτέρων διηγηματογράφων… αν μου στείλεις και τίποτε δημοσιευμένες κριτικές διηγηματογραφίας νεοελληνικές θα σου φέρω ό,τι δώρο μου ζητήσεις από την Αμερική». Στην αλληλογραφία του σώζονται οι λίστες που του είχε αποστείλει ο Κουγέας, στις οποίες, μεταξύ άλλων, προτείνονται επίσης κείμενα του Χατζόπουλου, του Πασαγιάννη, του Θεοτόκη και του Κονδυλάκη.
Κριτικός της σύγχρονής του παραγωγής
Παρότι ζητά τη βοήθεια φίλων του στην Ελλάδα, ο Φουτρίδης παρακολουθεί από πρώτο χέρι την ελληνική λογοτεχνική κίνηση από την αλεξανδρινή Νέα Ζωή, τον Νουμά, τη Λαογραφία και άλλα έντυπα που ζητά να του στέλνουν από την Αθήνα, και εκφράζει με παρρησία τις απόψεις του. Τον Ιούνιο του 1910, με αφορμή τεύχος της Ηγησώς που του στέλνει ο Λαμπράκης, σχολιάζει: «Πες εις αυτούς τους ποιητάδες να παύσουν να γρινιάζουν και να γράφουν κάτι με σημασία και καθ’ αυτό ελληνικό. […] Η ζωή είναι ωραία, έρως, φύσις, γη, ουρανός, όλα εις την Ελλάδα είναι γλυκά. Μου φαίνεται σαν παρακμή να έχωμε να γρινιάζωμεν διά πόνους ανυπάρκτους και φαντασιοπληξίας εν ω έχομεν τόσο ωραίας παραδόσεις τόσω εμπνευστικά θέματα εις την γλώσσα μας. Επειτα η τεχνική των μου φαίνεται κάπως ακαταλόγιστος…». Με κριτική οξύνοια συλλαμβάνει την ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και θλίψης που επικρατεί στην ποίηση των νεαρών νεορομαντικών ποιητών της βραχύβιας Ηγησώς (1907-1908), με την οποία συνεργάζονται τακτικά ο Βάρναλης, ο Λαπαθιώτης και ο Φιλύρας – η οποία θα εκφραστεί εντονότερα την επόμενη δεκαετία από τους ίδιους και άλλους ποιητές της λεγόμενης «ποίησης της παρακμής».
«Η παιδεία πηγή της κακοδαιμονίας μας»
Η προοδευτική γλωσσική και ιδεολογική μεταστροφή του Φουτρίδη οφείλεται εν πολλοίς, όπως μαρτυρεί επιστολή του Δεκεμβρίου του 1908 από τη Μασαχουσέτη, στην επίδραση που ασκεί επάνω του η αμερικανική εκπαίδευση. Τα παιδευτικά οφέλη του Χάρβαρντ προκαλούν δύσθυμες σκέψεις για την ελληνική κοινωνία – με ισχύ. «Οσω περισσότερον απολαύω των αγαθών του ενταύθα κόσμου, τόσω βαθύτερον οίκτον αισθάνομαι διά την φοβεράν κατάραν του έθνους μας να έχει τόσο ελεεινήν παιδείαν. Εν τη παιδεία μας κείται νομίζω η πηγή της κακοδαιμονίας μας». Και συνεχίζει στην επιστολή του προς τον φίλτατο Χρίστο: «Οι χρυσοί μας αιώνες παρήλθον! Χρειαζόμαστε Νέαν Ζωήν, χρειαζόμεθα φως νέων πηγών. Η Ελλάς μας είναι νεκρόν άγαλμα. Χρειάζεται ο εραστής Πυγμαλίων ίνα τη δώση ζωήν διά του πυρός θείου έρωτος». Και προτρέπει τους φίλους του στην Ελλάδα να ακολουθήσουν το παράδειγμα άλλων εθνών: «…εάν θέλετε να κάμητε τίποτε εις εκείνον τον τόπον, να φροντίσητε με κάθε τρόπον να ζήσητε επί δύο τρία έτη εις κόσμους, όπου ζη ακόμη ελευθερία αληθής».
Advertisements

«ΕΝΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ»: Αριστείδης Ε. Φουτρίδης (1887-1923) Πέμπτη, Αυγ. 24 2017 

 

 …κι ένα χρόνο μετά ο Κωστής Παλαμάς δημοσιεύει στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΛΟΓΟ της Δευτέρας, 29ης Σεπτεμβρίου 1924, φιλολογική συνεργασία με τίτλο «ΕΝΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ»[1]:

Ἕνας χρόνος πέρασε. Στὶς 26 Αὐγούστου τοῦ 1923 πέθανεν ξαφνικὰ στὴν Ἀμερικὴ μέσα στῆς νιότης του καὶ τῆς σκέψης του τὸ ἄνθισμα, ὁ Ἀριστείδης Φουτρίδης. Σ’ ἕνα του γράμμα κατανυκτικὸ ὁ κ. Ραφαὴλ Δῆμος ἀγαπημένος του φίλος καὶ συνάδελφός του («μαζὶ ἐφοιτήσαμε -γράφει- στὸ Χαρβαρδ κι ὕστερα συνδιδάξαμε ἐκεῖ, αὐτὸς τὰ κλασσικὰ κι ἐγὼ τὰ φιλοσοφικά») εἶχε τὴν καλωσύνη νὰ μὲ καταστήσῃ ἐνήμερον τῶν τελευταίων του στιγμῶν. «Ὁ θάνατος ἦλθεν πολὺ ἔξαφνα. Ἐπερνοῦσε τὸ καλοκαίρι ὁ Ἀριστείδης σ’ ἕνα νησάκι στὴν Πολιτεία τοῦ Maine κ’ εὑρίσκετο σὲ τελείαν ὑγεία. Πρὶν ἀπὸ τὸ γεῦμα, Κυριακὴ ἐβγῆκε νὰ κολυμπήσῃ. Ἐβγῆκε ὕστερ᾽ ἀπὸ μισὴ ὥρα ἀπὸ τὸ νερό. Ἦρθε τρεχᾶτος στὸ σπίτι, καί, ἐκεῖ ποὺ ἐσφουγγίζετο ἐμπρὸς στὴ φωτιά, ἔπεσε πεθαμένος χωρὶς καμμιὰ προειδοποίηση, ἀπὸ συγκοπὴ καρδιᾶς. Ἡ ἀπώλεια δι’ ἐμᾶς τοὺς φίλους του, διὰ τοὺς Ἕλληνας, τοὺς Ἀμερικανούς, εἶναι ἀμέτρητη…» κι ἀπὸ τὰ φύλλα τῆς Ἀμερικῆς μᾶς ἦρθαν δείγματα ζωηρὰ τοῦ πόνου ποὺ μᾶς ἔσκαψε ὁ χαμός του, καὶ στὸ τύπο τὸν Ἀθηναϊκὸ συμπαθητικὰ ἀντικτύπησε τὸ βαρὺ χτύπημα. Τριῶν τὰ λόγια ξεχωρίζουν χαρακτηριστικώτερα γιὰ τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς. Ὁ καθηγητὴς Ἀνδρεάδης, νοῦς ἀντιπροσωπευτικός, συνταιριάζοντας τὸ ἐπιστημονικό του κῦρος καὶ ζωντανεύοντάς το μὲ τὴν ἀντίληψη καὶ μὲ τὴν ἀγάπη προσώπων καὶ πραγμάτων ποὺ νὰ λογαριάζωνται ὅ,τι πρέπει γιὰ τὴ νέα ἑλληνικὴ ψυχή, ἔγραφε, σὲ ἄρθρο ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τοῦ Φουτρίδη, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα: «Εἶχε ἐπιβληθῆ, ὄχι μόνον διὰ τῶν βαθειῶν του γνώσεων καὶ τῆς διδακτικῆς του δεινότητος, ἀλλὰ καὶ τῆς πολυσχδοῦς δράσεώς του. Δὲν ἦτο μόνον λαμπρὸς ἑλληνιστής, ἀλλὰ καὶ ἄριστος Ἄγγλος ποητής, ἐπιβληθεὶς ἀμέσως εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς πρώτης του ποιητικῆς συλλογῆς «Τραγούδια της Αὐγῆς». Μετὰ σπανίου πατριωτισμοῦ ἐχρησιμοποίησε τὴν πρώϊμόν του ποιητικὴν δόξαν εἰς τὸ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ ἀμερικάνικον κοινὸν τὴν σύγχρονον ἑλληνικὴν ποίησιν… ἐπιτυχὼν μάλιστα ἡ μετάφρασίς του νὰ δημοσιευθῇ τύποις τοῦ περίφημου Πανεπιστημίου τοῦ Χάρβαρδ.» Δεύτερος ὁ κ. Κώστας Καιροφύλας ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει στὴ Νέα Ὑόρκη πρὸ τριῶν χρόνων μὲ σύντομες γραμμὲς ἔντονα μᾶς τὴν ἰχνογραφεῖ τὴ φυσιογνωμία του ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἄρχισε τὸν δύσκολο κοπιαστικό του δρόμο στὸ νέο κόσμο ριγμένος φτωχὸς βιοπαλαιστὴς ἀπὸ τὸ νησί του, τὴν Ἰκαρία τοῦ Αἰγαίου, περνῶντας κι ἀπὸ τὶς χειρονακτηκότερες δουλειές, μὰ δυνατὸς πάντα, χωρίς νὰ δαμάζεται ἀπὸ «τὰς ἀντίξοους περιστάσεις» ἕως τὴ στιγμὴ ποὺ καλεσμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Βενιζέλο δέχτηκε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὸ Χάρβαρδ γιὰ τὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν. Τὸν ἐσταμάτησε ἡ πρώτη Νοεμβρίου. Τὸ πρῶτο μεταφραστικὸ του κατόρθωμα, ὀγκώδης τόμος διηγημάτων ἑλληνικῶν, ἔργα τοῦ Καρκαβίτσα, τοῦ Δροσίνη, τοῦ Βιζυηνοῦ, τοῦ Ξενόπουλου. Σταματᾷ ξεχωριστὰ ὁ κ. Καιροφύλας ἐπάνω στὴ μετάφραση, σὲ δύο τόμους, τῆς «Ἀσάλευτης Ζωῆς», καὶ στὴν σὰν παράξενη λατρεία ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ἀφιερωθῇ  στὸν ποιητή, χωρὶς ποτὲ προσωπικὰ καὶ ἀπὸ κοντὰ νὰ τὸν γνωρίσῃ (παρὰ μιὰ φορὰ καὶ στὸ πόδι), μὲ τὴν παρόρμηση μιᾶς διανοητικῆς, μιᾶς μυστηριακῆς θὰ ἔλεγα, συγγένειας. «Αὐτὴν τὴν ἐργασία –σημειώνει ὁ κ. Καιροφύλας- τὴν παρηκολούθησα, τὴν ἔζησα, μπορῶ νὰ πῶ. Ὁ Φουτρίδης ἦτο τότε ἀρραβωνιασμένος μὲ ἐκείνην ἡ ὁποία ἔγινε στὴ συνέχεια σύζυγός του, μὲ τὴν ὑπέροχον ἐκείνην κόρη, ἡ ὁποία κατήγετο ἀπὸ μίαν τῶν καλυτέρων οἰκογενειῶν τῆς Βοστώνης, καταγωγῆς Ἀγγλικῆς. Φοιτῶσα εἰς τὸ πανεπιστήμιον μαζὶ μ’ αὐτόν, ἐξετίμησε τὰ προτερήματα τὰ σπάνια τοῦ Φουτρίδη, ὥστε ἠθέλησε νὰ συνδέσῃ τὴ ζωή της, -οἵμοι! διὰ βραχὺ χρονικὸν διάστημα- μὲ τὸν ὑπέροχον νέον. Ἡ κόρη αὐτὴ συνηργάσθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν μετάφρασιν τῆς «Ἀσάλευτης Ζωῆς». Τρίτος ὁ κ. Ν. Σ. Καλτσᾶς ἀπὸ τὴ Βάσιγκτων, βιογραφεῖ πλατιὰ καὶ οὐσιαστικά, μᾶς ἀναλύει καὶ μᾶς ἐξηγεῖ τὸ ἔξοχο φαινόμενο ἑνὸς νοῦ ἐνεργοῦ καὶ περιεκτικοῦ ποὺ μὲ τοῦ Φουτρίδη τ’ ὄνομα, ἂν τοῦ χάριζε χρόνια ἡ ζωή, ἀνυπολόγιστα θὰ τὴν ὑπηρετοῦσε τὴν πνευματικότητα, γιὰ τὴ χαρὰ καὶ τῆς μητρικῆς του γῆς καὶ τοῦ κόσμου ποὺ τὸν ἔκαμε πατρίδα του: «Δι’ ἕνα ἄνθρωπον ποὺ ἐξέλεξε ὡς στάδιόν του τὴν φιλολογίαν καὶ τὴν ποίησιν, ὁ Φουτρίδης ἦτο μυαλὸ καταπληκτικῶς πρακτικὸ μὲ μεγάλη ὀργανωτικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν ἱκανότητα… Ποιητὴς ποὺ εἶχε δημοσιεύσει τόμον ποιημάτων μὲ τὸν αἰθέριον τίτλον «Φῶτα τῆς Αὐγῆς» ἠμποροῦσε νὰ ἐπιδοθῇ μὲ τόσην ζέσην καὶ θαυμάσιαν ἐπιτυχίαν εἰς τὴν ἐκμάθησιν καὶ τὴ διδαχὴν τῶν πεζοτέρων λεπτομερειῶν τῆς στρατιωτικῆς τακτικῆς καὶ διοικήσεως. (Ὁ πόλεμος τὸν εἶχε φέρει ζηλωτὴν ἐθελοντὴν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἀμερικανικοῦ στρατοῦ). Ὁ ἐνθουσιασμός του ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ θετικό του πνεῦμα τὸν ἔκαμνε ἴσως κάποτε δογματικὸν καὶ μονοκόμματον στὴν κρίσιν καὶ ἄκαμπτον στὴ στάσιν του, ἐπὶ τῶν διαφόρων φλεγόντων ζητημάτων εἰς τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ἐνεργὸν μέρος, στὸν Πατριωτισμόν του, στὸ Βενιζελισμόν του, στὴν Παλαμολατρεία του. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἔσωσεν ἀπὸ τοὺς δισταγμοὺς ποὺ ὁδηγοῦν τόσο συχνὰ τοὺς διανοουμένους μας στὴν ὑποκριτικότητα, τὸν σκεπτικιμό, καὶ στὴν ἄρνηση». Παρατηρεῖ ἀνάμεσα σὲ τόσα ἄλλα ἀξιοσημείωτα ὁ κ. Καλτσᾶς.

