ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ Τρίτη, Ιον. 6 2017 


Τα μοιρολόγια: Τραγούδια του κάτω κόσμου και του Χάρου
Βραχέα τινά περί των μοιρολογίων των Μανιατών: σχεδόν πάντες οι Μανιάται μοιρολογούσι, αλλά και εις έκαστον χωρίον της Μάνης ευρίσκονται δύο ή τρεις εξακουστοί μοιρολόγοι. Κατά πάσαν κηδείαν, ότε όλον περίπου το χωρίον συνέρχεται είς τον οίκον του νεκρού, συμμετέχον του πένθους, οι μοιρολόγοι ούτοι εξάρχουσι του θρήνου, επαινούντες εν τοις μοιρολογίοις των τον νεκρόν και παραμυθούντες τους οικείους αυτού. Συμβαίνει δε πολλάκις οι συγγενείς του νεκρού να αποκρίνωνται δι΄αυτοσχεδίων στίχων αδομένων τον αυτόν μονότονον ήχον των μανιάτικων μοιρολογίων και ούτω συνάπτεται σπαρακτικός διάλογος των θρηνούντων.
Το μοιρολόγια ενέχουσιν άτεχνον μεν αλλά περιπαθή ποίησιν, και λαμπροί αδάμαντες κοσμούσιν πολλάκις στίχους ερρυθμοτάτους. (Αγις Θέρος, από τη Λαογραφία 1, 1909 σελ. 125-126)
Αυτά γράφει το 1909 ο Άγις Θέρος σε παρουσίαση άρθρου δημοσιευμένου στη Les monde Hellenique με τίτλο Les complaintes maniotes στον πρώτο τόμο του περιοδικού Λαογραφία. Και ίσως αυτή είναι και η πρώτη αναφορά στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τα μανιάτικα μοιρολόγια.
90 χρόνια αργότερα, το 1998 προλογίζοντας ο Ζήσιμος Λορεντζάτος την έκδοση μοιρολογιών από την περιοχή της Αβίας της Δυτικής Μάνης που συγκέντρωσε ο παππούς μου, γράφει: “Τα μοιρολόγια της Μάνης είναι ένα κελάρι με διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας”. Και ως παράδειγμα παραθέτει το στίχο “Σπαθιά να βρέξεις, ουρανέ , μαχαίρια να χιονίσεις” σχολιάζοντάς τον ως “ποιητική σύλληψη που δεν θα την αποτολμούσε κανένας επώνυμος ποιητής”.
Τα μοιρολόγια που συνέλεξε ο παππούς μου το 1904, κατ’ εντολήν και προτροπή του συμπατριώτη του και μέντορά του, του πατέρα της ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη, εκδόθηκαν με φροντίδα του ομιλούντος το 2000 και αποτελούν τη βασική μου αποσκευή για την αναφορά στα μανιάτικα μοιρολόγια.
Κι είναι αλήθεια ότι η συλλογή αυτή περιέχει μια βεντάλια μοιρολογιών που αντιπροσωπεύουν τις περισσότερες αν όχι όλες τις κατηγορίες που ο συστηματικός μελετητής θα μπορούσε να διακρίνει:
Στίχοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, στίχοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι, τραγούδια που αναζητούν την αλήθεια για τον κάτω κόσμο, και τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις συναντάμε ως εισαγωγή σε οκτασύλλαβους με τους οποίους κατά κανόνα αναφέρονται στον νεκρό και εξιστορούν τα πάθη του οι ζωντανοί.
Θεέ μου, και να ταξίδευα αντάμα με τον Χάρο,
να ‘ν΄ το ταξίδι μου μακρύ κι ο δρόμος μου μεγάλος,
να κάτσω να τον ερωτώ για τους αποθαμένους:
τι κάνουν οι άρχοντες στη γης και οι πτωχοί στον Άδη
κι αν μεγαλώνουν οι μικροί και γένονται μεγάλοι
κι αν ξαρρωσταίνουν οι άρρωστοι και γαίνου οι λαβωμένοι
κι αν έρχονται στον τόπο τους οι ξενοπεθαμένοι.

Τραγούδι του Κάτω Κόσμου, τραγούδι που καταθέτει τον προβληματισμό των ζωντανών: οι άρχοντες και οι πτωχοί πώς είναι κάτω από τη γη; οι μικροί μεγαλώνουν; οι άρρωστοι κι οι λαβωμένοι άραγε να γίνονται καλά; να θάβονται στον τόπο τους όσοι πέθαναν στα ξένα;
Μα αν αφαιρέσουμε την ερωτηματική εκφορά από τα πιο πάνω, θα διαπιστώσουμε ότι οι στίχοι αυτοί περιέχουν τα ευκταία των ζωντανών: οι άρχοντες και οι φτωχοί να έχουν την ίδια τύχη, τα παιδιά να μεγαλώνουν, οι άρρωστοι να γίνονται καλά και να θάβεται καθείς στον τόπο του.
Και σ’ άλλο, περιγραφικό θα λέγαμε, τραγούδι του Κάτω Κόσμου οι νεκροί δεν αποστασιοποιούνται από την κοινωνία στην οποία έζησαν. Εξακολουθούν να ζουν σ’ ένα είδωλό της, σε ένα είδωλο του επίγειου παραδείσου, που δεν είναι άλλος από τον τόπο τους με τις αγαπημένες συνήθειες. Με μόνη διαφορά ότι δεν επικοινωνούν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα: στερούνται της επικοινωνίας· εν τέλει της κοινωνίας!
Στην άκρη της Παράδεισος είν’ ένα περιβόλι,
στη μέση του περιβολιού μια κρυσταλλένια βρύση
κι έχουν οι νιοι το μπαρμπεριό και έχουν οι νιες λεκάνη
κι έχουν και τα μικρά παιδιά σγλύμπες και κολυμβούνε.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιοί στο μπαρμπεριό,
λούζονται, παρπερίζονται και σιάζουν τα μουστάκια τους
και κλαίγανε τα νιάτα τους:
-Μουστάκι μου καραμπογιά, που δε γνωρίσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιες στο πλυσταριό
και πλένουν τα μαντίλια τους και κλαίουν τα στολίδια τους:
-Φουστάνια μου μεταξωτά, που δε γλεντήσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινόν παν τα παιδιά στο πλυσταριό,
πλένουν τα μαντιλάκια τους, κλαίγουν τα παιχνιδάκια τους.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάει και το παπαδικό
για να διαβάσει εσπερινό.

Κι αλλού:
…Θάρρεψες ‘τ’ είναι η κάτω γης ωσάν και την επάνω
…εκεί συν δυο δεν περπατούν, συν τρεις δεν κουβεντιάζουν
συν πέντε και συν τέσσεροι ταβερναριό δε στήνουν.
Ο κάτω Κόσμος: ένας κόσμο με τους δικούς του κανόνες. Η χριστιανική παράδοση τοποθετεί τη μεταθάνατον ζωή μεταξύ παραδείσου και κολάσεως. Κάτι ανάλογο μαθαίνουμε και από τον Αρμένιο Ήρα στην Πολιτεία του Πλάτωνα ο οποίος περιγράφει τη διαδικασία εισόδου στον Άδη με σημεία επαφής προς την Ιουδαϊκή-Χριστιανική παράδοση· κάθε ψυχή περνάει κατά την είσοδό της από την κρίση των δικαστών και οι δίκαιες ψυχές οδηγούντο στο χάσμα του ουρανού, ενώ οι άδικες στο χάσμα της γης. Κατόπιν όλες μαζί συγκεντρωνόντουσαν σε ένα λειμώνα όπου ρωτούσαν η μια την άλλη για την τύχη των δικών τους. Στα μοιρολόγια, όμως ο νεκρός περνά σε έναν κόσμο όπου όλα συμβαίνουν, μόνο που δεν επικοινωνεί. Στην παγκόσμια γραμματεία ανάλογη αντίληψη θα συναντήσουμε στο θεατρικό έργο του Θόρντον Ουάιλντερ «Η μικρή μας πόλη». Εκεί οι ψυχές, η μια δίπλα στην άλλη, αλλά αποκομμένη η μια από την άλλη, παρατηρούν τα όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητα της πόλης τους.
Για το θάνατο στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου ευθύνη δεν έχουν οι θνητοί· το θάνατο τον επιφέρει ο κυρίαρχος Χάρος:
Ο Χάρος είναι βασιλιάς, ο Χάρος είναι Ρήγας

Η παντοδυναμία του Χάρου τον ταυτίζει με το Θεό, καθώς και οι δύο ορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων κατά τον ίδιο τρόπο· και οι δύο αποτελούν την δύναμη που δημιουργεί και καταστρέφει:
Έτσι είναι τούτος ο τουνιάς, σφαίρα είναι και γυρίζει,
ο Θεός βαστάει τη ζυγαριά και τον τουνιά γυρίζει,
ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει,
κανείς για το λωβόν λαχόν δεν πάει γυρεύοντάς τον·
ο Θεός φτιάνει τους λαχούς, ο Θεός τους διαμοιράζει
και όντινος λάχει ο λαχός, θέλει τον υποφέρει,
να τον πουλήσει δεν μπορεί, να τον χαρίσει όχι.

Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου πρέπει να δεχτούμε ότι στην ουσία δε μιλούν για πεθαμένους αλλά για ζωντανούς. Μιλούν για την οργάνωση της κοινωνίας, για τον Ρήγα, που στα τραγούδια εμφανίζεται ως Χάρος ή Θεός, κι είναι ο εξουσιαστής που δίνει δύναμη στην κοινότητα -μιας και “ο Χάρος ηβουλήθηκε πύργο να θεμελιώσει” και που η δύναμη αυτή όταν φτάσει στο απόγειό της, θα οδηγήσει στη καταστροφή. Είναι ζωντανοί και πεθαμένοι που θέλουν να δουν στο περιβόλι τους, στο χωριό τους, να απλώνεται η ευτυχία, αλλά τα θανατικά που επιβάλλουν ο Χάρος, ο Θεός -τελικά η εξουσία- δεν το επιτρέπουν· και το θάνατο κανείς δεν μπορεί να τον αποφύγει και κανείς δεν τον επιζητά.
Ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει, όπως ακριβώς ο Χάρος τον Πύργο του τον έφτιασε τον τέλειωσε, βάνει φωτιά τον καίει.

Στα μοιρολόγια των Μανιατών η κάθε ανθρώπινη ζωή έχει τη δική της αξία και δεν υπάρχει συμψηφισμός στο θάνατο κανενός και για όποιο λόγο. Διαβάζω την μανιάτικη παραλλαγή του πολύ γνωστού σε όλους μας δημοτικού τραγουδιού “Του γιοφυριού της Άρτας”:
Σαρανταπέντε μάστοροι και εξήντα αποδότες
γιοφύρι εστεριώνανε στης Άρτας το ποτάμι
ολημερίς το χτίνανεν, το βράδυ τους εχάλα.
Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους.
Πουλάκι διάει κι έκατσε στη μεσιανή κολόνα·
δεν εκιλάηδα σαν πουλί μήτε σα χελιδόνι,
μον’ εκελάηδα ανθρωπινά, ανθρώπινη λαλίτσα:
-Αν δε στοιχειώστε άνθρωπον, γιοφύρι δε θα κτίστε,
μηδέ πτωχός μηδ΄ άρχοντας,
μόνον του πρωτομάστορα, του Γιώργη τη γυναίκα.
Κι ο Γιώργης όπου τ’ άκουσεν πολύ του κακοφάνη·
-Γεια σου χαρά σου, Λέκω μου. -Καλώς τονε το Γιώργη·
Γιώργη, γιατί ‘ σαι κίτρινος, γιατί ‘ σαι μαραμένος;
-Λούσου, κτενίσου, Λέκω μου, και φόρα τα σκουτιά σου,
γιατί θενά σε χτίσουνε στης Άρτας το ποτάμι!
-Αγάλια-αγάλια, Γιώργη μου,
να λυκοδέσω το παιδί, να το χορτάσω γάλα.
Τρεις αδελφούλες είχα ‘ γω και πήγαν κακοθάνατες·
η μια πνιχτή στη θάλασσα και η άλλη στα Παρίσα
και τρίτη η στερνότερη στης Άρτας το ποτάμι.
Και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
(Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, εκδ. Το Ροδακιό, σ.116)
Στα βασικά του σημεία το τραγούδι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γνωστής παραλογής ‘Της Άρτας το γιοφύρι”.
Η μανιάτικη εκδοχή όμως, εκφράζοντας με τη σειρά της τους ανθρώπους του συγκεκριμένου τόπου, μετατοπίζει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από το θεμέλιωμα του γιοφυριού στον άδικο χαμό της κόρης. Κι αν προσέξουμε το στίχο Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους ο χαμός της επιβάλλεται από την εξουσία, καθώς ο βασιλιάς αποσύρει τους μαστόρους και παραγγέλλει τη θυσία της κόρης. Και κάτι ακόμα: είναι χαρακτηριστική η ανάγκη του Μανιάτη ή της Μανιάτισσας στιχουργού να μιλήσει με πραγματικούς όρους για την καθημερινότητά της κι έτσι προτού βγει από το σπίτι “λυκοδένει το παιδί” και “το χορταίνει γάλα”. Η πιο σημαντική όμως διαφοροποίηση σημειώνεται στους καταληκτικούς στίχους· στη μανιάτικη παραλλαγή αποβάλλεται από την κατάρα της κόρης το σχήμα του αδυνάτου, κάτι που στο τραγούδι, όπως μας τη διέδωσε και μας τη δίδαξε ο Νικόλαος Πολίτης, υπάρχει και λειτουργεί εξισορροπητικά με την αναδιατύπωση της κατάρας από την κόρη:
Αν τρέμουν τ΄ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι
κι αν πέφτουν τ΄ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες.
Το δικό μας τραγούδι τελειώνει με το δίστιχο:
…και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
Κι αν τα άγρια βουνά δεν τρέμουν, είναι βέβαιο ότι η καρδούλα της κόρης που έμελλε να στοιχειωθεί, έτρεμε και με το παραπάνω. Στη μανιάτικη παραλλαγή, λοιπόν, ο θάνατος του ατόμου δε δικαιολογείται, ακόμα κι αν επρόκειτο να εξυπηρετήσει το κοινό καλό. Η αυτοθυσία του ενός για χάρη των πολλών δε φαίνεται να είναι αποδεκτή στο τραγούδι μας, παρόλο που ο θάνατος και η θυσία, ως δραματικό στοιχείο, που επιβάλλεται στο άτομο για χάρη του κοινού καλού, είναι αναπόφευκτη.
Οι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι περικλείουν τον καμβά των αντιλήψεων των Μανιατών για τον κόσμο και για την αγωνία τους αν θά ‘ναι η “κάτω γης ωσάν και την απάνω”, περιέχουν όσα ο κάθε ένας αναρωτιέται τη στιγμή που ο επιθανάτιος ρόγχος τον ειδοποιεί πως ήρθε η ώρα να περάσει τις πύλες του Άδη. Είναι η “νοσταλγία” του νεκρού για όσα άφησε πίσω του και η αγωνία γι’ αυτό που τον περιμένει. Είναι όσα ταλαιπωρούσαν τον σύντροφο του Οδυσσέα, τον Ελπήνορα, που γυρόφερνε για μέρες μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Και δεν είναι εκείνα που ακούστηκαν από τα χείλη της Ανδρομάχης που έκλαιγε πάνω από το κεφάλι του νεκρού Έκτορα:

«Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν’ αφήνεις χήραν
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δυο
οι άμοιροι εγεννήσαμεν· και δεν θα μεγαλώσει
οϊμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ’ η πόλις
τώρα που εσύ εχάθηκες, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τες σεμνές μητέρες,
που γρήγορα στα πλοία τους θενά μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνον μου, θα είσαι να δουλεύεις
με κόπον σ’ έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος
κάτω από κύριον σκληρόν, αν πρώτα δεν σε ρίξει
από του πύργου την κορφήν να κακοθανατίσεις
….».
Το μοιρολόι της Τρωαδίτισσας είναι θρήνος γι αυτούς που μείνανε. Αυτοί θα νιώσουν την απουσία του νεκρού, αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες του χαμού του. Το μανιάτικο μοιρολόι όμως, θρηνεί τον νεκρό, ή καλύτερα είναι θρήνος του ίδιου του νεκρού , ιστορεί τον θάνατό του, κι είναι οι νεκροί εκείνοι που νιώθουν την απουσία των ζωντανών και νοιάζονται γι’ αυτούς:
Πουλάκια μου αηδονάκια μου, το Μάη να μη λαλήστε·
αν ίσως και λαλήσετε στο σπίτι μου μη ‘ρθείτε,
τι έχω μανούλα θλιβερή και θλίβεται για μένα,
τι έχω αδελφάδες λυγερές και θλίβονται για μένα…

Κι ακόμα με το θρήνο των μοιρολογιών ο λόγος δίνεται στους ζωντανούς για να μιλήσουν για το νεκρό, να πουν την ιστορία του, “επαινούντες εν τοις μοιρολογίοις των τον νεκρόν και παραμυθούντες τους οικείους αυτού”, κι όχι να θρηνήσουν για την τύχη όσων άφησαν πίσω τους. Είναι εντέλει μνημόσυνα άσματα για πρόσωπα που χάθηκαν με τρόπο θαυμαστό. Ο στίχος μεταβάλλεται σε οκτασύλλαβο, συχνά άτεχνο, αρκετά συχνά με επιμονή στην ομοιοκαταληξία ανά δυστιχία. Στίχοι αφηγηματικοί με έντονα στοιχεία της παραλογής: τα πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, η διατάραξη της ισορροπίας, τις περισσότερες φορές με ένα φονικό, η δράση και, τέλος, η επίτευξη ισορροπίας με φονικό εκδίκησης:
Εκίνησε η Σταυριανή
να πάει στου πατέρα της.
Στο δρόμο που επήγαινε
απάντησε και τους εχθρούς.
Κανείς δεν της εμίλησε
μόνε ο ίδιος ο φονιάς:
-Μωρή καλώς τη Σταυριανή!
Κι αν πας και στου πατέρα σου
πες του να κάμομε καλά
για κείνονε τον παλιο Βέτουλα.
Ημείς κι αν τον εσκοτώσαμε
ημείς τον επληρώνουμε
πεντ’ εξι γρόσια ή επτά
και στην ακρίβεια του κι εννιά.
Εκείνη δεν τους μίλησε,
επή στου πατέρα της.
-Μωρή καλώς τη Σταυριανή,
να μην απάντησες εχθρούς;
-Στο δρόμο που ερχόμουνα
απάντησα και τους εχθρούς.
Κανείς δεν μου εμίλησε
παρά ο ίδιος ο φονιάς:
“Καλώς τηνε τη Σταυριανή!
Κι αν πας και στου πατέρα σου
πες του να κάμουμε καλά
για κείνονε τον παλιο Βέτουλα.
Ημείς κι αν τον εσκοτώσαμε
ημείς τον επληρώνουμε
πεντ’ εξι γρόσια ή επτά
και στην ακρίβεια του κι εννιά.”
Για δωσ΄μου, μάνα, τον σαλμά
για δώσ’ μου, μάνα, την ευκή,
έως ταχιά τ’ απομεσήμερο
κι ο Βέτουλας θα δικαιωθεί.
-Χαι, παιδί μου, στο καλό.

