…κι ένα χρόνο μετά ο Κωστής Παλαμάς δημοσιεύει στον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΛΟΓΟ της Δευτέρας, 29ης Σεπτεμβρίου 1924, φιλολογική συνεργασία με τίτλο «ΕΝΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ»[1]:

Ἕνας χρόνος πέρασε. Στὶς 26 Αὐγούστου τοῦ 1923 πέθανεν ξαφνικὰ στὴν Ἀμερικὴ μέσα στῆς νιότης του καὶ τῆς σκέψης του τὸ ἄνθισμα, ὁ Ἀριστείδης Φουτρίδης. Σ’ ἕνα του γράμμα κατανυκτικὸ ὁ κ. Ραφαὴλ Δῆμος ἀγαπημένος του φίλος καὶ συνάδελφός του («μαζὶ ἐφοιτήσαμε -γράφει- στὸ Χαρβαρδ κι ὕστερα συνδιδάξαμε ἐκεῖ, αὐτὸς τὰ κλασσικὰ κι ἐγὼ τὰ φιλοσοφικά») εἶχε τὴν καλωσύνη νὰ μὲ καταστήσῃ ἐνήμερον τῶν τελευταίων του στιγμῶν. «Ὁ θάνατος ἦλθεν πολὺ ἔξαφνα. Ἐπερνοῦσε τὸ καλοκαίρι ὁ Ἀριστείδης σ’ ἕνα νησάκι στὴν Πολιτεία τοῦ Maine κ’ εὑρίσκετο σὲ τελείαν ὑγεία. Πρὶν ἀπὸ τὸ γεῦμα, Κυριακὴ ἐβγῆκε νὰ κολυμπήσῃ. Ἐβγῆκε ὕστερ᾽ ἀπὸ μισὴ ὥρα ἀπὸ τὸ νερό. Ἦρθε τρεχᾶτος στὸ σπίτι, καί, ἐκεῖ ποὺ ἐσφουγγίζετο ἐμπρὸς στὴ φωτιά, ἔπεσε πεθαμένος χωρὶς καμμιὰ προειδοποίηση, ἀπὸ συγκοπὴ καρδιᾶς. Ἡ ἀπώλεια δι’ ἐμᾶς τοὺς φίλους του, διὰ τοὺς Ἕλληνας, τοὺς Ἀμερικανούς, εἶναι ἀμέτρητη…» κι ἀπὸ τὰ φύλλα τῆς Ἀμερικῆς μᾶς ἦρθαν δείγματα ζωηρὰ τοῦ πόνου ποὺ μᾶς ἔσκαψε ὁ χαμός του, καὶ στὸ τύπο τὸν Ἀθηναϊκὸ συμπαθητικὰ ἀντικτύπησε τὸ βαρὺ χτύπημα. Τριῶν τὰ λόγια ξεχωρίζουν χαρακτηριστικώτερα γιὰ τὸ μέγεθος τῆς συμφορᾶς. Ὁ καθηγητὴς Ἀνδρεάδης, νοῦς ἀντιπροσωπευτικός, συνταιριάζοντας τὸ ἐπιστημονικό του κῦρος καὶ ζωντανεύοντάς το μὲ τὴν ἀντίληψη καὶ μὲ τὴν ἀγάπη προσώπων καὶ πραγμάτων ποὺ νὰ λογαριάζωνται ὅ,τι πρέπει γιὰ τὴ νέα ἑλληνικὴ ψυχή, ἔγραφε, σὲ ἄρθρο ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τοῦ Φουτρίδη, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα: «Εἶχε ἐπιβληθῆ, ὄχι μόνον διὰ τῶν βαθειῶν του γνώσεων καὶ τῆς διδακτικῆς του δεινότητος, ἀλλὰ καὶ τῆς πολυσχδοῦς δράσεώς του. Δὲν ἦτο μόνον λαμπρὸς ἑλληνιστής, ἀλλὰ καὶ ἄριστος Ἄγγλος ποητής, ἐπιβληθεὶς ἀμέσως εἰς τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς πρώτης του ποιητικῆς συλλογῆς «Τραγούδια της Αὐγῆς». Μετὰ σπανίου πατριωτισμοῦ ἐχρησιμοποίησε τὴν πρώϊμόν του ποιητικὴν δόξαν εἰς τὸ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸ ἀμερικάνικον κοινὸν τὴν σύγχρονον ἑλληνικὴν ποίησιν… ἐπιτυχὼν μάλιστα ἡ μετάφρασίς του νὰ δημοσιευθῇ τύποις τοῦ περίφημου Πανεπιστημίου τοῦ Χάρβαρδ.» Δεύτερος ὁ κ. Κώστας Καιροφύλας ποὺ τὸν εἶχε γνωρίσει στὴ Νέα Ὑόρκη πρὸ τριῶν χρόνων μὲ σύντομες γραμμὲς ἔντονα μᾶς τὴν ἰχνογραφεῖ τὴ φυσιογνωμία του ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἄρχισε τὸν δύσκολο κοπιαστικό του δρόμο στὸ νέο κόσμο ριγμένος φτωχὸς βιοπαλαιστὴς ἀπὸ τὸ νησί του, τὴν Ἰκαρία τοῦ Αἰγαίου, περνῶντας κι ἀπὸ τὶς χειρονακτηκότερες δουλειές, μὰ δυνατὸς πάντα, χωρίς νὰ δαμάζεται ἀπὸ «τὰς ἀντίξοους περιστάσεις» ἕως τὴ στιγμὴ ποὺ καλεσμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Βενιζέλο δέχτηκε νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τὸ Χάρβαρδ γιὰ τὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν. Τὸν ἐσταμάτησε ἡ πρώτη Νοεμβρίου. Τὸ πρῶτο μεταφραστικὸ του κατόρθωμα, ὀγκώδης τόμος διηγημάτων ἑλληνικῶν, ἔργα τοῦ Καρκαβίτσα, τοῦ Δροσίνη, τοῦ Βιζυηνοῦ, τοῦ Ξενόπουλου. Σταματᾷ ξεχωριστὰ ὁ κ. Καιροφύλας ἐπάνω στὴ μετάφραση, σὲ δύο τόμους, τῆς «Ἀσάλευτης Ζωῆς», καὶ στὴν σὰν παράξενη λατρεία ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ἀφιερωθῇ  στὸν ποιητή, χωρὶς ποτὲ προσωπικὰ καὶ ἀπὸ κοντὰ νὰ τὸν γνωρίσῃ (παρὰ μιὰ φορὰ καὶ στὸ πόδι), μὲ τὴν παρόρμηση μιᾶς διανοητικῆς, μιᾶς μυστηριακῆς θὰ ἔλεγα, συγγένειας. «Αὐτὴν τὴν ἐργασία –σημειώνει ὁ κ. Καιροφύλας- τὴν παρηκολούθησα, τὴν ἔζησα, μπορῶ νὰ πῶ. Ὁ Φουτρίδης ἦτο τότε ἀρραβωνιασμένος μὲ ἐκείνην ἡ ὁποία ἔγινε στὴ συνέχεια σύζυγός του, μὲ τὴν ὑπέροχον ἐκείνην κόρη, ἡ ὁποία κατήγετο ἀπὸ μίαν τῶν καλυτέρων οἰκογενειῶν τῆς Βοστώνης, καταγωγῆς Ἀγγλικῆς. Φοιτῶσα εἰς τὸ πανεπιστήμιον μαζὶ μ’ αὐτόν, ἐξετίμησε τὰ προτερήματα τὰ σπάνια τοῦ Φουτρίδη, ὥστε ἠθέλησε νὰ συνδέσῃ τὴ ζωή της, -οἵμοι! διὰ βραχὺ χρονικὸν διάστημα- μὲ τὸν ὑπέροχον νέον. Ἡ κόρη αὐτὴ συνηργάσθη, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν μετάφρασιν τῆς «Ἀσάλευτης Ζωῆς». Τρίτος ὁ κ. Ν. Σ. Καλτσᾶς ἀπὸ τὴ Βάσιγκτων, βιογραφεῖ πλατιὰ καὶ οὐσιαστικά, μᾶς ἀναλύει καὶ μᾶς ἐξηγεῖ τὸ ἔξοχο φαινόμενο ἑνὸς νοῦ ἐνεργοῦ καὶ περιεκτικοῦ ποὺ μὲ τοῦ Φουτρίδη τ’ ὄνομα, ἂν τοῦ χάριζε χρόνια ἡ ζωή, ἀνυπολόγιστα θὰ τὴν ὑπηρετοῦσε τὴν πνευματικότητα, γιὰ τὴ χαρὰ καὶ τῆς μητρικῆς του γῆς καὶ τοῦ κόσμου ποὺ τὸν ἔκαμε πατρίδα του: «Δι’ ἕνα ἄνθρωπον ποὺ ἐξέλεξε ὡς στάδιόν του τὴν φιλολογίαν καὶ τὴν ποίησιν, ὁ Φουτρίδης ἦτο μυαλὸ καταπληκτικῶς πρακτικὸ μὲ μεγάλη ὀργανωτικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν ἱκανότητα… Ποιητὴς ποὺ εἶχε δημοσιεύσει τόμον ποιημάτων μὲ τὸν αἰθέριον τίτλον «Φῶτα τῆς Αὐγῆς» ἠμποροῦσε νὰ ἐπιδοθῇ μὲ τόσην ζέσην καὶ θαυμάσιαν ἐπιτυχίαν εἰς τὴν ἐκμάθησιν καὶ τὴ διδαχὴν τῶν πεζοτέρων λεπτομερειῶν τῆς στρατιωτικῆς τακτικῆς καὶ διοικήσεως. (Ὁ πόλεμος τὸν εἶχε φέρει ζηλωτὴν ἐθελοντὴν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἀμερικανικοῦ στρατοῦ). Ὁ ἐνθουσιασμός του ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ θετικό του πνεῦμα τὸν ἔκαμνε ἴσως κάποτε δογματικὸν καὶ μονοκόμματον στὴν κρίσιν καὶ ἄκαμπτον στὴ στάσιν του, ἐπὶ τῶν διαφόρων φλεγόντων ζητημάτων εἰς τὰ ὁποῖα ἐλάμβανεν ἐνεργὸν μέρος, στὸν Πατριωτισμόν του, στὸ Βενιζελισμόν του, στὴν Παλαμολατρεία του. Ἀλλὰ καὶ τὸν ἔσωσεν ἀπὸ τοὺς δισταγμοὺς ποὺ ὁδηγοῦν τόσο συχνὰ τοὺς διανοουμένους μας στὴν ὑποκριτικότητα, τὸν σκεπτικιμό, καὶ στὴν ἄρνηση». Παρατηρεῖ ἀνάμεσα σὲ τόσα ἄλλα ἀξιοσημείωτα ὁ κ. Καλτσᾶς.