Σὲ γράμμα τοῦ κ. Richard Heath Dobney, καθηγητῆ τῆς Ἱστορίας στῆς Βιργίνιας τὸ Πανεπιστήμιο, πρὸς τὴν κ. Μαρία Οἰκονομίδη, Ἑλληνίδα τῆς Ἀμερικῆς μὲ διανοητικὰ χαρίσματα, φίλη ἐγκάρδια καὶ θαυμάστρια, γεμάτη ἐνθουσιασμό, τοῦ Φουτρίδη, σὲ γράμμα ποὺ εἶχε τὴν εὐγένεια, μαζὶ μὲ τὴν ἀπέραντη θλίψη της γιὰ τὸ χαμό, ἀπὸ τὸ Τέξας νὰ μοῦ ἀνακοινωσῇ γιὰ να ἰδῶ πόσο τιμητικὰ ἕνας σοφὸς κρίνει τὸ ἔργο μου, διαβάζω:

«Ἡ μετάφραση φαίνεται ἔργο ἀνθρώπου μὲ βαθειὰ ποιητικὴ φλέβα στὴ φύση του.» Ἡ φλέβα αὐτὴ ὄχι βαθειὰ μονάχα, μὰ διακλαδωμένη πλατιὰ σὲ λογῆς ἐνέργειες, ἀγκαλιάζοντας ἀχώριστα τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ νέα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, δείχνεται σ’ ἕνα γράμμα τοῦ Φουτρίδη, μ’ ὅλο τὸ βιαστικὸ τῆς γραφῆς του, πρὸς ἕνα φίλο του στενό, συνάδελφο τοῦ ἀπὸ τὴ Βιρτζίνια καθηγητῆ, τὸν κύριο Σωκράτη Κουγέα. Ὁ παραλήπτης του εἶχε τὴν καλωσύνη, καθὼς τὸν παρακάλεσα, νὰ μοῦ τὸ ἐμπιστευθῇ, γραμμμένο τὸ Μάη τοῦ 1923, λίγους μῆνες πρὶν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος. «Τὸ ἄρθρο σου, τοῦ λέει γιὰ τὴν ἐπιγραφὴ τῆς Ἐπιδαύρου μόλις μοῦ ἦρθε τὸ ἀπήλαυσα. Ἔγραψα μία Ἐπιθεώρηση ἢ μᾶλλον μία περίληψη γιὰ τὸ «Classical Weekly» ποὺ δημοσιεύεται στὴ Νέα Ὑόρκη· θὰ δημοσιευθῇ λίγο ἀργὰ τὸν ἐρχόμενο Ὀκτώβριο ἢ Νοέμβριο.» Ὁ Φουτρίδης εὐκολονόητο πὼς δὲν περιορίζει τὴ δραστηριότητά του στὰ σύγχονα, καθηγητὴς καθὼς εἶναι τῶν κλασικῶν γραμμάτων. Τί διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Yale ποὺ τὸν πῆρε μετὰ τοῦ Harvard; Τὸ μαθαίνουμε ἀπὸ τὸ γράμμα του πρὸς τὸν κ. Κουγέα: «Τὰ μαθήματά μου στὸ Πανεπιστήμιο εἶναι τὸ Ἀθηναϊκὸ δρᾶμα. Αἰσχύλου Προμυθεύς. Σοφοκλέους Οἰδίπους Τύραννος. Εὐριπίδου Ἱππόλυτος. Ἀριστοφάνους Βάτραχοι. Δηλαδὴ διαλέξεις καὶ κείμενο. Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας ἀπὸ Ὁμήρου. Ἀριστοτέλης. Διαλέξεις. Αἰσχύλος. Φροντιστήριο. Στὸ τελευταῖο ἀφιερώνω περισσότερο καιρό. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ρίχτηκα στὴ μελέτη γιὰ τὴ γένεση τῆς Τραγωδίας. Αὐτὸ μὲ ἔφερε στὶς θρησκευτικὲς τελετές, -τὴ λατρεία τῶν νεκρῶν καὶ ἡρώων- καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ φτάσω σὲ κάποιο σοβαρὸ συμπέρασμα- θὰ δώσω ἕνα φροντιστήριο τοῦ χρόνου ἀποκλειστικῶς γιὰ τὴ γένεση τοῦ Δράματος. Ἀπὸ τώρα ἔχω τὴν ἰδέα πὼς ὁ γενικὸς περιορισμὸς στὴ λατρεία τοῦ Διονύσου εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ πὼς τὸ ἔργο τοῦ Rid πρέπει νὰ ληφθῇ λίγο σοβαρώτερα. Εἶμαι ἐντελῶς πεπεισμένος πὼς τὸ ἀθηναϊκὸ δρᾶμα δὲ ἔχει καμμία σχέση με τοὺς Δωριεῖς οὔτε ἀρχαιολογικῶς οὔτε γλωσσικῶς.» Ἀλλὰ ὁ ἐρευνητὴς τῆς πραγματείας γιὰ τὰ χορικά, νομίζω, τοῦ Εὐριπίδη, ποὺ τὸν ἀνέβασε στὴν πανεπιστημιακὴ ἕδρα, δὲν καρφώνεται στὰ περασμένα. Τὸ μάτι του ἀεικίνητο. Ρωτᾷ ἀμέσως: «Ποῦ βρίσκεται τὸ ἐκπαιδευτικό μας ζήτημα; Ποῦ τὸ γλωσσικό; Ποῦ τὸ πολιτικό;… Ἂν ἔχῃ δημοσιευθῇ τίποτε λογοτεχνικὸ βιβλίο ἀξίας στὴν ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, δρᾶμα ἢ κριτικὴ τῆς νέας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας στεῖλέ μού το.» Κ’ ἐξακολουθεῖ: «Ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος τοῦ Πανεπιστήμιου τοῦ Γιάλε ἀνέλαβε νὰ δημοσιεύσῃ τὴ μετάφραση τῆς «Τρισεύγενης». Ἔδωκα σὲ διὰφορα Πανεπιστήμια ἐφέτος διαλέξεις γιὰ τὶς Παραδόσεις μας καὶ τὴ Λογοτεχνία μας. Ἄρχισα νὰ μεταφράζω ποιήματα τοῦ Βλαστοῦ κ’ ἔχω τὸ μάτι μου στὸν Καρκαβίτσα καὶ στὸ «Δωδεκάλογο» τοῦ Παλαμᾶ…» Καὶ ἀκόμα· ἡ σκηνὴ ἀλλάζει: «Ξέρεις, πέρσι τὸ καλοκαῖρι, ἤμουν στὴν Εὐρώπη. Λίγο στὴ Γαλλία, κάμποσο στὴν Ἰταλία, ἰδιαιτέρως στὴ Σικελία, λίγο στὴν Ἑλβετία καὶ λίγο στὴν Ἀγγλία. Εἶχα μαζί μου τὴ γυναῖκα μου, γιὰ τὴν ὁποία αὐτὸ ἦτο τὸ πρῶτο ταξίδι… Ἐφέτος θὰ καθήσουμε στ’ αὐγά μας περνῶντας ἕνα ἥσυχο καλοκαῖρι στὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς Maine-Island (εἶναι ἡ ἀκρογιαλιὰ ποὺ τὸν ἐσκότωσε) στὸν κόλπο τοῦ Casco. Τοῦ χρόνου ὅμως λογαριάζουμε νάρθουμε στὴν Ἑλλάδα, νὰ ρίξουμε μιὰ καλοκαιρινὴ ματιά.»