Στο δρόμο που επήγαινε
κατσικάκι μπέλαξε
-Έλα κοντά μου, σατανά,
για να σ’ τελέσω τη δουλειά.
Και πήρε πάνω τα βουνά,
τους έριξε μια μπαταριά
και σκότωσε πεντέξι-επτά.

Κι ανάλογα με το πρόσωπο και την ιστορία που αφηγούνται τα μοιρολόγια μετατρέπονται από εκείνα του γδικιωμού σε ιστορικά, όπως του Λια του Κατσή, ή συντηρούν στη μνήμη σημαντικά γεγονότα όπως η περίπτωση της βεντέτας που αποτυπώνεται στης Βγενικής ζυμωμένης με την κοινωνία των Μανιατών
Για ψήλωσε, μωρή συκιά,
να ξαγναντίσω το Μωριά,
της Καλαμάτας τα χωριά,
μην έρχεται ο Γληγόρης μου
που διάηκε να γιατρευτεί
και το κακό ν’ απαντηθεί.

Ηύρε γιατρό, γιατρεύτηκε
και το κακό απαντήθηκε:
στο δρόμο που ερχότανε
έγειρε απ’ την Τσίμοβα,
έγειρε της κουμπάρας του.
Του είπε η κουμπάρα του;
-Κουμπάρε, μη θέλεις ξεβγαλτή
νά ‘ρτω να σε ξεβγάλωσι.
Κείνου του φάνη προσβολή
και ντράπηκε να τους ειπεί.

Στο δρόμο όπου πήγαινε
βάζει σταρβά το φέσι
και κόντρα το τουφέκι.
Στη σγούρνα την αφαλωτή
απαντηθήκανε οι εχθροί
κι άλλος κανείς δε μίλησε,
μόνος ο Γληγόης μίλησε:
-Εχθροί π’ απαντηθήκαμεν
σα φίλοι να χωρίσομε.
Μιά το έβαλε μπροστά
του ρίξανε μια τουφεκιά
και τον αφήσανε κειδά
και δόθει ο λόγος στο χωριό
πως γίνηκ’ ένα φονικό
στης Βιενικής τον αδερφό.
…..
Χαρακτηριστική είναι η ακριβής αναφορά τόσο στις συνθήκες και στον τόπο που έγινε το φονικό, όσο και στον χαρακτήρα και το ήθος του προσώπου. Είχε τραυματιστεί -αρά ήταν μπλεγμένος σε βεντέτα- πήγε στην Καλαμάτα να γιατρευτεί: Η Καλαμάτα και όλος ο Μωριάς είναι έξω από τα σύνορα της Μάνης κι επομένως υπήρχε ασυλία που επέτρεπε την ανάρρωση. Γυρίζοντας, περνάει από την Τσίμοβα και στην αφαλωτή σγούρνα γίνεται η συνάντηση με τους “εχθρούς”. Ο ήρωας είναι περήφανος και δεν θέλει προστασία (ξεβγαλτή), ξεγνιαστός (βάζει στραβά το φέσι) και σίγουρος (κόντρα το τουφέκι).
Μοιρολόγια σαν κι αυτό αποσπώνται από τον αρχικό τους ρόλο: μετατρέπονται σε κιβωτό ιστορικής μνήμης του τόπου με έντονα στοιχεία διδακτισμού, ως προς τις αρχές λειτουργίας της κοινωνίας, τις συμπεριφορές και την ψυχολογία των ανθρώπων και τον αξιακό κώδικα των Μανιατών. Ένα τέτοιο είναι και το μοιρολόι του Λια του Κατσή:

Μια σκόλη και μια Κυριακή
και μιά Δευτέρα το πρωί
κίνησε ο Λιας ο Κατσής
να πάει στην Αερόπολη.
-Καλημερούδια πάρπα μου,
-Καλώς τον Λίαν τον Κατσή!
-Ε πάρπα μου Πετρόμπεη,
θέλω να πάω στην βαρβαρια΄,
που με καλεί ο βασιλιάς
να με κάνει υπασπιστή.
-Να βγάλεις συχωρετικό
μ’ όσους κι αν έφαγες ψωμί
και μ’ όσους έπινες κρασί.

Κι όλοι τον εξεβγάλανε
στην βάρκα τον εβάλανε
και το παπόρι σάλπαρε.
Τηρά ζερβά, τηρά δεξιά,
βλέπει της Μάνης τα χωριά
και το παπόρι αγκυροβόλησε
κι ο βασιλιάς περίμενε
και στην καρότσα κάθισε,
στ’ ανάκτορα τον πήγανε.
Αμέσως μπάλο διέταξε
κι ο βασιλιάς εδιέταξε
αμέσως μπάλος να γενή
κι η βασίλισσα ρωτά:
-Ποιος είναι κείνος που χορεύει μπροστά;
-Είναι ο Λίας ο κατσής,
της Μάνης αρχηγός!
-Αυτού του πρέπει βασιλιάς
και την κορόνα να βαστά.
Κι ο βασιλιάς σαν τ’ ακουσε αμέσως τραπέζι διέταξε.
Πρώτο ποτήρι που κερνά
ήταν του Λία του Κατσή
και μια σκληρή φωνή πετά
και του γραμματικού μιλά:
-Φέρε μου κόλλα και χαρτί
να κάμω μία επιστολή.

Ο Λιάς ο Κατσής πέθανε στη “Βαρβαριά” -σύμπτυξη Βάρβαρος και Βαυαρίας- ( ο τάφος του Λια βρίσκεται στο Μόναχο)και το μοιρολόι που θρηνεί τον θρυλικό για την ομορφιά και παληκαροσύνη Μαυρομιχάλη ανάγει τον γραμματικό του βασιλιά σε γραμματικό του Χάρου που ορίζει την μοίρα τον ανθρώπων:
Πάρτε με αητοί, στα νύχια σας, περδίτσες στα φτερά σας,
πάρτε με κι ανεβάστε με στους ουρανούς απάνω
να ιδώ τον τρίτο του ουρανού και τη στεριά του κόσμου
να ιδώ και τον γραμματικόν που γράφει κι αναγνώνει,
γράφει τους καλορίζικους με το δεξί του χέρι,
γράφει τους κακορίζικους με το ζερβί του χέρι.
Μα δεν του παίρναν το χαρτί, δεν τού ‘κοβαν τα χέρια!
Μα δεν του παίρναν το χαρτί, δεν τού σπαζαν την πένα,
δεν έχυναν την καλαμαριά που είχε το μελάνι!

Μοιρολόγια συναντάμε σε πολλές περιοχές της βαλκανικής και του ελλαδικού χώρου: μοιρολόγια από την Ήπειρο, από τη Χίο, από την Κύπρο… Εκείνο που τα ξεχωρίζει είναι η αντίληψη των ανθρώπων που κλείνουν μέσα τους. Και με τα μοιρολόγια τους -σεντούκι με διαμαντικά- οι Μανιάτες “τραγουδούν” τις δικές τους αξίες και τις ιδιαιτερότητες του τόπου τους, χωρίς περιορισμούς κι αναστολές, όπως έμαθαν μέσα στους αιώνες να ζουν, τραγουδούν ό,τι πιο πολύτιμο: την κοινωνία τους, το χωριό τους αλλά και την τιμή και το γδικιωμό και πάνω απ΄ όλα την αγάπη και την αφοσίωση για τους ανθρώπους τους:
Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις,
κι εμένα απ’ τον αφέντη μου να μη με ξεχωρίσεις.

Advertisements

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι Δευτέρα, Απρ. 4 2016 

ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 14.07.2012
Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Έντυπη ( εφ. Καθημερινή)

Μια έκδοση στηριγμένη στα αρχεία της Βενετίας και άλλα έγγραφα τoυ 17ου, 18ου και 19ου αι. Δευτέρα, Ιολ. 16 2012 

ΠOΛITIΣMOΣ Hμερομηνία δημοσίευσης: 14-07-12

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι

Μια έκδοση στηριγμένη στα αρχεία της Βενετίας και άλλα έγγραφα τoυ 17ου, 18ου και 19ου αι.

Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Η ΜΑΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΛΙΜΠΕΡΙΟΣ ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ Παρασκευή, Ιαν. 20 2012 

Σωκράτης  Κουγέας, Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699) και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711), Συλλογή εγγράφων Σωκράτη Κουγέα-Κωνσταντίνου Μέρτζιου,  Αθήνα 2011  [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους  36]

Νέα έκδοση των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Κουγέα, διαπρεπή μεσαιωνολόγου  και παλαιογράφου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών με μακρά θητεία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (γραμματέας, Πρόεδρος, μέλος της Εφορείας), η νέα έκδοση της Βιβλιοθήκης ΓΑΚ αποτελεί  το προϊόν της στενής , και δι’ αλληλογραφίας , συνεργασίας του με τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο   που αφορά στη Μάνη του 16ου αιώνα και στον Γερακάρη Λιμπεράκη. «Θέματα και  τα δύο, αλλά ιδίως το δεύτερο, που φωτίζονται εξόχως  χάρις σε αυτήν την δημοσίευση που αποκαλύπτει πολλά άγνωστα στοιχεία τόσο για τον τρόπο δράσης  και συμπεριφοράς όσο και για τη νοοτροπία ενός εξέχοντος έλληνα που έζησε μεταξύ δύο κρατικών σκοπιμοτήτων: της οθωμανικής και της βενετικής», όπως σημειώνει στο  Προλογικό Σημείωμα του βιβλίου ο Πρόεδρος της Εφορείας των ΓΑΚ Ν.Ε. Καραπιδάκης, ο  οποίος και ευχαριστεί  τον φιλόλογο  εγγονό του Σ. Β. Κουγέα, για την μέχρι σήμερα φύλαξη των καταλοίπων και την επιμέλεια της έκδοσης. Το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό πρόκειται να κατατεθεί σύντομα στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ.