Σὲ γράμμα τοῦ κ. Richard Heath Dobney, καθηγητῆ τῆς Ἱστορίας στῆς Βιργίνιας τὸ Πανεπιστήμιο, πρὸς τὴν κ. Μαρία Οἰκονομίδη, Ἑλληνίδα τῆς Ἀμερικῆς μὲ διανοητικὰ χαρίσματα, φίλη ἐγκάρδια καὶ θαυμάστρια, γεμάτη ἐνθουσιασμό, τοῦ Φουτρίδη, σὲ γράμμα ποὺ εἶχε τὴν εὐγένεια, μαζὶ μὲ τὴν ἀπέραντη θλίψη της γιὰ τὸ χαμό, ἀπὸ τὸ Τέξας νὰ μοῦ ἀνακοινωσῇ γιὰ να ἰδῶ πόσο τιμητικὰ ἕνας σοφὸς κρίνει τὸ ἔργο μου, διαβάζω:

«Ἡ μετάφραση φαίνεται ἔργο ἀνθρώπου μὲ βαθειὰ ποιητικὴ φλέβα στὴ φύση του.» Ἡ φλέβα αὐτὴ ὄχι βαθειὰ μονάχα, μὰ διακλαδωμένη πλατιὰ σὲ λογῆς ἐνέργειες, ἀγκαλιάζοντας ἀχώριστα τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ νέα τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, δείχνεται σ’ ἕνα γράμμα τοῦ Φουτρίδη, μ’ ὅλο τὸ βιαστικὸ τῆς γραφῆς του, πρὸς ἕνα φίλο του στενό, συνάδελφο τοῦ ἀπὸ τὴ Βιρτζίνια καθηγητῆ, τὸν κύριο Σωκράτη Κουγέα. Ὁ παραλήπτης του εἶχε τὴν καλωσύνη, καθὼς τὸν παρακάλεσα, νὰ μοῦ τὸ ἐμπιστευθῇ, γραμμμένο τὸ Μάη τοῦ 1923, λίγους μῆνες πρὶν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος. «Τὸ ἄρθρο σου, τοῦ λέει γιὰ τὴν ἐπιγραφὴ τῆς Ἐπιδαύρου μόλις μοῦ ἦρθε τὸ ἀπήλαυσα. Ἔγραψα μία Ἐπιθεώρηση ἢ μᾶλλον μία περίληψη γιὰ τὸ «Classical Weekly» ποὺ δημοσιεύεται στὴ Νέα Ὑόρκη· θὰ δημοσιευθῇ λίγο ἀργὰ τὸν ἐρχόμενο Ὀκτώβριο ἢ Νοέμβριο.» Ὁ Φουτρίδης εὐκολονόητο πὼς δὲν περιορίζει τὴ δραστηριότητά του στὰ σύγχονα, καθηγητὴς καθὼς εἶναι τῶν κλασικῶν γραμμάτων. Τί διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Yale ποὺ τὸν πῆρε μετὰ τοῦ Harvard; Τὸ μαθαίνουμε ἀπὸ τὸ γράμμα του πρὸς τὸν κ. Κουγέα: «Τὰ μαθήματά μου στὸ Πανεπιστήμιο εἶναι τὸ Ἀθηναϊκὸ δρᾶμα. Αἰσχύλου Προμυθεύς. Σοφοκλέους Οἰδίπους Τύραννος. Εὐριπίδου Ἱππόλυτος. Ἀριστοφάνους Βάτραχοι. Δηλαδὴ διαλέξεις καὶ κείμενο. Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας ἀπὸ Ὁμήρου. Ἀριστοτέλης. Διαλέξεις. Αἰσχύλος. Φροντιστήριο. Στὸ τελευταῖο ἀφιερώνω περισσότερο καιρό. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ρίχτηκα στὴ μελέτη γιὰ τὴ γένεση τῆς Τραγωδίας. Αὐτὸ μὲ ἔφερε στὶς θρησκευτικὲς τελετές, -τὴ λατρεία τῶν νεκρῶν καὶ ἡρώων- καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ φτάσω σὲ κάποιο σοβαρὸ συμπέρασμα- θὰ δώσω ἕνα φροντιστήριο τοῦ χρόνου ἀποκλειστικῶς γιὰ τὴ γένεση τοῦ Δράματος. Ἀπὸ τώρα ἔχω τὴν ἰδέα πὼς ὁ γενικὸς περιορισμὸς στὴ λατρεία τοῦ Διονύσου εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ πὼς τὸ ἔργο τοῦ Rid πρέπει νὰ ληφθῇ λίγο σοβαρώτερα. Εἶμαι ἐντελῶς πεπεισμένος πὼς τὸ ἀθηναϊκὸ δρᾶμα δὲ ἔχει καμμία σχέση με τοὺς Δωριεῖς οὔτε ἀρχαιολογικῶς οὔτε γλωσσικῶς.» Ἀλλὰ ὁ ἐρευνητὴς τῆς πραγματείας γιὰ τὰ χορικά, νομίζω, τοῦ Εὐριπίδη, ποὺ τὸν ἀνέβασε στὴν πανεπιστημιακὴ ἕδρα, δὲν καρφώνεται στὰ περασμένα. Τὸ μάτι του ἀεικίνητο. Ρωτᾷ ἀμέσως: «Ποῦ βρίσκεται τὸ ἐκπαιδευτικό μας ζήτημα; Ποῦ τὸ γλωσσικό; Ποῦ τὸ πολιτικό;… Ἂν ἔχῃ δημοσιευθῇ τίποτε λογοτεχνικὸ βιβλίο ἀξίας στὴν ποίηση, διήγημα, μυθιστόρημα, δρᾶμα ἢ κριτικὴ τῆς νέας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας στεῖλέ μού το.» Κ’ ἐξακολουθεῖ: «Ὁ ἐκδοτικὸς οἶκος τοῦ Πανεπιστήμιου τοῦ Γιάλε ἀνέλαβε νὰ δημοσιεύσῃ τὴ μετάφραση τῆς «Τρισεύγενης». Ἔδωκα σὲ διὰφορα Πανεπιστήμια ἐφέτος διαλέξεις γιὰ τὶς Παραδόσεις μας καὶ τὴ Λογοτεχνία μας. Ἄρχισα νὰ μεταφράζω ποιήματα τοῦ Βλαστοῦ κ’ ἔχω τὸ μάτι μου στὸν Καρκαβίτσα καὶ στὸ «Δωδεκάλογο» τοῦ Παλαμᾶ…» Καὶ ἀκόμα· ἡ σκηνὴ ἀλλάζει: «Ξέρεις, πέρσι τὸ καλοκαῖρι, ἤμουν στὴν Εὐρώπη. Λίγο στὴ Γαλλία, κάμποσο στὴν Ἰταλία, ἰδιαιτέρως στὴ Σικελία, λίγο στὴν Ἑλβετία καὶ λίγο στὴν Ἀγγλία. Εἶχα μαζί μου τὴ γυναῖκα μου, γιὰ τὴν ὁποία αὐτὸ ἦτο τὸ πρῶτο ταξίδι… Ἐφέτος θὰ καθήσουμε στ’ αὐγά μας περνῶντας ἕνα ἥσυχο καλοκαῖρι στὴν ἀκρογιαλιὰ τῆς Maine-Island (εἶναι ἡ ἀκρογιαλιὰ ποὺ τὸν ἐσκότωσε) στὸν κόλπο τοῦ Casco. Τοῦ χρόνου ὅμως λογαριάζουμε νάρθουμε στὴν Ἑλλάδα, νὰ ρίξουμε μιὰ καλοκαιρινὴ ματιά.»