Ἡ πολυπόθητη ματιὰ γραφτὸ ἦταν νὰ μὴ ριχτῇ. Τὸ καλοκαῖρι ἔσβυσε κεραυνομένη· καὶ τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ἰλαρὴ ξαστεριὰ τὴ μαύρισαν τὰ σύννεφα τῆς ἀναπάντεχης μπόρας. Στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἕνα –πόσο φτωχό- μνημόσυνο αἰστάνθηκα πὼς ἔπρεπε νὰ κάμω στ’ ὄνομά του. Μὲ λόγια φωτεινὰ καὶ γοερὰ θαυμαστῶν καὶ φίλων, ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, παρμένα, μὲ τὰ ἴδια του λόγια, θέλησα νὰ γεμίσω τὸ δίσκο μου· καὶ μονάχα λείπουν ἀπὸ αὐτὸν τὰ λόγια τὰ δικά μου. Δὲν τὰ βρίσκω. Κι’ ἂν ἴσως δὲ θυμόμουνα κάποια δάκρυα στὸ ἄκουσμα τοῦ πεθαμοῦ του καὶ στὰ λιγοστά μου συναπαντήματα μὲ τὴν κατὰ πάντα ἄξια ἀδελφή του, τὴν κυρία Δέσποινα Λαχωβάρη ἀπὸ τὸ Κάϊρο ποὺ πέρσι ἐδῶ ξεκαλοκαιριάζοντας, ἐδῶ τὴ χτύπησε τὸ δυστύχημα, θὰ ἔλεγα πὼς μοῦ στέρεψε ἡ καρδιά. Ἀλλὰ καὶ μόνη πρέπουσα γλῶσσα δὲν εἶνε τάχα ἡ Σιωπή, κατανυχτική, ἱερή, ἀπόκρυφη, ντροπαλή σὰν προσευχή; Καὶ πῶς ἐγώ, ζῶντας μὲ τὴ συνείδηση κάποιας μου ταπεινότητας γεμάτης ἀπὸ χάσματα, γελῶντας βέβαια μ’ ἐκείνους ποὺ μιλοῦνε τάχα κριτικὰ γιὰ μένα, χωρὶς τίποτε νὰ καταλάβουν ἀπὸ μένα, μὰ πολὺ περισσότερο ἀπορῶντας μὲ τοὺς λιγοστοὺς ἐκείνους ποὺ ψηλὰ κάπως τὸν ἀνεβάζουν τὸν στίχο μου, (καθὼς θ’ ἀποροῦσε, ὑποθέτω, ἕνα δενδράκι γιὰ κάποια του λουλούδια  ποὺ θὰ τὸ ἐγκωμίαζαν, ἐνῶ στὸν κόσμο, φυσικώτατα, δὲν ἦρθε παρὰ γιὰ νὰ γεννᾶ λουλούδια, σὰν ὅλα, ποὺ σήμερα θὰ γεννηθοῦν, γιὰ νὰ μαραθοῦν αὔριο), -καὶ πῶς ἐγὼ καὶ τί νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ μακριάθε ἀγναντεύοντάς με κάτω ἀπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ θησκευτικοῦ του πάθους πρὸς μιὰ νέα ποίηση ἐλληνική, ἐκστατικὰ μὲ κοίταζε σὰ νὰ φοροῦσα φωτοστέφανο;

Μὲ τὴ σκέψη πὼς ὁ ποιητὴς, ὅσο στενὸς κι ἂν εἶναι ὁ κύκλος του, δημιουργεῖ ἀτμόσφαιρα, φαινόμενο εἶναι κοινωνικὸ γιὰ τὸ κοίταγμα καὶ γιὰ τὴ συμπάθεια, γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ γιὰ τὰ σχόλια ἑνὸς κόσμου γύρω του, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀντιγράψω κάποιο κομμάτι ἀκόμα ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ κ. Ραφαὴλ Δήμου, ποὺ ἀνάφερα στὴν ἀρχή, σταλμένο ἀπὸ τὸ New Haven Cam, ἕδρα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γιάλε ποὺ διδάσκει ἐκεῖ τὰ φιλοσοφικά, τοῦ ἴδιου ποὺ τελευταῖα δίδασκε ἐκεῖ ὁ Φουτρίδης: «Γι’ αὐτὸν ἡ ποίησή σας δὲν ἦταν ἁπλῶς ἀφορμὴ ἡδονῆς στιγμιαίας, ἦτο θρησκεία, εἶταν κάτι ποὺ τὸν συνάρπαζε καὶ τὸν ὕψωνε. Καθὼς μοῦ ἔλεγε ἡ κυρία Φουτρίδη –καὶ τὸ ξέρω ὅτι εἶναι ἀλήθεια- τὸ ἐγώ σας ἦταν γιὰ τὸν Ἀριστείδη ἕνας φακὸς μέσον τοῦ ὁποίου ἐξωτερίκευε τὴν δική του ψυχή… Σᾶς ᾐσθάνετο τόσο βαθειά, διότι καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ποιητής, θὰ ἔλεγα ποίημα, συμφωνία τοῦ πνεύματος στὴν φύσιν τόσον ἦτο λεπτὴ ἡ ψυχή του, τόσο εὔκολα κ’ ἐλεύθερα ἐδονοῦσε σὲ κάθε τῆς φύσης συγκίνηση. Ὑπῆρχε καὶ κάποια ποιητικὴ δικαιοσύνη στὸ θάνατό του. Σὲ νησὶ πέθανε ὅπως σὲ νησὶ γεννήθηκε. Τὸν σκότωσε ἡ θάλασσα ποὺ τόσο ἀγαποῦσε. Τύπος πράγματι ἑνὸς ἀρχαίου ἕλληνος διὰ τὸ ὡραῖον καὶ τὴ φύσιν, διὰ τὸν ἐνθουσιασμόν του τὸν ἀνιδιοτελῆ, διὰ τὰ ἰδανικὰ τῆς Πατρίδος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ ἡ κηδεία του ἦτο ἀνάλογος. Ἀμερικανὸς καθηγητὴς τοῦ ἐδιάβασε ἑλληνιστὶ ἀπὸ τὸ Ὅμηρο, Πλάτωνα, Πίνδαρο, Ψαλμούς  καὶ Ἡσαΐα, καὶ ἐτελείωσε τὴν τελετὴν μὲ δύο ὄμορφα ποιήματα τοῦ νεκροῦ».

Καὶ ὅμως ἀπὸ τὸ Μνημόσυνο τοῦτο λείπει τὸ ὡραιότερο, τὸ τιμιώτερο πρόσφορο. Τὸ τελευταῖο γράμμα τοῦ Φουτρίδη πρὸς ἐμένα, Μάρτης τοῦ 1923. Ἐλπίζω πὼς κάποτε θὰ μοῦ δοθῇ εὐκαιρία νὰ τὸ παρουσιάσω.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

 

 

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΙΚΑΡΙΑΣ – ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΦΟΥΤΡΙΔΗΣ» (1887-1923) …από την Ικαρία στο Χάρβαρντ..

14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015, ΕΘΝΙΚΟ & ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

[1] Διατηρήσαμε την ορθογραφία και τη στίξη του άρθρου όπως πρωτοδημοσιεύθηκε.