Οπισφόφυλλο έκδοσης

Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας

Posted on 13/03/2012 by Spyros Karydis

Κουγέας Σωκράτης (επιμ.), Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711), Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Αθήνα 2011 [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 36], σ. 457, 17Χ24 εκ., ISBN 978-960- 7236-13-5.
[Στο εξώφυλλο: Αθήνα 2012].

 

Στην πλούσια επιστημονική δραστηριότητα τού Σωκράτη Κουγέα, διαπρεπή μεσαιωνολόγου και παλαιογράφου, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και ακαδημαϊκού, συγκαταλέγεται και σημαντικός αριθμός μελετών που αφορούν την ιστορία της Μάνης και των ανθρώπων της. Το ενδιαφέρον του αυτό τον οδήγησε στη μελέτη των βενετικών αρχειακών τεκμηρίων χάρη στη συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος έχει προσφέρει τόσα πολλά στον χώρο της νεότερης ελληνικής ιστορίας με τις έρευνές του στα βενετικά αρχεία και με τον όγκο των πηγών που δημοσίευσε.

Τα έγγραφα, που συνέλεξε ο Κ. Μέρτζιος και απέστειλε στον Σ. Κουγέα, φυλάσσονται σήμερα στο αρχείο του τελευταίου και αφορούν τη Μάνη σε δύο χρονικές περιόδους της ιστορίας της (λίγο πριν και λίγο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου καθώς και την τελευταία δεκαετία του 17ου αιώνα) καθώς και τη δραστηριότητα του πειρατή Λιμπεράκη Γερακάρη. Στους φακέλους του αρχείου περιλαμβάνονται δακτυλόγραφα μεταγραμμένα έγγραφα, άλλα στην ιταλική και άλλα στην ελληνική γλώσσα, μεταφράσεις των ιταλικών κειμένων κάτω από το δακτυλόγραφο ιταλικό κείμενο από τον Κ. Μέρτζιο, και ευρείες περιλήψεις εγγράφων από τον μεταφραστή.

Στον τόμο, η έκδοση το οποίου έγινε με πρωτοβουλία των Γενικών Αρχείων του Κράτους, δημοσιεύεται μέρος των αρχειακών καταλοίπων του Σωκράτη Κουγέα με τη φροντίδα και την επιμέλεια του εγγονού του Σωκράτη Κουγέα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το Μέρος Α΄ φέρει τον τίτλο: «Η Μάνη εις τα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699). Ιστορικόν υλικόν συλλεγέν επιμελεία Κωνσταντίνου Μέρτζιου και παρά του ιδίου μεταφρασθέν το θέρος του 1960». Σε αυτό, έπειτα από εκτενή ιστορική εισαγωγή, δημοσιεύονται 32 έγγραφα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών. Η έκδοση των έγγράφων και των μεταφράσεών τους συνοδεύεται από τα σχόλια ή τις σημειώσεις του Κ. Μέρτζιου και του Σ. Κουγέα, καθώς και από σύντομα διευκρινιστικά κείμενα του επιμελητή της έκδοσης. Δημοσιεύεται το σύνολο των εγγράφων της συλλογής, ανεξάρτητα αν ορισμένα έχουν ήδη δημοσιευτεί από νεότερους μελετητές.

Το Μέρος Β΄ φέρει τον τίτλο: «Λιβέριος Γερακάρης». Εδώ συγκεντρώνεται όλο το υλικό που αναφέρεται στον Μανιάτη πειρατή, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του 17ου-18ου αιώνα, που κατόρθωσε να αναρριχηθεί στα ανώτατα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Βενετικής Δημοκρατίας. Προηγείται η δημοσίευση κειμένου με τον τίτλο «Απομνημονεύματα περί οικογενείας Μπενάκη (Καλαμών) υπό Δημητρίου Γ. Πετρίδου Γραφέντα κατά το 1863» και ακολουθεί η βιογράφηση του Γερακάρη από τον επιμελητή της έκδοσης. Τα έγγραφα που τον αφορούν και δημοσιεύονται στη συνέχεια είναι 90, όλα γραμμένα στα ιταλικά. Τα έγγραφα συνοδεύονται από ελληνική μετάφραση, την επιμέλεια της οποίας είχε ο καθηγητής Ν. Καραπιδάκης, ο οποίος μετέφρασε και όσα εξ αυτών δεν είχε μεταφράσει ο Κ. Μέρτζιος. Το βιβλίο συμπληρώνεται με ευρετήρια προσώπων και τόπων.

Η δημοσίευση των εγγράφων φωτίζει πτυχές της ιστορίας της Μάνης και γενικότερα της Πελοποννήσου. Τα έγγραφα των ετών 1570-1572 αποκαλύπτουν τις κινήσεις της Βενετίας προς την κατεύθυνση της εξέγερσης των Μανιατών εναντίον των Τούρκων, την πολεμική δραστηριότητα στην περιοχή, τα αιτήματα των Μανιατών και τις παραχωρήσεις της Βενετίας. Η δεύτερη ομάδα εγγράφων, η οποία καλύπτει την περίοδο 1692-1699, αναφέρεται στα ποικίλα προβλήματα που προκάλεσε η σύντομη παρουσία των Βενετών στην Πελοπόννησο και ιδίως στη Μάνη. Τα έγγραφα αφορούν τις οικονομικές υποχρεώσεις των Μανιατών έναντι της Βενετίας, τις υποχρεώσεις τους έναντι του Πατριαρχείου, τη φορολόγηση, τις διαφορές των Μανιατών με τους Καλαματιανούς, την πειρατεία. Ειδικότερα τα έγγραφα του δεύτερου μέρους, τα οποία καλύπτουν το διάστημα 1689-1700, διαγράφουν την προσωπικότητα του Λιμπεράκη Γερακάρη, τη δραστηριότητά του ανάμεσα στους Οθωμανούς και στους Βενετούς, αλλά και τις προσπάθειες της Βενετίας να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από τη δράση του, να τον προσεταιριστεί και εν τέλει να τον ελέγξει.

(https://venetocrazia.wordpress.com/2012/03/13/mani/)

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΥΓΕΑΣ 1876-1966 Τρίτη, Απρ. 28 2009 

κοσμοπολίτης επιστήμονας, πολίτης της βορειοδυτικής Mάνης

Η παρουσία τού Σωκράτη Κουγέα στα ελληνικά γράμματα μακρόχρονη: ήδη το 1903 με την διατριβή του De novo Xiphilineo codice Iberico 812 δίνει το επιστημονικό του παρόν. Tην εργασία αυτή θα ακολουθήσουν άλλες πολλές, όλες δουλεμένες με ιδιαίτερη μεθοδικότητα και προσοχή. Στα πρώτα του βήματα τον καθοδήγησαν δύο μεγάλες μορφές, ο Nικόλας Πολίτης και ο Σπυρίδων Λάμπρου. Για τον πρώτο θα πεί το 1930, κατά την ομιλία του ως νεοεκλεγέν μέλος της Aκαδημίας Aθήνων ότι του δίδαξε «το επιστημονικώς σκέπτεσθαι και το μετά προσχής και μεθόδου εξετάζειν τα πράγματα»· από τον ίδιο  δέχτηκε «τα σιωπηρά διδάγματα, τα οποία επήγαζον αφθόνως από τον υψηλόφρονα χαρακτήρα του και το υπέροχον ηθικόν του δίδαγμα». O δεύτερος τον εισήγαγε στην Παλαιογραφία την οποία θεωρούσε «σπουδαιοτάτη της Iστορίας βοηθητική επιστήμη».

O Σωκράτης Kουγέας όμως ακολούθησε το δικό του δρόμο. Mετά από τις σπουδές του στη Xάλλη της Γερμανίας (1904-1909), τα ενδιαφέροντά του κινήθηκαν σε ευρύτατο  φάσμα των ανθρωπιστικών σπουδών και ιστορικών περιόδων: Παλαιογραφία, Aρχαιολογία, Eλληνική αρχαιότητα, Eλληνιστική και Pωμαϊκή περίοδος, Bυζάντιο, Tουρκοκρατία, Eπανάσταση του ’21 και Nεώτερη Eλλάδα. Tο 1918 καταλαμβάνει την έδρα της Γενικής Iστορίας στο Πανεπιστήμιο των Aθηνών, ενώ δίδαξε επί μακρόν στη Σχολή Kαλών Tεχνών και στην Πάντειο Σχολή· από το 1923 μέχρι του θανάτου του υπηρέτησε ως άμισθος διευθυντής του τμήματος χειρογράφων της Eθνικής Bιβλιοθήκης.  Oι συμμετοχές του στα διεθνή συνέδρια και οι ανακοινώσεις του πλήθος με κορυφαία τα έργα του Kαισαρείας Aρέθα και Tα πολιτικά ιδεώδη των Eλλήνων και η ιδέα της Kοινωνίας των Eθνών που και σήμερα μένουν αξεπέραστα και αποτελούν βιβλία αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία.