Ἡ πολυπόθητη ματιὰ γραφτὸ ἦταν νὰ μὴ ριχτῇ. Τὸ καλοκαῖρι ἔσβυσε κεραυνομένη· καὶ τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ἰλαρὴ ξαστεριὰ τὴ μαύρισαν τὰ σύννεφα τῆς ἀναπάντεχης μπόρας. Στὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἕνα –πόσο φτωχό- μνημόσυνο αἰστάνθηκα πὼς ἔπρεπε νὰ κάμω στ’ ὄνομά του. Μὲ λόγια φωτεινὰ καὶ γοερὰ θαυμαστῶν καὶ φίλων, ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ, παρμένα, μὲ τὰ ἴδια του λόγια, θέλησα νὰ γεμίσω τὸ δίσκο μου· καὶ μονάχα λείπουν ἀπὸ αὐτὸν τὰ λόγια τὰ δικά μου. Δὲν τὰ βρίσκω. Κι’ ἂν ἴσως δὲ θυμόμουνα κάποια δάκρυα στὸ ἄκουσμα τοῦ πεθαμοῦ του καὶ στὰ λιγοστά μου συναπαντήματα μὲ τὴν κατὰ πάντα ἄξια ἀδελφή του, τὴν κυρία Δέσποινα Λαχωβάρη ἀπὸ τὸ Κάϊρο ποὺ πέρσι ἐδῶ ξεκαλοκαιριάζοντας, ἐδῶ τὴ χτύπησε τὸ δυστύχημα, θὰ ἔλεγα πὼς μοῦ στέρεψε ἡ καρδιά. Ἀλλὰ καὶ μόνη πρέπουσα γλῶσσα δὲν εἶνε τάχα ἡ Σιωπή, κατανυχτική, ἱερή, ἀπόκρυφη, ντροπαλή σὰν προσευχή; Καὶ πῶς ἐγώ, ζῶντας μὲ τὴ συνείδηση κάποιας μου ταπεινότητας γεμάτης ἀπὸ χάσματα, γελῶντας βέβαια μ’ ἐκείνους ποὺ μιλοῦνε τάχα κριτικὰ γιὰ μένα, χωρὶς τίποτε νὰ καταλάβουν ἀπὸ μένα, μὰ πολὺ περισσότερο ἀπορῶντας μὲ τοὺς λιγοστοὺς ἐκείνους ποὺ ψηλὰ κάπως τὸν ἀνεβάζουν τὸν στίχο μου, (καθὼς θ’ ἀποροῦσε, ὑποθέτω, ἕνα δενδράκι γιὰ κάποια του λουλούδια  ποὺ θὰ τὸ ἐγκωμίαζαν, ἐνῶ στὸν κόσμο, φυσικώτατα, δὲν ἦρθε παρὰ γιὰ νὰ γεννᾶ λουλούδια, σὰν ὅλα, ποὺ σήμερα θὰ γεννηθοῦν, γιὰ νὰ μαραθοῦν αὔριο), -καὶ πῶς ἐγὼ καὶ τί νὰ μιλήσω γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ μακριάθε ἀγναντεύοντάς με κάτω ἀπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ θησκευτικοῦ του πάθους πρὸς μιὰ νέα ποίηση ἐλληνική, ἐκστατικὰ μὲ κοίταζε σὰ νὰ φοροῦσα φωτοστέφανο;