Ο Αριστείδης Φουτρίδης μέσα από την αλληλογραφία του Πέμπτη, Αυγ. 24 2017 

 

Ο Αριστείδης Φουτρίδης μέσα από την αλληλογραφία του

Σωκράτης Κουγέας, τιμητική εκδήλωση  «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Ε. ΦΟΥΤΡΙΔΗΣ» (1887-1923) …από την Ικαρία στο Χάρβαρντ…  (14 Δεκεμβρίου 2015)

φουτρίδης μπούστο

«Το τιμιώτερο πρόσφορο» είναι ο τίτλος της έκδοσης σώματος επιστολών του Αριστείδη Φουτρίδη. Πρόκειται για 107 επιστολές (1903-1923), που θα εκδοθούν με επιμέλεια και σχολιασμό δικό μου και με την καθοριστική συνδρομή της κας Κατερίνας Ευσταθίου από τις εκδόσεις του ΜΙΕΤ. Οι επιστολές προέρχονται από αρχείο που μου κληροδότησε ο παππούς μου και το οποίο βρίσκεται κατατεθημένο στο ΕΛΙΑ ως αρχείο Κουγέα, και από το αρχείο Λαχωβάρη για το οποίο απλόχερα ο αείμνηστος Μάνος Χαριτάτος μου παρέσχε τη δυνατότητα να το αξιοποιήσω κατά βούληση. Ο τίτλος του βιβλίου είναι δάνειο από το μνημόσυνο άρθρο του  Κωστή Παλαμά, που έχετε στα χέρια σας, δημοσιευμένο ένα χρόνο μετά το θάνατό του Φουτρίδη.

Αρχή της γνωριμίας μου λοιπόν, με τον Αριστείδη Φουτρίδη ήταν η ενασχόλησή μου με τις επιστολές του που είχαν αποδέκτες τον ηπειρώτη Χρίστου Λαμπράκη, φίλο και συμφοιτητή του Αριστείδη, τον παππού μου, Σωκράτη Κουγέα, ιστορικό καθηγητή Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκό, και μέλη της οικογενείας του, όπως η αδελφή του, Δέσποινα Λαχωβάρη, ο αδελφός του, Νείλος, η μητέρα του, τ’ ανήψια του.

Από το σώμα των επιστολών  ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του Αρειστιδή Φουτρίδη από την Ικαρία στο Χαρβαρντ και συνθέτει την προσωπικότητά του, γνωρίζει πλευρές των σχέσεών του με το οικογενειακό, κοινωνικό και επιστημονικό περιβάλλον του, μαθαίνει για τα ενδιαφέροντά του και τα διαβάσματά του.

Η πρώτη επιστολή, μία καρτ ποστάλ, με ημερομηνία σφραγίδας 5 Αυγούστου του 1905, περιέχει έναν τρυφερό χαιρετισμό του Αριστείδη, που βρίσκεται φοιτητής στην Αθήνα προς τον Χρίστο Λαμπράκη στο Βουργαρέλι Ηπείρου.  Στο εξής οι επιστολές ανταλλάσσονται με κανονικότητα μεταξύ των φίλων, μάρτυρες μιας σχέσης που ξεπερνάει την φιλική, μιας σχέσης έγνοιας και αλληλοϋποστήριξης. Η τελευταία είναι η επιστολή της συζύγου του Μαργαρίτας προς την μητέρα του Αριστείδη στην οποία περιγράφει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.

Από την Ικαρία στην Εύβοια, στην Αθήνα κι από εκεί τον Αύγουστο του 1905 αποφασίζει να μετοικίσει στην Αίγυπτο στο Chibin el Com. Κι ο Αριστείδης Φουτρίδης καλεί τον φίλο του Χρίστο να τον διαδεχτεί στη θέση του οικοδιδασκάλου σε δύο παιδιά της οικογενείας Τσάτσου, ένα εκ των οποίων είναι ο πρώτος πρόεδρος της γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, δραστηριότητα που θα δώσει την ευκαιρία στον Χρίστο Λαμπράκη να ξεπεράσει τις οικονομικές δυσκολίες και να συνεχίσει τις σπουδές του.

Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Αὐγούστου 1905

Ἀπαντῶ, φίλτατε Χριστάκι, δι᾿ ὀλίγων εἰς τὴν τελευταίαν βραχεῖάν σου διότι εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἔχω ἤδη ἀπαντήσῃ. Καὶ δὴ μόλις λάβῃς τὴν παροῦσάν μου ἀμέσως νὰ ἑτοιμάσῃς τὰς ἀποσκευάς σου καὶ εἰ δυνατὸν αὐθημερὸν νὰ σπεύσῃς εἰς Ἀθήνας. Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐκπλήττεσαι οὔτε νὰ μὲ ἐκλαμβάνεις ὡς ἀστεϊζόμενον ἢ παραφρονοῦντα. Ὁμιλῶ σοβαρῶς, φίλτατε. Ἀνάγκη νὰ σπεύσῃς ἀμέσως εἰς Ἀθήνας διὰ λόγους σπουδαιότατους οἵτινες ἀφορῶσι τὸ ἰδικόν σου συμφέρον καὶ ἔπειτα τὸ ἰδικόν μου, ἂν καλέσω ἀτομικὴν ὠφέλειαν τὴν πλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας ἣν ἔχω νὰ σὲ ἴδω πρὶν ἢ ἀναχωρήσω δι᾿ Αἴγυπτον. Ἐννοεῖς; Φεύγω εἰς Αἴγυπτον ὡρισμένως, ἀνυπερθέτως. Τὰ αἴτια πολλά, ἃ κρίνω καλὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ σοῦ ἀποκρύψω ἵνα μὴ ἐκτεθῶ ὑπὲρ τὸ δέον. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἐμοῦ φεύγοντος εἰς Αἴγυπτον πρέπει νὰ μὲ ἀντικαταστήσῃ τις εἰς τὰς παραδόσεις μου. Καὶ αὐτὸς κατὰ τὴ γνώμην μου πρέπει νὰ εἶσαι ἐσύ. … Ἐγὼ θὰ φύγω 2 ἢ 3 Σεπτεμβρίου εἰς Αἴγυπτον, τὰς ἀποσκευάς μου τὰς ἔχω ἑτοίμους, τὰς ὑποθέσεις μου κανονισμένας (δὲν περιμένω παρὰ τὴν ἄφιξιν τῆς ἀδελφῆς μου ἐκ Λουτρακίου ἵνα ἀναχωρήσωμεν ὁμοῦ). Ὥστε σὺ πρέπει νὰ εἶσαι τουλάχιστον εἰς τὰς 29 ἢ 30 Αὐγούστου. Ἀλλ᾿ ὡρισμένως χωρὶς οὐδεμίαν ἀναβολήν……

                Εἰς τὸν σεβαστόν μου θεῖον πρόσφερε σὲ παρακαλῶ τὸν ἄπειρόν μου σεβασμόν. Εἰς τοὺς οἰκείους τὰ δέοντα. Σὲ φιλῶ γλυκὰ γλυκά,

Ἀριστείδης.

Οι επιστολές που ανταλλάσσονται έκτοτε παύουν να αποτελούν σώμα προσωπικής αλληλογραφίας και συνιστούν τεκμήρια για την κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Ο αναγνώστης αποκτά εικόνα, για τους όρους ζωής μεταναστών, για τα προβλήματα επιβίωσης,  για τις συνθήκες ταξιδιού των μεταναστών (από Ελλάδα σε Αίγυπτο και από Αίγυπτο στις ΗΠΑ), για τα ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής: στις επιστολές θίγονται πλευρές του γλωσσικού ζητήματος, αλλά και των ελληνικών και διεθνών πολιτικών δρωμένων. Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί τους όρους με τους οποίους γινόταν η αντιπαράθεση μεταξύ των δημοτικιστών και αρχαϊστών, τα στάδια μεταστροφής του Α.Φ.: από φανατικός αντιμαλλιαριστής μεταστρέφεται σε υπέρμαχος του δημοτικισμού, την τεράστια προσπάθεια στήριξης του «Νέου Ελληνισμού» όπως αυτή προκύπτει από τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Μεγάλο Πόλεμο, την προέλαση και την υποχώρηση του βενιζελισμού όχι τόσο στο πεδίο των πολέμων, αλλά κυρίως στο πολιτιστικό και επιστημονικό πεδίο. Από τις επιστολές προς τον Σωκράτη Κουγέα, γίνεται αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο την περίοδο του εθνικού διχασμού λειτουργούσε το κράτος, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες αξιοποιούσαν τους αξιόλογους πολίτες κατατάσσοντας τους στις μυστικές υπηρεσίες. Δίπλα σ’ όλα αυτά διαγράφεται η πορεία του μετανάστη που με το πείσμα και τις ικανότητές του καθίσταται σημαίνον πρόσωπο της διεθνούς πνευματικής κοινότητας.

Και βέβαια οι επιστολές φωτίζουν την προσωπικότητα του Φουτρίδη, την ευαισθησία του απέναντι σε όλα τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του, το χιούμορ του, αλλά και τη συγκροτημένη σκέψη του. Και δεν παύουν να δίνουν πληροφορίες και για τα πρόσωπα της οικογενείας του, στοιχεία που σε μια προσπάθεια ανασύστασης της κοινωνίας των Ικαριωτών του 1900 έχουν να προσφέρουν αρκετά.

1905: Ο Αριστείδης αναχωρεί για την Αίγυπτο σε πολυσέλιδη επιστολή προς την Δέσποινα περιγράφει τα  του ταξιδιού:

 Ἐν ChibinElKom Αἰγύπτου 29 Αὐγ./11 Σεπ. 1905 (Δευτέρα)

Χθές, λατρευτή μου ἀδελφή, ἔφθασα ἐνταῦθα μετὰ πλείστας περιπετείας λίαν περιέργους….