H διεθνής αναγνώριση και οι διακρίσεις όμως δεν στάθηκαν δυνατές να τον αποκόψουν από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τους Δολούς Aβίας. Oι ανησυχίες του για την ιστορία και τα πρόσωπα αυτής της γωνιάς της Eλλάδας αποτυπώνονται στις αμέτρητες μελέτες και άρθρα που αφορούν τον τόπο του και την ευρύτερη περιοχή της της Mάνης και της Mεσσηνίας: H μελέτη του περί της σημασίας των όρων Φαμέγιοι και Nικλιάνοι  (Herkuνft und Bedeutung von neugriechischen Nικλιάνοι und Φαμέγιοι, 1909), το Συμβολαί εις την ιστορίαν και την τοπογραφίαν της βορειοδυτικής Mάνης (1933), H επαναστατική προκήρυξις της Kαλαμάτας και ο συντάκτης αυτής (1949), O Περραιβός στη Mάνη (1951), H ανθρωποκτονία (το φονικό) ως διεγγύημα τρίτου εν Mάνη (1953), H διαθήκη του εκ των φονέων του Kαποδίστρια Γεωργίου Mαυρομιχάλη (1957) είναι ένα μέρος από τα όσα μελέτησε και έγραψε στα 63 χρόνια της επιστημονικής δράσης του· και όσο τα χρόνια περνούν, όλο και περισσότερο στρέφεται προς την πατρίδα του και με πάθος συλλέγει κάθε τι που την αφορά. Aπό την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του ξεχωρίζουν  O μητροπολίτης Mονεμβασίας και Kαλαμάτας Iγνάτιος ο Tζαμπλάκος (Eξαμπλάκων 1776-1802) (1957), το Iστορικαί πηγαί δια την ηγεμονίαν της Mάνης (1774-1821) (1962), Tρείς κτητορικαί επιγραφαί εκ Zαρνάτας (1965) και το βιβλίο Nικήτα Nιφάκη (1748-1818 περίου) Mανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα (1964)  που αποτέλεσε βασικό τεκμήριο της μανιάτικης ιστορίας και γραμματείας. Tα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τον απασχολούσε η ιστορία του λιμένα των Kιτριών, επίνειο των Δολών. Tο προίμιό του ατελούς αυτού μελετήματος έχει περιλάβει στο O Σωκράτης Kουγέας και η Mέσα-Eλλάδα (1967) ο Zήσιμος Λορεντζάτος.

O Σωκράτης Kουγέας, γιός του δασκάλου Bενετσάνου και της Eιρήνης, που ξεκίνησε από τους Δολούς για να προσφέρει όσο λίγοι στα γράμματα, να ανέβει στις πιο υψηλές βαθμίδες του επιστημονικού στερεώματος και να αναγνωριστεί διεθνώς, παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του πολίτης της βορειοδυτικής Mάνης.

Σ.B.K.

Το καθεστώς ιδιοκτησίας στη Μάνη και η εισήγηση του δικηγόρου Λουμάκου προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Γυθείου (1939)«Η Μάνη και τα ακίνητα της Ελληνικής Επικράτειας εν αυτη»* Τρίτη, Φεβ. 3 2009 

Σωκράτης Κουγέας

 

* εισήγηση στην ημερίδα που διοργανώθηκε την 1/2/09 στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας από το Σύλλογο Γυναικών Μάνης.

 

 

Κυρίες και κύριοι,

Είναι μεγάλη τιμή για μένα να βρίσκομαι για μια φορά ακόμα ως προσκεκλημένος ως ομιλητής από το Σύλλογο Γυναικών Μάνης.

Πρέπει προκαταβολικά να δηλώσω ότι θεωρώ παρακινδυνευμένο το να συζητάμε αυτήν την περίοδο ένα τέτοιο θέμα, όταν βρισκόμαστε ακόμα κάτω από τη σκιά της εκποίησης και της ανταλλαγής γαιών: κάθε πόρισμα από τη σημερινή συνάντηση κινδυνεύει να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί ίδια συμφέροντα. Κι ακόμα, έχουμε συνηθίσει στην πατρίδα μας –δυστυχώς- να γινόμαστε θεατές βιασμού του τοπίου, των κοινωνικών χαρακτηριστικών, της οικονομικής δραστηριότητας, αφήνοντας την έγγεια περιουσία στα χέρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Και είναι η πικρή αλήθεια ότι ο τομέας της πρωτογενούς παραγωγής στη Μάνη, εγκαταλελειμμένος στη μοίρα του, δεν θα χρειαστεί και πολλά προκειμένου να ενδώσει, και να παραχωρήσει τη θέση του στις υπηρεσίες, ή στην οικονομική αδράνεια. Ήδη παρατηρούνται τα φαινόμενα εγκατάλειψης καλλιεργειών τη ελιάς και του σύκου καθώς η Πολιτεία συστηματικά αδιαφορεί για το σχεδιασμό της προώθησης αυτών των μοναδικών σε ποιότητα προϊόντων της πατρίδας μας. Οι τιμές του λαδιού εξευτελιστικές, το σύστημα προώθησης ανύπαρκτο και το παγκοσμίως καλύτερο λάδι φεύγει από τα χέρια του παραγωγού σε εξευτελιστικές τιμές και συχνά τίθεται στην υπηρεσία ενίσχυσης των λαδιών της Ιταλικής και Ιβηρικής χερσονήσου. Από την άλλη η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει μπροστά της το εύκολο θύμα, τον απελπισμένο ξωμάχο-αγρότη, για να εξαγοράσει την  περιουσία του προκειμένου να προωθήσει την εγκατάσταση τουριστικών μονάδων που επιβαρύνουν, θα έλεγα, όχι τόσο το περιβάλλον όσο τα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του τόπου. 

Αντί όμως για σχεδιασμό και ουσιαστική στήριξη που θα απαλλάξει την αγροτική οικονομία από την εξάρτησή της από τις επιδοτήσεις και που θα την καταστήσει πραγματικά ανταγωνιστική, το κράτος εμπλέκεται σε υποθέσεις διεκδίκησης γαιών οι οποίες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους θεωρούνται ως περιουσιακά στοιχεία πολιτών.  Θα ήταν ευχής έργον οι κυβερνήσεις να φρόντιζαν ώστε η όποια αλλαγή χρήσης γης, είτε πρόκειται για ιδιωτική είτε για δημόσια, να γίνεται κατόπιν σχεδιασμού και προγραμματισμού προκειμένου να αναπτυχθεί ο τόπος, επαναλαμβάνω, με υγιή κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά.

Στο προσκήνιο, λοιπόν, έρχεται στα τέλη του περασμένου έτους, μέσω πολιτικών προσώπων της περιοχής μας, το πρόβλημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Μάνης, θέμα ξανασυζητημένο και διερευνημένο.  Διαβάζουμε στην εφημερίδα  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 8/12/08, ότι ο πρώην υπουργός Αγροτικής ανάπτυξης κ. Ευάγγελος Μπασιάκος αποδέχτηκε γνωμάτευση της προϊσταμένης του Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εσωτερικών, κυρίας Φωτεινής Τομαή, σύμφωνα με την οποία η Μάνη υπήρξε τουρκοκρατούμενη! (σ.σ. ο τίτλος της εφημερίδας). Η κινητικότητα των βουλευτών του κυβερνώντος κόμματος και η αναζήτηση λύσης για να μη χαρακτηριστεί η γνωμάτευση -και κατ’ επέκταση η επιλογή του υπουργού- ως αντεθνική, έδωσε τροφή σε αθηναϊκή εφημερίδα από όπου αντιγράφει και η Ελευθερία της Καλαμάτας. Ακολούθησαν σχετικά άρθρα και σε άλλες τοπικές και αθηναϊκές εφημερίδες.

Όσον αφορά την κυρία Τομαή, ουδείς λόγος να ασχολούμαστε· σύμφωνα με τις πηγές της, τον τρόπο έρευνάς της, τελικά την άποψή της, κατέληξε στα συμπεράσματά της. Είναι όμως άξιον απορίας η ευκολία με την οποία, όπως τουλάχιστον προβάλλεται από τον τύπο, υιοθετείται άποψη από τους πολιτικούς άνδρες. Διότι κάθε πολιτικός, πρώτα και κύρια οφείλει να ελέγξει το θέμα πολιτικά και κάθε πολιτική θέση θα πρέπει να εδράζεται στο νομικό-ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο. Οφείλουμε να σταθούμε απέναντι στο ζήτημα ψύχραιμα, όχι γιατί τα εδάφη μας κινδυνεύουν από τους Τούρκους, αλλά γιατί τα εδάφη μας κινδυνεύουν από εμάς τους ίδιους.

 

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς της  Μάνης πριν το 1821 ουδείς το αμφισβήτησε. Οι πράξεις μεταβίβασης κινητής και ακίνητης περιουσίας δεν απαιτούσαν επικύρωση από αρχή και μάλιστα από Οθωμανική αρχή. Η ιστορία της χερσονήσου της Μάνης έχει συνδεθεί με την αυτοδιάθεση και την αυτοκυριαρχία. Ο Μπέης της Μάνης ορίζει τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των Μανιατών, ο Μπέης εγγυάται για την απονομή του δικαίου, ο Μπέης ορίζει για τη διάθεση αδιάθετης περιουσίας, ο Μπέης προστατεύει το εμπόριο με τους Δυτικούς.[1] Στην περιοχή της Μάνης κατά την επί Καποδίστρια απογραφή των κατοίκων, δεν εμφανίζεται κάτοικος Τούρκος, τουρκόφωνος ή μουσουλμάνος και επομένως δεν υφίσταται θέμα τουρκικής ιδιοκτησίας, ή έστω παρέμβασης Οθωμανού κατά την απόκτηση, μεταβίβαση ή εκποίηση περιουσίας.

Η ιδιότυπη σχέση της Μάνης με την Οθωμανική αυτοκρατορία διαφαίνεται ανάγλυφα από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται σ’ αυτήν οι μελετητές βασιζόμενοι σε Ενετικά έγγραφα και αλλού. Εξαίρεση που κυριολεκτικά επιβεβαιώνει τον κανόνα, αποτελούν τα τμήματα της Μπαρδούνιας και του Πασσαβά, από τα οποία το μεν τελευταίο χαρακτηρίζεται ως ιδιαίτερο territorio και που μέχρι το 1685 αποτελούσε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μετά την αποχώρηση των Ενετών –το 1715- πέρασαν και πάλι στη διακαιοδοσία του Σουλτάνου. Η Μπαρδούνια, όμως, διατήρησε σχέσεις με τη Μάνη. Κατά τους μελετητές οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονται ημιαυτόνομες σε αντιδιαστολή προς την αυτόνομη Μάνη.[2] Το θέμα των ιδιοκτησιών ανέκυψε μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, όταν έπρεπε να οριοθετηθεί το καθεστώς της κρατικής και ιδιωτικής περιουσίας.