Μὲ τὴ σκέψη πὼς ὁ ποιητὴς, ὅσο στενὸς κι ἂν εἶναι ὁ κύκλος του, δημιουργεῖ ἀτμόσφαιρα, φαινόμενο εἶναι κοινωνικὸ γιὰ τὸ κοίταγμα καὶ γιὰ τὴ συμπάθεια, γιὰ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ γιὰ τὰ σχόλια ἑνὸς κόσμου γύρω του, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀντιγράψω κάποιο κομμάτι ἀκόμα ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ κ. Ραφαὴλ Δήμου, ποὺ ἀνάφερα στὴν ἀρχή, σταλμένο ἀπὸ τὸ New Haven Cam, ἕδρα τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Γιάλε ποὺ διδάσκει ἐκεῖ τὰ φιλοσοφικά, τοῦ ἴδιου ποὺ τελευταῖα δίδασκε ἐκεῖ ὁ Φουτρίδης: «Γι’ αὐτὸν ἡ ποίησή σας δὲν ἦταν ἁπλῶς ἀφορμὴ ἡδονῆς στιγμιαίας, ἦτο θρησκεία, εἶταν κάτι ποὺ τὸν συνάρπαζε καὶ τὸν ὕψωνε. Καθὼς μοῦ ἔλεγε ἡ κυρία Φουτρίδη –καὶ τὸ ξέρω ὅτι εἶναι ἀλήθεια- τὸ ἐγώ σας ἦταν γιὰ τὸν Ἀριστείδη ἕνας φακὸς μέσον τοῦ ὁποίου ἐξωτερίκευε τὴν δική του ψυχή… Σᾶς ᾐσθάνετο τόσο βαθειά, διότι καὶ ὁ ἴδιος ἦταν ποιητής, θὰ ἔλεγα ποίημα, συμφωνία τοῦ πνεύματος στὴν φύσιν τόσον ἦτο λεπτὴ ἡ ψυχή του, τόσο εὔκολα κ’ ἐλεύθερα ἐδονοῦσε σὲ κάθε τῆς φύσης συγκίνηση. Ὑπῆρχε καὶ κάποια ποιητικὴ δικαιοσύνη στὸ θάνατό του. Σὲ νησὶ πέθανε ὅπως σὲ νησὶ γεννήθηκε. Τὸν σκότωσε ἡ θάλασσα ποὺ τόσο ἀγαποῦσε. Τύπος πράγματι ἑνὸς ἀρχαίου ἕλληνος διὰ τὸ ὡραῖον καὶ τὴ φύσιν, διὰ τὸν ἐνθουσιασμόν του τὸν ἀνιδιοτελῆ, διὰ τὰ ἰδανικὰ τῆς Πατρίδος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ ἡ κηδεία του ἦτο ἀνάλογος. Ἀμερικανὸς καθηγητὴς τοῦ ἐδιάβασε ἑλληνιστὶ ἀπὸ τὸ Ὅμηρο, Πλάτωνα, Πίνδαρο, Ψαλμούς  καὶ Ἡσαΐα, καὶ ἐτελείωσε τὴν τελετὴν μὲ δύο ὄμορφα ποιήματα τοῦ νεκροῦ».

Καὶ ὅμως ἀπὸ τὸ Μνημόσυνο τοῦτο λείπει τὸ ὡραιότερο, τὸ τιμιώτερο πρόσφορο. Τὸ τελευταῖο γράμμα τοῦ Φουτρίδη πρὸς ἐμένα, Μάρτης τοῦ 1923. Ἐλπίζω πὼς κάποτε θὰ μοῦ δοθῇ εὐκαιρία νὰ τὸ παρουσιάσω.

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

 

 

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΙΚΑΡΙΑΣ – ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΦΟΥΤΡΙΔΗΣ» (1887-1923) …από την Ικαρία στο Χάρβαρντ..

14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2015, ΕΘΝΙΚΟ & ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

[1] Διατηρήσαμε την ορθογραφία και τη στίξη του άρθρου όπως πρωτοδημοσιεύθηκε.

Advertisements