  Εἰς τὰς 5 ἤρχισα τὴν προετοιμασίαν. Εἰς τὰς 10 ἤμην ἕτοιμος. … Παίρνω ἓν ἁμάξι καὶ ἕνα μεγάλον λοῦστρον καὶ διευθύνομαι ὁδὸς Ζαΐμη. Δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κινήσωσι τὸ κιβώτιον. Ἔρχονται ἄλλοι τρεῖς λοῦστροι. Ὁ ἁμαξᾶς ἐφοβεῖτο νὰ φορτώσῃ τὴν ἅμαξάν του μὲ ἐκεῖνο τὸ βάρος. Θέλει νὰ φύγῃ. Ἡ ὥρα εἶνε 12 5´. Τὸ ἀτμόπλοιον θὰ ἔφευγε εἰς τὴν 1. Προσφέρω ἑτέρας 3 δραχμὰς τὸ ὅλον 10. Τέλος πείθεται καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐντὸς τῆς ἁμάξης. Ἐγὼ κάθομαι εἰς τὸ πλευρόν του. Καθ᾽ ὁδὸν ὁ κ. Ζακυνθινὸς ζαλίζεται καὶ λαμβάνω ἐγὼ τὰ ἡνία. Τέλος φθάνομεν. Ἐπιβιβάζομαι. Ἀπαίρομεν εἰς τὴν 1 ½.

Τὸ ἕτερον ½ τῶν περιπετειῶν μου τὸ καὶ περιεργότερον θὰ μάθῃς ἐὰν θέλῃς, διότι τώρα εἶνε ἀδύνατον ἐλλείψει χρόνου. Ἐν συνόψει εἴχομεν τρικυμίαν. …Τὰ βιβλία μου ἄνω κάτω εἰς τὸ τελωνεῖον. Εἰς Ἀλεξάνδρεια μᾶς ἔκλεψαν εὐσήμῳ τρόπῳ, ἐκοιμήθην δ᾽ εἰς ξενοδοχεῖον ἐγνωσμένης ἠθικῆς μεταβάλλοντας τὸ δωμάτιόν μας εἰς προμαχῶνα. Τέλος ἀφικόμην εἰς Chibin. Ὅλοι χαίρουσιν ἄκραν ὑγείαν. Εἶμαι κατενθουσιασμένος μὲ τὴν Αἴγυπτον. Ἡ πόλις μας εἶνε ῥωμαντικωτάτη….

Η «πόλι μας», μια δήλωση για το πώς νιώθει ο Ικαριώτης μετανάστης για την Αλεξάνδρεια, και το Chibin el Com όπου συναντά πλήθος Ικαριωτών της εκεί ελληνικής παροικίας και μέλη της οικογένειάς του για τα οποία ενημερώνει την Δέσποινα:

…Ἡ μητέρα εἶνε πολὺ καλά. Αἱ μικραὶ ἐπίσης. Ἡ Ἀσπασία ἔχει πάλιν ἐξανθήματα εἰς τὰς βλεφαρίδας. Ὁ Στέφανος εἶνε πολὺ διωρθωμένος ὑποθέτω. Ὃ,τι ἔμελλον νὰ τῷ γράψω τῷ εἶπον προφορικῶς. Νομίζω ὅτι μὲ περιβάλλει δι᾽ εἰλικρινοῦς καὶ τρυφερᾶς ἀγάπης καὶ αἰσθάνεται πλέον ἱεροὺς παλμοὺς καὶ διὰ ἐσὲ καὶ διὰ τὸν Νεῖλον καὶ τὴν μητέρα…..

Ὁ Νεῖλος δὲν θὰ σοῦ γράψῃ οὔτε λέξιν διότι ἔχει φασαρίας. Χῖός τις ἐπῆγε νὰ τουρκέψῃ, τὸν ἔβαλε λοιπὸν στὸ κυνῆγι, τὸν ἥρπασε ἀπὸ τοὺς Ἄραβας μὲ τὴν κελεμπίαν, τὸν ἐνέδυσε ἄλλα φορέματα καί τον ἐπῆγε σήμερον εἰς τὸ Κάϊρον ὅπου εὑρίσκεται τώρα. Οἱ ἀραπάδες μοῦ ἀρέσουν. Ἔχουσι πρὸ παντὸς ὡραῖα στήθη καὶ γλῶσσαν θαυμασίαν ἰδίως πρὸς ἔκφρασιν συναισθημάτων. Ἡ εἰκὼν τοῦ ζωγράφου σου μὲ ἐνεθουσίασε. Εἶνε λαμπροτάτη. Ἀπὸ τὸ ἔργον ἐπαινῶ τὸν ποιητήν….

Θὰ ἐμβραδύνθῃς ὥστε σὲ ἀπαλλάσσω ἀφ᾽ οὗ σοῦ δώσω ἕνα γλυκὸ φιλί.

Ἀριστείδης

Στο Chibin el Com ως δάσκαλος στο σχολείο της ελληνικής κοινότητας, έρχεται αντιμέτωπος με τα κατορθώματα του προκατόχου του δημοτικιστή δασκάλου. Σημειωτέον ότι την εποχή εκείνη το γλωσσικό καλά κρατεί και ο Φουτρίδης, φανατικός αντιδημοτικιστής ακόμα, αντιμετωπίζει την διείσδυση των δημοτικιστών με έκπληξη και τρόμο:

Ἐν Chibin-El-Kom τῆς Αἰγύπτου τῇ 11/24 Ὀκτωβρίου 1905 Τρίτῃ 7 μ.μ.

Λατρευτέ μου Χριστάκι,…..

Ἐνθυμοῦμαι ὅτι σοι ἀνέφερον ἐνίοτε, ὅτι ὁ ἐν Chibin-El-Kom διδάσκαλος ἦτο μαλλιαρός, μνημονεύσας μάλιστα καὶ μερικῶν αὐτοῦ ἐν τῷ Νουμᾷ ἄρθρων χωρὶς ὅμως νὰ προσθέσω καὶ τίποτε περισσότερον. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, φίλε μου, εὑρέθην πρὸ γεγονότων, ἅτινα μὲ ἠνάγκασαν νὰ διαστείλω ὑπερμέτρως ὀφθαλμούς τε καὶ στόμα. Εἰς ἓν ἐκ τῶν πρώτων μαθημάτων, τῷ παραδείγματι τοῦ λατρευτοῦ μου καθηγητοῦ κ. Λάμπρου ἑπόμενος, ἐποιησάμην εἰσαγωγὴν εἰς τὴν γραμματικὴν τῆς Ἀττικῆς διαλέκτου, ὅθεν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ κάλλους τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης μετὰ πολλοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ εἰς τρόπον εὔληπτον ὥστε κατώρθωσα μὲν νὰ συναρπάσω τοὺς πέντε ἐννοοῦντάς με μαθητὰς ἀλλ’ ἐξεπλάγην ὅτε ἀντελήφθην, ὅτι ἡ μία ἐξ αὐτῶν, κόρη ἕως 12 ἐτῶν συμπαθεστάτη καὶ μὲ ἐκφραστικωτάτην φυσιογνωμίαν, ἐξερράγη εἰς λυγμοὺς καὶ δάκρυα. Ὃτε ἐτελείωσα, [παρετήρησα] ὅτι τοῦ ἑνὸς ὁ νοῦς περιεσπᾶτο περὶ σκέψιν τινα καὶ τὸν ἠρώτησα·

– Τί σκέπτεσαι παιδί μου;

– Νά! ἀπήντησε μετὰ δισταγμοῦ ἐκεῖνος, σκέπτομαι ὅτι ὕστερ’ ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν μπορεῖ ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα νὰ εἶνε βάρβαρος.

Ἐννοεῖς ὅτι ἐτινάχθην ἐπάνω ἠΰτε προσβληθεὶς βουλευτὴς τῆς ἕδρας ἀνίσταται.

– Ποιὸς σοῦ τὸ εἶπε αὐτό;

– Ὁ ἄλλος δάσκαλος.

– Δὲν θὰ τὸ κατάλαβες.

– Μπᾶ! διαμαρτύρονται οἱ λοιποὶ τέσσαρες ἐν χορῷ, εἶνε βάρβαρος, λέγει, καὶ ἡ καλλίτερη εἶνε αὐτὴ ποὺ μιλοῦμε. 

Ἐννοεῖς καὶ σὺ τὴν δύσκολόν μου θέσιν. Πῶς νὰ ὑπεκφύγω τὸν σκόπελον; Ἔπρεπε νὰ ἐπιτεθῶ κατ’ ἐκείνου πρὸς ὃν ἔδει νὰ μὴ μειωθεῖ ὁ σεβασμὸς ἀφ’ οὗ εἶνε δάσκαλος. Ἀπήντησα ἐν τούτοις διὰ τριῶν λέξεων.

 – Θὰ εἶνε τρελλός.

– Οὔ! Νὰ δῆτε, κύριε δάσκαλε, τρέλλες ποὺ ἔκανε. Μιὰ φορά…

– Αἴ! σᾶς παρακαλῶ δὲν εἶνε ἔργον ἰδικόν σας νὰ κατακρίνετε τοὺς διδασκάλους σας. Τὸ μάθημά μας τώρα…

Αὐτὸ φίλτατέ μου, εἶνε τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅλων τῶν ἐπεισοδίων τῶν ἀφορώντων τὸν προκάτοχόν μου. Εἰπέ μοι λοιπόν, τίνα ἰδέαν ἔχεις περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου τοιούτου; Μήπως θὰ τὸν εἴπῃς ἀμαθῆ, ἀπαίδευτον; Ἀλλ’ εἶνε πάρα πολὺ πεπαιδευμένος εἰς τὴν φιλολογίαν ἁπασῶν σχεδὸν τῶν Εὐρωπαϊκῶν γλωσσῶν καὶ Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς καὶ Τουρκικῆς καὶ Ἀλβανικῆς ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ φιλολογία. Δὲν εὑρίσκω καταλληλότερον παράσημον τοῦ ἀκαταλογίστου καὶ τῆς τρέλλας…..