Υπήρχε, λοιπόν, κρατική περιουσία στη Μάνη πριν από το ’21, δηλαδή περιουσία που να ανήκει στην Πύλη ή σε βακούφια, ή σε Τούρκους όπως σε άλλες περιοχές της Ελληνικής χερσονήσου; Από όσα είπαμε, κάτι τέτοιο δεν υφίστατο και επιπλέον, ούτε και η οργάνωση της Μάνης ήταν τέτοια ώστε να ορίζει ιδιοκτησία κεντρικής διοίκησης. Το πρόβλημα ανέκυψε αρκετά νωρίς και το 1939, όταν ανέκυψε εκ νέου, παρουσιάστηκε από τον Νομικό Γυθείου, κ. Νίκο Λουμάκο, έκθεση με την οποία αναλύει το ζήτημα και καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα.

Ο Λουμάκος, σύμφωνα με την εισαγωγή της έκθεσής του, ανέλαβε κατ’ εντολή του Δικηγορικού Συλλόγου Γυθείου να μελετήσει το πρόβλημα εαν η Ελληνική Επικράτεια απέκτησεν εν Μάνῃ ακίνητα κτήματα μετα το 1821. Η αφορμή δόθηκε από τον Αν. Ν. 1953/1938 και ο ίδιος ο Λουμάκος διευκρινίζει ότι το θέμα δεν εμελετήθη απο απόψεως απαλλαγής ευθυνών και υποχρεώσεων, αλλά από απόψεως Αληθείας και Δικαιοσύνης.

Πιστεύω ότι και σήμερα σ’ αυτό το πνεύμα πρέπει να κινηθεί η συζήτησή μας, και με τον κανόνα ότι κάθε συμπέρασμα δεν απαλλάσσει την Πολιτεία, το Κράτος, εν τέλει την κάθε Κυβέρνηση, από το να διαφυλάττει την φυσική, κοινωνική και πολιτιστική μας υπόσταση.

Από τη δική μου πλευρά θα αρκεστώ στο να παρουσιάσω την μελέτη του Νίκου Γ. Λουμάκου που ολοκληρώθηκε προ 60 ετών, και εκφωνήθηκε στο Δικηγορικό Σύλλογο Γυθείου στις 22 Σεπτεμβρίου του 1939. Και είναι άξιον απορίας πώς μετά από 60 χρόνια το θέμα δεν θεωρείται λυμένο. Φανταστείτε τι θα συμβεί όταν προελάσει στη Μάνη το κτηματολόγιο!! Επί τέλους το Κράτος πρέπει να προσδιορίσει με όποιο κόστος και με γνώμονα την προστασία του τόπου και των πολιτών, τα όρια των ιδιοκτησιών.

 

Η έκθεση, τυπωμένη το 1940 στο τυπογραφείο «ΛΑΚΩΝΙΑ» στο Γύθειο, αναπτύσσεται σε 25 πυκνογραμμένες σελίδες μικρού σχήματος. Το τευχίδιο που βρίσκεται στα χέρια μου, είχε δώσει ο ίδιος ο συντάκτης του στον παππού μου, όπως δηλώνεται από την αφιέρωση στο εξώφυλλο: «Στο φίλο και αγαπητό μου κ. Σ. Κουγέαν, Καθ. Πανεπιστημίου. Με αγάπη (υπογραφή) Ν. Γ. Λουμάκος ». Ο πλήρης τίτλος είναι Η ΜΑΝΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΕΝ ΑΥΤΗ, Εἰσήγησις πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Γυθείου. Η μελέτη κινείται σε δύο βασικούς άξονες έναν νομικό και έναν ιστορικό, κάτι που γίνεται σαφές και από τη βιβλιογραφία την οποία παραθέτει στο τέλος του τεύχους.

Μετά από την προσφώνηση την οποία απευθύνει προς τα μέλη του Συλλόγου, ακολουθεί η Εισαγωγή στην οποία εκθέτει το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να διερευνηθεί το θέμα: σημειώνει ότι το Διεθνές Δίκαιο είχε τότε, το 1939, μόλις 150 ετών ζωή και σημειώνει ότι «οι κανόνες αυτού έμειναν εις τας βιβλιοθήκας, αφού και ο παγκόσμιος πόλεμος (1914-1918) δεν έχει ολίγα παραδείγματα παραβάσεων».

Η αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο φωτίζει και εκείνο που ο Λουμάκος θεωρεί την βασική αρχή για τη προβληματική του, δηλαδή όσα ορίζονται από αυτό.

Ακολουθεί ο κύριος κορμός της εισήγησης, η οποία διαιρείται σε  τέσσερα κεφάλαια: Α. Διεθνείς τινες κανόνες πολέμου, Β. Η Μάνη έναντι του Διεθνούς κώδικα, Γ.  Κρίσεις τινες Δ. Ειδικαί τινες παρατηρήσεις και Ε. Συμπεράσματα. Όπως ήδη αναφέραμε, ακολουθεί η βιβλιογραφία την οποία χρησιμοποίησε ο μελετητής και η οποία αριθμεί 25 τίτλους νομικών και ιστορικών βιβλίων, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων.

 

Α. 

Το πρώτο κεφάλαιο διεξέρχεται τους διεθνείς κανόνες πολέμου. Ο συλλογισμός του Λουμάκου εκκινείται από τον καθορισμό του πλαισίου στο οποίο οφείλει να κινηθεί ο προβληματισμός προκειμένου να αναγνωρισθεί το κτητικό δικαίωμα κατακτητή: σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η έγκαιρη κήρυξη του πολέμου, η κατάπαυση του πολέμου και επακολουθούσα ειρήνη, για να διευκρινίσει στη συνέχεια, προκειμένου να δηλωθεί η -σύμφωνα πάντα με το Διεθνές Δίκαιο- συντήρηση της έννοιας του Κράτους σε δύσκολες συνθήκες, ότι «η αδυναμία ή και εφήμερος συμφορά ενός Κράτους δεν συνεπάγεται την καταστροφήν του κράτους τούτου, αλλ’ η παρατεινόμενη αδυναμία και η προφανής ανικανότης του Κράτους καθιστώσιν αυτώ αδύνατον να ζήση επί μακρόν κατά τινα τρόπον ανεξάρτητον».

Το τελευταίο αυτό στοιχείο έχει σημασία διότι από τον τρόπο της εξαφάνισης ενός Κράτους «οριστέος και ο τρόπος της Νομιμότητος της πράξεως του κατακτητού».  Όθεν, μία κατάληψη αλλοτρίων εδαφών για να θεωρηθεί ότι δημιούργησε DE JURE κατάσταση, πρέπει κατά γενικό και αρχαιότατο κανόνα να αναγνωρισθεί και παρά του ηττηθέντος.

Εάν όμως δε συμβεί τούτο, έπεται ότι δύο τινά θα επακολουθήσουν: ή σιωπηρή αναγνώριση παρά του υποταχθέντος ή θα λαμβάνουν χώρα εκάστοτε κρούσεις δυναμικής αντιστάσεως, οπότε πιθανόν η κρούση να πετύχει και τότε η ελάχιστη υποχώρηση του κατακτητού «να δύναται ευστόχως να αντιταχθή ως άρνησις της DE JURE κατακτήσεως».

Τέτοιου είδους κατακτήσεις, σημειώνει ο Λουμάκος, καλούνται «Διεθνείς δουλείαι» οι οποίες για να δημιουργήσουν Δίκαιον από τον κατακτητή έχουν ανάγκη προσαρμογής κανόνων, διαφορετικά εάν ο δουλώσας δεν δυνηθεί να αποδείξει την ολοκλήρωση αυτών, τότε πρέπει να θεωρήσουμε ευλόγως ότι «μη πληρωθέντος του κανόνος, δεν δύναται να γίνη λόγος περί μονίμου κυριαρχικής καταστάσεως».

Κυρίαρχη DE FACTO, εξάλλου, δύναται να αναγνωριστεί επίσης μια δύναμη σε περίπτωση που ειρηνικά και «άνευ όπλου αντιδράσεως» επιβάλει τη θέλησή της επί του κυριαρχούμενου, ως θέληση «αυτού τούτου του ANIMUS της Πολιτείας».

Τα πιο πάνω, όμως, ισχύουν επί σχέσεων κρατών. Ήταν η Μάνη κράτος ώστε να ισχύουν και γι’ αυτήν τα πιο πάνω; «Δις ως ηγεμονία κατεστάθη και αναγνωρίσθη. Και ενώ ηδύνατο να ζήση ήρεμος και ήσυχος εν τοις ορίοις αυτής, αντιθέτως την ελευθερίαν της εθεώρη ως απλήν ευχερείαν προς δημιουργίαν δυνατοτήτων ανασυγκροτήσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» απαντά κατά πρώτον ο Λουμάκος και συνεχίζει: «Βεβαίως ταύτα έχουσα πάντοτε ως σκοπόν υπάρξεως αυτής, εθεώρη νομίμως και δικαίως ότι, η Μεγάλη πατρίς ενεσωματούτο εν αυτή και κατά φυσικόν κανόνα ως συνέχεια του Κράτους «εκείνου» να θεωρείται.» Και για του λόγου το αληθές παραπέμποντας στη διαθήκη του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικαλείται ως στοιχείο το ότι το 1821, ο Μπέης-Ηγεμών της Μάνης δεν ενσωμάτωσε αυτή στην  Ελλάδα, δια συνθηκών και συμφωνιών, αλλά ενσωμάτωσε αυτή στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελληνικής Πατρίδος. Εξάλλου, συμπληρώνει, το ότι ήτο «Κράτος» αποδεικνύεται από το ότι μέχρι τότε δημιούργησε δίκαια δια των αρχηγών αυτής με ξένες δυνάμεις (Ενετία, Γένουα, Νεβέρ, Ναπολέων κλπ.) και ότι «άπασαι αι σχετικαί διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου προσηρμόζοντο και εις αυτήν».

 

Β.

Ακολουθεί η το κεφάλαιο που επιγράφεται Η Μάνη έναντι του Διεθνούς Κώδικος. Μετά από σύντομη αναφορά στην ιστορία της Μάνης, που εστιάζεται στο φρόνημα των κατοίκων της χερσονήσου, διαπιστώνει ότι στη μετά την Βυζαντινή περίοδο, οι αγώνες των Μανιατών κατά των Τούρκων παίρνουν τα χαρακτηριστικά μόνιμου πολέμου, ενώ οι επιχειρήσεις των Τούρκων κατά των Μανιατών διαδέχονται η μία την άλλη. Στη Μάνη καταφεύγουν μέλη εξεχουσών οικογενειών του Βυζαντίου ενώ το 1571 καταφεύγουν σ’ αυτήν Μωραϊτες για να προετοιμάσουν επανάσταση με στόχο την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Το 1582 ο Πρωτόπαπας της Μάνης Μουρίσκος, στέλνει προς τον πάππα Γρηγόριο τον Γ΄ επιστολή που αφορά στην απελευθέρωση του Έθνους υπογράφοντας ως άρχων 300 χωριών και 60 χωρών.

Ακολουθεί πλήθος αναφορών που καταδεικνύουν την αναγνώριση της Μάνης ως ανεξάρτητης αυτοδιοικούμενης περιοχής από τα άλλα κράτη κατά τους αιώνες που ακολουθούν (17ος – 18ος) και καταλήγει στην αναγνώριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από τις ευρωπαϊκές αυλές, στις οποίες απευθύνεται υπογράφοντας «Ηγεμών και αρχηγός του Σπαρτιατικού στρατοπέδου του εν Καλαμάτη», δηλώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον συνεχή αγώνα των Μανιατών για ανεξαρτησία.

Συμπεράσματα μέχρι του σημείου αυτού:

1.     Τουρκική κυριαρχία De Jure και De Facto ουδέποτε υπήρξε στη Μάνη.

2.     Οι εισβολές στρατιωτικών δυνάμεων δεν δύναται να θεωρηθούν «κατάστασις» αφού κατέληγαν σε καταστροφή των εισβολέων.

3.     Τουρκικές αρχές ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στην Μάνη, παρά μόνον στρατιωτικές φρουρές προκειμένου να χτιστούν τα κάστρα Ζαρνάτας, Κελεφάς και Πόρτο Κάγιου.

4.     Τουρκικές οικογένειες ουδέποτε εγκαταστάθηκαν στα όρια της Μάνης.

5.     Νόμοι Τουρκικοί και συνθήκες Τουρκικές προς τρίτους ουδέποτε εφαρμόστηκαν.

6.     Στη Μάνη ουδέποτε έλαβε χώρα παιδομάζωμα.

7.     Οι δύο συνθήκες μεταξύ Τούρκων και Ενετών, με τις οποίες παρεδίδετο και η Μάνη, έγιναν ερήμην των Μανιατών και μετά από αυτές δεν τόλμησαν οι Τούρκοι να την καταλάβουν.

8.     Τούρκοι εισπράκτορες ουδέποτε πάτησαν στη Μάνη.

9.     Οι Μανιάτες εφάρμοζαν δικούς τους νόμους.

10.  Είχαν δικό τους Μπαϊράκι και ιδιότυπο πολίτευμα.

11.  Μόνοι τους επέβαλλαν και εισέπρατταν φόρους –και μάλιστα τελωνειακούς.

12.  Δεν συνέταξαν δική τους δύναμη προς Τουρκική εναντίον τρίτου.

13.  Η μετά τα Ορλωφικά σχέση της με την Οθωμανική αυτοκρατορία, «δεν την ημπόδιζε [τη Μάνη] να αναπτύσσεται ως «Κράτος» ελεύθερον ίδιον συντηρούν στρατόν, ιδίους δημοσιεύον Νόμους και εν γένει, ελάχιστα αισθανόμενον την αμφίβολον Τουρκικήν υπεροχήν».

14.  Δεν ακολουθούσε τις διαταγές της Τουρκικής αρχής.

15.  Τα λιμάνια τους οι Μανιάτες τα διέθεταν στους φίλους τους, ενώ τα πλοία των φίλων της Τουρκίας ήσαν εχθρικά.

Να σημειώσουμε ότι ο Λουμάκος στο μεταξύ αντικρούει με στοιχεία τις ενστάσεις οι οποίες έχουν διατυπωθεί στα όσα καταθέτει.

 

Κεφάλαιο Γ΄

Κρίσεις τινές

«Εκ των ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι η συνεχώς και αδιαλείπτως αγωνιζομένη Μάνη εκατώρθωσε κατά μυρίους τρόπους να διατηρήση την ανεξαρτησία της ώστε να ευσταθή δι’ αυτήν η ιδιότης του Κράτους» και ακολουθεί παράθεση στοιχείων σύμφωνα με τα οποία καταδεικνύεται το νόμιμο να θεωρηθεί η Μάνη ως Κράτος κατά τους αιώνες που ακολουθούν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

 

Κεφάλαιο Δ΄

Ακολούθως στο Κεφ. Δ΄ Ειδικαί τινες παρατηρήσεις, αντικρούει τις πιθανές ενστάσεις σχετικά με την αμφισβήτηση της «ολότητας των εδαφών της» καταδεικνύοντας τη συνέχεια της συνθήκης ελευθερίας την οποία απήλαυσαν οι περιοχές Γυθείου-Λίμνης-Πασσαβά.

 

Τα συμπεράσματα διατυπώνονται στο Κεφ. Ε΄: «Εκ των εκτεθέντων προέκυψε σαφώς και αναντιρρήτως ότι καθ’ όλον τον χρόνον όστις διέρρευσεν από της αλώσεως του Μυστρά, τελευταίας επισήμου Αρχής του Βυζαντίου, μέχρι το 1821 η Μάνη ήτο «Κράτος» ελεύθερον και ανεξάρτητον εξεταζόμενον υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου ως διεμορφώθη και ισχύει σήμερον.»

Και πιο κάτω:

«η Μάνη και κατά τας νυν διατάξεις του Δικαίου, ήτο Κράτος ελεύθερον και ανεξάρτητον και απολύτως δύναται να εφαρμοσθή ο κανών «πάσα Κυρίαρχος πολιτεία επί τοσούτον, υφίσταται, εφόσον διατηρεί καθ’ οιονδήποτε τύπον τους ουσιώδεις όρους και τα στοιχεία πολιτικού συνδέσμου, και επομένως εφ’  όσον διατελεί υπάρχουσα αυτοτελής κοινωνία, ικανή να διατηρείται ως τοιαύτη και δυναμένη να αναγεννάται δια φυσικής των ιδίων αυτής μελών διαδοχής ή και δια των μεταναστεύσεων»

Και μετά την ανεξαρτησία «Μεγάλου Μέρους της Ελληνικής Πατρίδος» έπρεπε να ρυθμιστούν οι τύχες των ιδιωτικών και Δημοσίων περιουσιών, σύμφωνα με τα όσα ισχύουν διεθνώς. Και η δημόσια περιουσία πάσης φύσεως περιέρχεται στην κυριότητα του καταλαβόντος, οι δε ιδιωτικές γίνονται σεβαστές. Και κατ’ αυτόν το τρόπο ρύθμισε τα πράγματα η Ελληνική Πολιτεία και παρέλαβε «μόνον κατά κυριότητα όσα ανήκον τη Τουρκική επικρατεία, τα δε ιδιωτικά προησπίσθησαν αρκούντως, πάντοτε όμως δεν παρέλειπε να εξάρη την Μάνην εξαιρούσα ταύτην Γενικών Ορισμών αφορώντων εθνικάς γαίας εξ εγκαταλείψεως παρ’ Οθωμανικών οικογενειών και του Οθωμανικού Κράτους ως εξής:

1.     Σύμβασις (28 Μαρτίου 1835) της επί των Οθωμανικών κτημάτων Ελληνικής Επιτροπής μετά των απεσταλμένων της Υψηλής Πόρτας.

2.     Δ. 17 Νοεμβρίου 1836 περί ιδιωτικών δασών

3.     Δ. 14 26 Ιανουαρίου 1841 περί μετενοικιάσεως

4.     Δ. ΤΠΣΤ 24Μαρτίου 1871 Περί των γενομένων εμφυτεύσεως επί εθνικών γαιών

5.     κλπ. κλπ..

 

Καταλήγει: «εκ των ανωτέρω σαφώς εξάγεται η βούλησις των Νομοθετών όπως εξαιρετικού δικαίου απολαύσωσιν αι επαρχίαι Γυθείου-Οιτύλου ήτοι η επί Τουρκοκρατίας ανεξάρτητος Πολιτεία της Μάνης». Και κατά συνέπεια «δεν είναι δυνατόν εν αυτή να μεταβιβασθώσιν καθ’ οιονδήποτε τρόπον Κρατικαί ή ιδιωτικαί περιουσίαι, επειδή ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΥΠΗΡΞΑΝ τοιαύται» και ως εκ τούτου «η Ελληνική επικράτεια συσταθείσα το 1830 ουδέν έθιξεν των δικαιωμάτων της Μάνης».