                                                Σὲ φιλῶ τρυφερῶς

                                                                Ἀριστείδης.

Ακολουθούν τα όσα ο Αριστείδης έζησε μετά το 1906 ως μετανάστης που εγκαταλείπει έναν ακόμα τόπο για να βρεθεί στον Νέο Κόσμο, όπως τον αναφέρει, όπου και θα παραμείνει ως το τέλος της ζωής του. Το ταξίδι του περιγράφεται σε μακροσκελή επιστολή κι ακολουθούν επιστολές που διασώζουν την ζωή και τη δράση του Φουτρίδη στις ΗΠΑ και αποκαλύπτουν τη σταδιακή αλλαγή απέναντι στα κοινωνικά και εθνικά ζητήματα. Τη μεταστροφή αυτή σηματοδοτούν η εμμονή του προς την νά ελληνική πεζογραφία, η προτίμησή του στους δημοτικιστές, ο  θαυμασμός του προς τον πάλαι ποτέ εχθρό του Παλαμά, η σταδιακή προσέγγισή του στον χώρο των Φιλελευθέρων με αποκορύφωμα την αποδοχή του διορισμού του στο Εθνικό Πανεπιστήμιο και αποκαλύπτονται στοιχεία που αφορούν στην νεότερη Ελληνική Ιστορία και την Ιστορία του δυτικού κόσμου γενικότερα.

1913: η αναχώρηση του για να διδάξει στο Βερολίνο. Η παραμονή του εκεί φαίνεται να διαρκεί μόλις ένα ακαδημαϊκό έτος, καθώς  τον Ιούνιο του 1914 βρίσκεται στην Αθήνα, όπου θα γνωρίσει τον Σωκράτη Κουγέα,  και το Δεκέμβριο του ίδιου έτους πίσω στις ΗΠΑ.

1914: επιστροφή στις ΗΠΑ και μαζί και η καταξίωση. Στο νου του όμως έμμονη ιδέα η προβολή του νέου ελληνισμού:

icarian4

Dec. 10, 1914

Ἀγαπητέ μου Χρῖστο καὶ Νῖκο

                Σοῦ ἔγραψα καὶ ἀπὸ καιρὸ μὰ δὲν εἶχα ἀπάντησί σου οὔτε τοῦ Νίκου καὶ ἄρχισα νὰ ἀνησυχῶ. Βέβαια δὲν εἶστε ἀκόμα στὰ ὅπλα ὥστε λίγος καιρὸς θὰ σᾶς μείνῃ νὰ θυμᾶστε καὶ τοὺς Ἀμερικανοὺς ποὺ σκοτώνονται μὲ τὸ χορὸ τοῦ Εὐριπίδου. Πολὺ ἀνυπομονῶ γιὰ ὅσα ἔργα τοῦ Παλαμᾶ δὲν ἔχω ἀκόμη καὶ περισσότερο γιὰ τὸ Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου. Ἔγραψα καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Παλαμᾶ μὰ δὲν ἔλαβα ἀπάντησι ἀκόμη. Λοιπὸν κάντε μου τὴ χάρη νὰ μὲ εὐκολύνετε ὅπως ὅπως. Σᾶς στέλλω ταχυδρομικῶς 4 δολλάρια γιὰ προκαταβολὴ γιατὶ σκέφθηκα πὼς μπορεῖ νὰ εἴχατε τὴν θέλησι ἀλλὰ νὰ σᾶς βασάνιζε ἀπενταρία. Ἐδῶ δόξα ὁ Θεὸς καλὰ πᾶν τὰ πράματα. Ἀφ᾿ ὅτου κέρδισα τὸ νέο βραβεῖο καὶ βάλθηκα στὴ δουλειά μου παρουσιάστηκαν καὶ ἄλλες θέσεις. Προχτὲς ἀκόμα εἶχα τὴν πρόταση νὰ πάω στὸ Mt. Hermοn μὲ 140 δολλάρια τὸ μῆνα. Οἱ ὅροι μοῦ ἦσαν γαργαλιστικοὶ καὶ μοῦ ἤρεσε πολὺ ἡ σχολὴ μὰ νὰ ἀφήσω τὸ χορὸ στὴ μέση δὲν μοῦ πήγαινε καλὰ καλά. …

                Ἔχω ἴσα μὲ τώρα γεμίσῃ τοὺς ἀμερικανοὺς καὶ ἑλληνικούς μου φίλους τῆς Βοστώνης Πολίτη καὶ Παλαμᾶ. Περιμένω ὅμως τὸ Δωδεκάλογο γιὰ νὰ ξεφαντώσω. Ἀπὸ τὰ 20 φρ. ποὺ σᾶς στέλλω 15 τοὐλάχιστον γιὰ Παλαμᾶ. Στείλετέ μου ἄλλη μιὰ Ἀσάλευτη ζωή.

Μιὰ φλογέρα καὶ Καϋμοὺς τῆς λιμνοθάλασσας. Τὰ τρία τελευταῖα τὰ ἔχω ἀλλὰ τὰ θέλω γιὰ ἕνα ἄλλο μου φίλο. Ἐπίσης ἄλλη μία Πολιτεία καὶ μοναξιά.[1] Ἔπειτα ὅ,τι ἄλλο μπορέσετε νἄβρετε τοῦ Παλαμᾶ ποὺ δὲν ἔχω. Ἐπίσης τὸν τελευταῖο τόμο τῶν Γραμμάτων.[2] Ἐπίσης ὅ,τι ἄλλο νομίσετε καλὸ λογοτεχνικὸ καὶ γράψετέ μου νὰ σᾶς στείλω καὶ τὰ ῥέστα.

Χαιρετίσματα στὴ Δίδα Μπέρτου, στὸν κ. Κουγέα καὶ ὅλους τοὺς φίλους.

                                                                                Σᾶς φιλῶ

                                                                                Ἀριστείδης

 

Στην επιστολή αυτή είναι και η πρώτη αναφορά στο όνομα του Σωκράτη Κουγέα με τον οποίο γνωρίστηκε  μέσω του κοινού τους φίλου Χρήστου Λαμπράκη. Ο βενιζελικός Κουγέας, καθηγητής και ακαδημαϊκός καλεί τον Φουτρίδη να επαναπατριστεί για να επανδρώσει μαζί με άλλους προοδευτικούς καθηγητές το Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Παρά τις επιφυλάξεις του ο Φουτρίδης δέχεται. Δεν θα αναλάβει όμως ποτέ την έδρα καθώς η πτώση του Βενιζέλου ανατρέπουν τα σχέδια και ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του πιο χρήσιμο για την Ελλάδα στις ΗΠΑ.

 

                                                                                                                Δεκ. 10-1920

                Ἀγαπητέ μου φίλε:

                Ἐπὶ τέλους παίρνω τὴν πέννα νὰ σοῦ γράψω θετικὰ πράγματα. Βέβαια θὰ ἔμαθες πὼς παραιτήθηκα μόλις ἄκουσα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκλογῆς καὶ ἔμαθα πὼς ἐπαύθηκαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο τῆς Παιδείας οἱ κκ. Γληνός, Δελμοῦζος, καὶ Τριανταφυλλίδης.[3] Τὸ σκέφτηκα σοβαρὰ ἂν ἦταν πατριωτικὸ νὰ τὸ κάμω μὰ δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ ἄλλη λύση. Ἡ κατάργηση τῶν νέων ἐκπαιδευτικῶν μέτρων καὶ ἡ ἐπάνοδος στὸ παλιὸ καθεστὼς σήμαινε σαπίλα γιὰ μένα ἂν ἐρχόμουν στὸ Πανεπιστήμιο.[4] Ὂχι λίγη θὰ ἦταν καὶ ἡ ὑποψία καὶ ἡ ἐχθρότητα ἐκείνων ποὺ θὰ ἔβλεπαν πάντα τὸ διορισμό μου ὡς πολιτικὸ διορισμό. Καὶ ἡ ἐλπίδα πὼς ἡ νέα γεννεὰ θἆταν μὲ τὸ μέρος μου χάθηκε μὲ τὸν καταπληκτικὸ καὶ ἀκατάληπτο ἐνθουσιασμὸ ποὺ ἔδειξε ὅλη ἡ Ἑλλάδα γιὰ τὴν παλιὰ πολιτικὴ καὶ τὸν ἐξόριστο βασιλιᾶ. Ἐδῶ τώρα ντρέπομαι νὰ βλέπω τοὺς φίλους μου καὶ τὸν κόσμο ποὺ γιὰ δύο χρόνια ἔτρωγα μὲ ἄρθρα καὶ διαλέξεις κ.λπ. πὼς ὁ ἑλληνικὸς λαὸς συμμερίζεται τὴν πολιτικὴ τῆς ὄμορφης θυσίας ποὺ τοῦ φέρνει τὴν ἐθνική του ἐλευθερία καὶ ἀναγέννηση.[5] Θὰ ἤθελα νὰ εἶχα γράμμα σου νὰ δῶ πῶς τὴν ἐξηγεῖς καὶ σὺ τὴν κατάσταση αὐτή. Ἴσως ἐγὼ ἔχω μείνῃ τόσο πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ὥστε νὰ μὴν καταλαβαίνω πιά. Λέω νὰ χτυπήσω κάτω τὴν ἰδεολογία μιὰ γιὰ πάντα. Φαίνεται ἔχει μονάχα βάρος καὶ πίκρα…..

                Περιμένω ἀνυπόμονος ἀπάντησή σου στὴ διεύθυνσή μου Harvard Club, 27 W. 44t, New York.

                                                Ἀφοσιωμένος φίλος σου,

                                                                Ἀριστείδης Ε. Φουτρίδης

 

Το τέλος του Φουτρίδη ήρθε απρόσμενα, στη στιγμή της μεγαλύτερής του ευτυχίας. Τις τελευταίες αυτές στιγμές του περιγραφει η Μαργαρίτα Γκάρισον-Φουτρίδη στην επιστολή της προς την οικογένεια του Αριστείδη. (Η επιστολή γραμμένη με μολύβι σε σελίδες μικρού σχήματος, είναι μετάφραση -μάλλον της Δέσποινας Φουτρίδη συντάχθηκε λίγες μέρες μετά το θάνατο του Φουτρίδη.)

Ἀγαπητὴ μητέρα Φουτρίδη καὶ Δέσποινα καὶ Γιάννη καὶ Ἀσπασία καὶ λοιποί:

Μὲ μεγάλη grave [σοβαρότητα] σᾶς ἔστειλα ἐκεῖνο τὸ ἀπαίσιο τηλεγράφημα: ἀλλ᾽ ἐφοβήθηκα μὴ μάθετε τὴν εἴδηση ἀπὸ ἄλλας πηγὰς (πρὶν ἢ ἐγὼ σᾶς γράψω).

                Ὁ ἀγαπητὸς Ἄρης ἀπέθανε αἰφνιδίως εἰς τὴν νῆσον Chebeague τὴν Κυριακὴν 26 Αὐγούστου περὶ τὴν μεσημβρίαν. Ἦτο ἐξαισίας ὑγείας καθ᾽ ὅλον τὸ θέρος καὶ ὅλος ζωὴ καὶ σφρῖγος. Εἶχε κερδίσῃ ὀλίγο εἰς βάρος καὶ ἦτο εὔμορφος. Πόσο θέλω νὰ σοῦ μεταδώσω τὶς ἀναμνήσεις τοῦ καλοκαιριοῦ μας. Ἠγάπησε τὸ νησὶ καὶ ἦτο ὅλη τὴν ἡμέραν εἰς τὸ ὕπαιθρον. Διῆλθεν ὅλον τὸν Πλάτωνα αὐτὸ τὸ καλοκαῖρι ἐξαπλωμένος εἰς τὴν χλόην καὶ ἀντικρύζων τὴν θάλασσαν.

                Τὴν Κυριακὴ ἦτο ἐξαιρετικῶς εὐτυχὴς καὶ χαρίεις. Εἰς τὰς 6 ἐπῆρε τὸ πρόγευμά του καὶ ἐπῆγε εἰς τὸ ὕπαιθρο διὰ νὰ ἀναγνώσῃ. Ὅταν ἐπέστρεψε ἔγραψε δι᾽ ὀλίγην ὥραν ἐπὶ νέου ἔργου (θεατρικὸ) τὸ ὁποῖο εἶχε ἀρχίσῃ, καὶ νομίζω, ὅτι περισσότερον εὐχαριστήθη ἀπὸ τὴν ἐποικοδομητικὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν εἶχε κάμῃ παρὰ ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην αἰτίαν.

                Περὶ τὴν μεσημβρίαν ἐπῆγε μὲ τὸν πατέρα εἰς τὴν ἀκτὴν διὰ νὰ κολυμβήσῃ -ἑκατὸν περίπου ποδάρια ἀπὸ τὸ σπίτι- καὶ ἐγὼ μὲ τὴν μητέρα τοὺς ἀκολουθήσαμε καὶ ἐκαθήσαμε εἰς τὴν παραλίαν παρακολουθοῦσαι ἀπὸ μίαν βάρκαν. Ὁ πατέρας ἐπέστρεψε ἀμέσως διότι τὸ νερὸ ἦτο κρύο ἀλλ᾽ ὁ Ἄρης ἔμεινε κατὰ τὰ συνήθη ἡμίσειαν ὥραν. Ἡ μαμὰ καὶ ἐγὼ περιμέναμε ἕως ὅτου ἐπλησίασε εἰς τὴν ἀκτὴν καὶ ἔπειτα ἐφύγαμε διὰ νὰ ἑτοιμάσωμεν τὸ γεῦμα. Ὁ Ἄρης μὲ ἀκολούθησε τρέχων διὰ νὰ ζεσταθῇ. Τὸν παρηκολούθουν ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ μαγειρείου καὶ ἔβλεπα πόσον δυνατὸς καὶ γεμᾶτος σφρῖγος ἐφαίνετο καὶ πόσο χαρούμενος καὶ γεμᾶτος ζωὴ ἦτο. Ὁ πατέρας εἶχε ἑτοιμάσῃ φωτιὰ εἰς τὸ μικρὸ σαλονάκι, διὰ νὰ ἔχει ὁ Ἄρις θερμὸ μέρος νὰ ἐνδυθῇ. Ὁ Ἄρις ἦλθε μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ ἐστάθηκε ὀλίγον νὰ μιλήσῃ μὲ τὴν μητέρα καὶ νὰ ἀναγνώσῃ μίαν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε ἀφήσῃ κάποιος τῶν γειτόνων. Εἰς τὸ σαλονάκι ὅπως ὁ πατέρας ἐκάθητο ἔβγαλε τὰ λουτρικά του καὶ ἤρχισε νὰ θερμαίνηται. Ὡμίλει μὲ τὸν πατέρα ὡς συνήθως ὅταν αἴφνης ἔπεσε. Ἐτρέξαμε ὅλοι καὶ τὸν ἐσκεπάσαμεν μὲ σκεπάσματα καὶ τὸν ἐτρίβαμε –ἀλλ᾽ ἦτο κεραυνὸς καὶ ὁ θάνατος ἀκαριαῖος. Εἴχαμε ἰατρὸν ἐντὸς ¼ τῆς ὥρας, δυστυχῶς τίποτε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, μᾶς εἶπε δὲ ὅτι καὶ ἐὰν ἦτο παρὼν τίποτε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Εἴμεθα τῆς ἰδέας ὅτι ὁ Ἄρις τίποτε δὲν ἀντελήφθη καὶ ὁ θάνατος του ἐπῆλθε πολὺ ἤρεμος.

                Ὁ πατέρας μὲ ἀτμάκατον ἐπῆγεν εἰς τὴν γειτονικὴν νῆσον ὅπου ὁ φίλος μας γιατρὸς Rodges τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Yale παρεθέριζε. Ἐπέστρεψαν ἐντὸς ἡμισείας ὥρας ἀλλ᾽ ὁ ἰατρὸς Rodges ἐπενέλαβε ὅ,τι ὁ πρῶτος ἰατρὸς εἶχεν ἀποφανθῆ.

                Ἦτο τὸ ψῦχος, ὑπερέντασις καὶ κάποιον ἄλλον περιστατικὸν ἀνεξήγητον ἴσως ταχεία κυκλοφορία τοῦ αἵματος τὰ ὁποῖα ἐσταμάτησαν τὴν λειτουργίαν τῆς καρδίας.

                Οἱ φίλοι μας τοῦ Chebeague ἔκαμαν ἐπίσης ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καὶ μετεφέραμεν τὸν Ἄρη χθὲς πολὺ πρωῒ εἰς τὴν Βοστώνην καὶ μόλις εὑρήκαμεν πλοῖον. Ἡ μάμη μου καὶ αἱ θεῖαι μου ἦλθον ἀπὸ τὰς παραθερίσεις των καὶ εἶνε μαζί μας, ἠγάπων τόσον πολὺ τὸν Ἀριστείδη. Ὥστε ἡ παρουσία των μᾶς ἀνακουφίζουν. Πολλοὶ φίλοι καὶ ὅλοι οἱ καθηγηταὶ μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Ἀριστείδης συνειργάζετο καὶ τὸ Η[arvard] μᾶς ἐτηλεφώνησαν καὶ μᾶς ἐπεσκέφθησαν. Ὁ Ραφαὴλ Σῖμος (Δῆμος) καὶ ὁ Νικόλας Κλαδιᾶς οἱ καλλίτεροι Ἕλληνες φίλοι τοῦ Ἀριστείδη εἶνε τακτικὰ μαζύ μας, καὶ ὁ Στέφανος καὶ ἡ Καλλιόπη εἶναι μαζύ μας. Ἦλθον ἀμέσως ἀπὸ τὸ Washington μόλις ἔλαβον τὸ τηλ/μά μου.

                Λυποῦμαι πάρα πολὺ φανταζομένη τὸν κεραυνὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἦλθε πρὸς ὅλους σας καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν μητέρα Φουτρίδη. Ὁ Ἄρις ἔλεγε πάντοτε αὐτὸ τὸ καλοκαῖρι ὅτι τὸ ἑπόμενον πρέπει μὲ κάθε τρόπον νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ εἰς τὴν Αἴγυπτον διὰ νὰ τὴν ἰδῇ καὶ δι᾽ αὐτὸ κρατᾶ(;) μαζὶ τὴν μικράν της φωτογραφίαν τὴν ὁποίαν ὁ Ν. Τσάτσος μᾶς ἔφερε.

                ….

Προσπαθῶ νὰ σκεφθῶ πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ τοῦ ἀρέσουν νὰ κάνω εἰς τὸ ὄνομά του καὶ ἂν καὶ τὰ σχέδια δὲν ἔχουν λάβῃ μορφὴν ἀκόμη θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω τὴν σκέψιν σου δι᾽ αὐτά.

                Ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶνε δυνατὸν διὰ κανένα φίλο του εἰς τὸ Ηarvard νὰ συστήσῃ κληροδότημα εἰς τὸ ὄνομά του εἰς ὄφελος Ἑλληνόπαιδων, νὰ εἰδικευθῇ κατὰ προτίμηση εἰς κλασσικόν τινα κλάδον. Ὁ Ἀριστείδης ἐσπούδασε τόσα χρόνια εἰς τὸ Ηarvard καὶ εἶχε τόσο ἀφοσιωθῇ ὥστε εἶναι πολὺ εὐάρμοστον νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ διαρκὴς ἀνάμνησή του. Ἔπειτα ἐκεῖνο ποὺ περισσότερον ἐπεθύμη ἦτο νὰ δώσῃ κάπως περισσοτέραν διδασκαλικὴν μόρφωσι εἰς τὴν Ἰκαρίαν. Τόσο ὀλίγο γνωρίζω ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ὑφισταμένους ὅρους ὥστε τολμῶ νὰ ἐλπίζω ὅτι σὺ καὶ κανένας ἀπὸ σᾶς θὰ θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ τί ὁριστικὸν ἔργο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Aris. Ἴσως ὁ Νεῖλος θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς βοηθήσῃ ἐκεῖ. Ἄραγε ἤρχισε τὸ ἐκεῖ τὸ ὑπὸ μελέτην γυμνάσιον; καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν μικρὸν ἐπίδομα στὴν σχολὴν ἀνωτέρας μορφώσεως ἐκεῖ; νομίζεις ὅτι τέτοια σχολὴ ἠμπορεῖ ν᾽ ἀρχίσῃ; δὲν ἔχω καμμία ἰδέα πόσα θὰ δυνηθῶμεν νὰ συνάξωμεν εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι οἱ Ἕλληνες φίλοι τοῦ Ἀριστείδη θὰ θελήσουν νὰ συνεισφέρουν πρὸς ἕνα τέτοιο σκοπόν. Ὁ Ἄρις ἔχει τελείαν κλασικὴν βιβλιοθήκην, τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελε νὰ στείλῃ εἰς τὸ Γυμνάσιον τῆς Ἰκαρίας, ἐὰν τοῦτο ὑφίσταται. Σκέψου ὅλα αὐτὰ καὶ στεῖλε μου, ὅταν συνέλθῃς, τί νομίζεις. Γνωρίζω ὅτι ὁ Ἄρις ἔχει ἐπίσης πολλοὺς καλοὺς φίλους εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ ὁποῖοι θὰ θέλουν νὰ διαιωνίσουν κατά τινα τρόπον τὴ μνήμην του. Θὰ εἶνε μεγάλη ἀνακούφισις πρὸς ὅλους μας ἂν στραφῶμεν πρὸς ἔργα τοιούτου εἴδους.

                Δὲν θέλω τὸ ῥῆγμα αὐτὸ τῆς οἰκογενείας μου νὰ μᾶς χωρίσῃ καθόλου καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ μοῦ γράφῃς ὅπως πρὶν -Ἑλληνικὰ ἂν θέλῃς. Ἔχω πολλοὺς προθύμους μεταφραστὰς ἐδῶ.

                Μὲ πολλὴ ἀγάπη πρὸς ὅλους σας. Θὰ εἶμαι πολὺ ὑπόχρεος ἐὰν μεταδώσῃς τὰ ἄνω εἰς τὸν Νεῖλον, Μαρίαν, καὶ ὅλους τοὺς συγγενεῖς πέραν τοῦ ὠκεανοῦ, διότι ἔχω πολλὰ ἀκόμη γράμματα νὰ γράψω.

Θὰ ἐπεθύμουν πολὺ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ὀλίγον τοῦ πόνου τὸν ὁποῖον θὰ σᾶς φέρῃ ἡ παροῦσα ἀλλὰ ὅλοι μας ἰδιαιτέρως πρέπει νὰ περάσωμεν ἀπὸ αὐτόν. Ἡ διὰ πάντα αφοσιωμένη σου

 

                                                Μαργαρίτα

[1] Παραθέτουμε τις χρονολογίες της πρώτης έκδοσης των έργων του Κ. Παλαμά: Ἡ ἀσάλευτη ζωὴ (1904) / Ἡ φλογέρα τοῦ βασιλιᾶ (1910) / Οἱ καημοὶ τῆς λιμνοθάλασσας (1912) / Ἡ πολιτεία καὶ ἡ μοναξιά (1912).

[2] Το λογοτεχνικό περιοδικό Γράμματα κυκλοφόρησε από το 1911 έως το 1921.

[3] Αναφέρεται στην εκλογική ήττα των Φιλελευθέρων και του Ελ. Βενιζέλου την 1/11/1920 και στις παραιτήσεις του Δ. Γληνού από γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και των Α. Δελμούζου και Μ. Τριανταφυλλίδη από ανώτατοι επόπτες. Παράλληλο συμβάν είναι και η άρση της λειτουργίας της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. (Δανείζομαι την παραπομπή από τον Αλ. Δημαρά: Δ. Α. Γληνός, Ο σκοπός της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Αθήνα 1924, 3.)

[4] Ο Αρ. Φουτρίδης φαίνεται να είναι απόλυτα ενημερωμένος σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις που επιχειρήθηκαν κατά την περίοδο 1917-1920 και για την κατάσταση που επικρατούσε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από όσα γνωρίζουμε, την περίοδο εκείνη αλληλογραφούσε με τον Σ. Κουγέα, τον Χρ. Λαμπράκη, τον Ν. Μπέρτο. Μιλώντας για σαπίλα του Πανεπιστημίου η οποία επανέρχεται, εννοεί την παύση των βενιζελικών καθηγητών και τη συνακόλουθη επάνοδο των αντιβενιζελικών παυθέντων.

[5] Είναι προφανές ότι η δράση του Αρ. Φουτρίδη είχε πολιτικό χαρακτήρα και, όπως θα φανεί λίγο πιο κάτω, τα κίνητρά του ήσαν ιδεολογικά-πολιτικά.

ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ
«ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ Ε. ΦΟΥΤΡΙΔΗΣ» (1887-1923) …από την Ικαρία στο Χάρβαρντ...
ΔΕΥΤΕΡΑ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015
EΘΝΙΚΟ & ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Aμφιθέατρο Ι. ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

              Την εκδήλωση χαιρέτισαν:

  • Σταμάτης Βασίλαρος, Πρόεδρος Ικαριακών Δρώμενων-Φεστιβάλ Ικαρίας
  • Κωνσταντίνος Μπουραζέλης, Αναπληρωτής Πρύτανης ΕΚΕΠΑ
  • Σαράντος Καργάκος, Ιστορικός

             Ομιλητές:

  • Χαρούλα Κοτσάνη –Αποστολίδη, Δασκάλα 9ου Δημ. Σχ. Αθηνών, «Το ξεκίνημα του από την Ικαρία και οι σπουδές στην Ελλάδα»
  • Παναγιώτης Ροϊλός, Καθηγητής των Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών και της Συγκριτικής Λογοτεχνίας στην έδρα «Γεώργιος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, «Αριστείδης Φουτρίδης: Η συμβολή του στις Ελληνικές Σπουδές στην Αμερική»
  • Γεώργιος Βασίλαρος, Αναπληρωτής Καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών «Ο Α. Φουτρίδης ως κλασικός φιλόλογος»
  • Κωνσταντίνος Κασίνης, Ομότιμος Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Γενικός γραμματέας του «Ιδρύματος Κωστή Παλαμά», «Κ. Παλαμάς – Αριστείδης Φουτρίδης μια γόνιμη σχέση»
  • Σωκράτης Κουγέας, Εκπαιδευτικός – Φιλόλογος, «Ο Α. Φουτρίδης μέσα από την αλληλογραφία του»
  • Ηρώ Τσαρνά – Κόχυλα, Φιλόλογος – Ποιήτρια, «Αριστείδης Φουτρίδης, ένας λυρικός μεταξύ Ανατολής και Δύσης»

⇒ΦΟΥΤΡΙΔΗΣΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

ΤΟ ΤΙΜΙΟΤΕΡΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ Τρίτη, Ιον. 6 2017 

Αριστείδης Ε. Φουτρίδης
Το τιμιότερο πρόσφορο. Επιστολές του Αριστείδη Ε. Φουτρίδη προς τον Χρίστο Ν. Λαμπράκη, τον Σωκράτη Β. Κουγέα και συγγενικά του πρόσωπα.

Το βιβλίο παρουσιάζει την πολυκύμαντη πορεία της σύντομης ζωής του Αριστείδη Φουτρίδη μέσα από τις επιστολές του προς τον Χρίστο Λαμπράκη, τον Σωκράτη Κουγέα και συγγενικά του πρόσωπα. Οι επιστολές αυτές ρίχνουν φως στο κύμα μετανάστευσης προς την Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα και σκιαγραφούν άγνωστες πτυχές της προσωπικότητας του νεαρού Φουτρίδη: τους στενούς δεσμούς με την οικογένεια και τους φίλους του, την αστείρευτη αγάπη του για τη μόρφωση και τη φιλολογία, το ενδιαφέρον του για την πρόοδο του μαθητή του Κωνσταντίνου Τσάτσου, το πάθος του για τη μετάφραση του λογοτεχνικού έργου του Κωστή Παλαμά. Κυρίως όμως προσφέρουν στον αναγνώστη μια γλαφυρή εικόνα του μαχητικού χαρακτήρα ενός μετανάστη από την Ικαρία, ο οποίος, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, κατόρθωσε με ακατάπαυστη και ευσυνείδητη πνευματική εργασία να διακριθεί και να πραγματώσει τους στόχους του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι δάνειο από το μνημόσυνο άρθρο που έγραψε ο Κωστής Παλαμάς για τον Αριστείδη Φουτρίδη ένα χρόνο μετά τον θάνατό του.

Για το βιβλίο:

Ο δοκιμιογράφος και πεζογράφος, Κώστας Χατζηαντωνίου (βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης 2011) στην εδημερίδα Καθημερινή ( 18/6/2017, 500 λέξεις με τον Κώστα Χατζηαντωνίου): «… Και το τελευταίο [βιβλίο] που σας συγκίνησε;
«Το τιμιότερο πρόσφορο» (εκδόσεις ΜΙΕΤ). Οι επιστολές του Ικαριώτη καθηγητή του Χάρβαρντ Αριστείδη Φουτρίδη (1887-1923), που αποτυπώνουν το πάθος ενός χαρισματικού απόδημου για την Ελλάδα και τη σύγχρονη παρουσία της στον κόσμο.»