Ενδιαφέρον επίσης το σημείο της επιλογικής παραγράφου που σημειώνει ότι το 1821 η Μάνη δεν επανεστάτησεν εναντίον της Τουρκοκρατίας, αλλ’ ως πάντοτε, εκήρυξε τον πόλεμον κατ’ αυτής»… «Το 1821 παρίσταται υπό την μορφήν της επεκτάσεως των συνόρων της Μάνης, ήτις δεν ήτο παρά αυτή η Ελλάς, εν τοιαύτη δε περιπτώσει δεν δύναται να δημιουργήση αυτήν, δηλ. η Ελλ. Επικράτεια, απαιτήσεις επί δικαίων άτινα οι δημιουργοί της DE JURE και DE FACTO εδημιούργησαν…»

Και καταλήγει:

«Κατά ταύτα, ουδέποτε εδημιουργήθη εν Μάνη κατάστασις επιτρέπουσα την δυνατότητα κτήσεως παρά της Ελλ. Επικρατείας, ως διαδόχου της Οθωμανικής τοιαύτης, ακινήτων κτημάτων, και, οι σχετικοί νόμοι δεν δύνανται να έχωσιν εφαρμογήν εν Μάνη.

Γύθειον 22/7/1939.

ο εισηγητής

Νικ. Γ. Λουμάκος

Δικηγόρος»

 

Όσο κι αν υπάρχει αντιλογος σε ορισμένα από τα σημεία που θίγει στην έκθεσή του ο Νικ. Γ. Λουμάκο,  κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ορθότητα του τρόπου με την οποία προσέγγισε το πρόβλημα και ως εκ τούτου θα πρέπει να αποτελέσει φάρο για ομάδα ιστορικών και νομικών που θα ερευνήσουν και θα δώσουν μια υπεύθυνη απάντηση.

 

Κυρίες και κύριοι,

Δύο είναι τα θέματά μας: Το πρώτο η κατάσταση της Μάνης κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πτώσης της Κωνσταντινούπολης και της ίδρυσης του Ελληνικού Κράτους. Το δεύτερο έχει να κάνει με το χαρακτηρισμό των γαιών. Είναι δύο ξεχωριστά που όμως το ένα επηρεάζει το άλλο και την απάντηση, όπως είδαμε, τη δίνει μόνον είναι η ιστορία και η νομική επιστήμη, και σύμφωνα με αυτές θα πρέπει κινηθούν οι πολιτικοί. Άλλωστε εθνική γή κατά μία έννοια είναι κάθε έγγεια αξία η οποία αποδίδει κέρδος στους  πολίτες της επικράτειας, στο ANIMUS, και εγγυάται την κυριαρχία του επί του τόπου. Ως εκ τούτου θα πρέπει να αναλογισθούμε από ποιον τελικά κινδυνεύει η γη μας. Μήπως από όλους εμάς, ανεξάρτητα του ποιος φέρεται ως κύριος, Πολιτεία και πολίτες που αδιαφορούμε για τις δυνατότητες της, που με ευκολία την ανταλλάσσουμε για να καλυφθεί από γκαζόν και μπετόν, όπως είπε δημοτικός Σύμβουλος Οιτύλου, κ. Μαυροειδόγγονας, με στόχο το  κοντοπρόθεσμο κέρδος, ενώ μακροπρόθεσμα συμβάλλουμε στην εγκατάλειψη της καρποφόρου γης, την ερήμωση του τόπου και εντέλει στην οικονομική εξάρτηση και την βίαιη αλλοίωση των πολιτιστικών και κοινωνικών μας χαρακτηριστικών.


[1] βλ. Σ. Β. Κουγέας, Αγνάντια στο Βενέτικο, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2008, κ. α.

[2] βλ. Κ. Κόμης, Β. Παναγιωτόπουλος, Γ. Καψάλης, Δ. Μέξης, Σπ. Λάμπρος κ.α.

Η Ελλάδα που δε φαίνεται Παρασκευή, Δεκ. 5 2008 

από το ΘΑΡΡΟΣ Καλαμάτας 3/12/08

 

 


 

Για την Ελλάδα που υπάρχει αλλά δε φαίνεται και, δυστυχώς, δε διαμορφώνει τη σημερινή εικόνα της χώρας, μίλησε την Κυριακή στην Καλαμάτα ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» Νίκος Ξυδάκης, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Σωκράτη Κουγέα.

 

Θυμηθήκαμε τα λόγια του δημοσιογράφου μιλώντας χθες με τον Τέλη Πετρουλέα και τη σύζυγό του, Μαρία Θεοχάρη, που πραγματοποιούν μια εξαιρετική έκθεση φωτογραφίας με αγιογραφίες της Μάνης στο Πνευματικό Κέντρο. Συζητώντας μαζί τους, νιώσαμε ότι ανήκουν σε αυτή την αφανή Ελλάδα, όπως την αποκάλεσε ο Ν. Ξυδάκης. Γιατί ασχολούνται με ουσιαστικά πράγματα, χωρίς να φαίνονται.

 

Μ.Ν.

Μικρό καλοκαιρινό Τετάρτη, Δεκ. 3 2008 

(αντιγράφω από τον Αθήναιο www.greekgastronomer.com)

«Θέλει δύστυχο χώμα η ελιά…
  το χώμα της ποιότητας…»
        Νίκος Καρούζος

Εκεί που σταματούν τα βράχια του Κάβο Ματαπά, αρχίζει να απλώνεται ο άγριος «κάμπος» της Μάνης. «Κάμπος» στη ντόπια διάλεκτο σημαίνει βέβαια «θάλασσα» μιας και η θάλασσα είναι το μόνο επίπεδο σημείο της περιοχής στο οποίο μπορεί κάποιος να ακουμπήσει το βλέμμα του για να το ξεκουράσει από το τραχύ και αύθαδες τοπίο της.

Μικρός, αισθανόμουν πολύ τυχερός που μπορούσα να περπατώ τα βράχια του Ματαπά και ν’ αγγίζω με τα χέρια μου αυτό που οι άλλοι άγγιζαν με τ’ακροδάχτυλά τους πάνω στο τυπωμένο χαρτί, εκείνο το συγκινησιακά φορτισμένο σημάδι στο χάρτη που όριζε το νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδος… Βρισκόμουν στο Ταίναρο, σκαρφάλωνα ξυπόλητος στα κοφτεράΓκρεμά με τ’άλλα τα παιδιά και ευρισκόμενοι σε μια συνεχή κόντρα για το ποιος είναι ο πιο ατρόμητος Μανιάτης παλικαράς, κάναμε βουτιές στη θάλασσα πουμάν-ιαζε επικίνδυνα σαν φυσούσε ο Γαρμπής για τον οποίο έλεγαν οι μανιάτισσες μοιρολογίστρες:

«Η Τραμουντάνα, η Οστρια, ο Πουνέντες, είναι για τους ζωντανούς. Ο Γαρμπής είναι για τους πεθαμένους…»

Όμως δεν ήταν ούτε η ιδιαιτερότητα του σημείου πάνω στο χάρτη, ούτε τα Γκρεμά, ούτε η ανταριασμένη θάλασσα που με μαγνήτιζαν στο Ταίναρο. Ήταν η Σπηλιά του Άδη που με τραβούσε εκεί. Στην αρχαιότητα πίστευαν πως αυτή ήταν η δίοδος για τον Κάτω Κόσμο και η ιδέα πως από αυτό το σημείο είχε περάσει και ο Οδυσσέας μου, με τρέλαινε!

Αν κάτι συμβολίζει με ενάργεια το μανιάτικο χαρακτήρα, είναι η διαμόρφωση του τοπίου. Όπου και να γυρίσεις το βλέμμα σου, βλέπεις μια κόψη, βλέπεις τη φύση να σχηματίζει την ατσάλινη λάμα ενός μαχαιριού.

«Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις…» 

ζητάει ο ανώνυμος μανιάτης ποιητής σ’ενα από τα μοιρολόγια, «τα τραγούδια του Κάτω Κόσμου», λες και δεν του φτάνουν τα λεπίδια της Φύσης που τον τριγυρίζουν για να περιγράψουν τον πόνο του. Οι Μανιάτες είναι αδιάφοροι για τα άκρα, αυτό που κατατρύχει σχεδόν μαν-ικά και το τελευταίο τους κύταρο  είναι η αναζήτηση της κόψης εκείνης που ορίζει τελεσίδικα την απαράδοτη αλλά μοιραία σύγκρουση της ζωής με το θάνατο. Τα κοφτερά Γκρεμά περιγράφουν καλύτερα απ’ ο,τιδήποτε άλλο τη μανιάτικη ψυχή που εξοικειώθηκε με το θάνατο σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να μπορέσει ν’ αντέξει την ίδια τη ζωή. Να’ναι άραγε τυχαίο που η κατακόρυφη πέτρινη βουνοπλαγιά του Ματαπά έρχεται και κλίνει απότομα προς τα νερά της θάλασσας, πέφτοντας στην είσοδο του Άδη ακριβώς με τον τρόπο που κλίνει η ζυγαριά του Δία ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και που έχει περιγράψει μοναδικά ο Όμηρος στο Κ της Ιλιάδας;

» Κι εκείνοι τρεις, γυρόφερναν,φορές το καστροτείχι,
μα σύντας φτάσαν πια, και τέταρτη φορά στις βρυσομάνες
τη ζυγαριά του την ολόχρυση τέντωσε ο Δίας πατέρας,

κι έβαζε κλήρους δυο, δεξόζερβα, του ανήλεου του θανάτου
στη μια του αλογατάρη του Έκτορα,και του Αχιλλέα στην άλλη

κ από τη μέση ως την εσήκωσε,το ριζικό του Έκτορα γέρνει στον Άδη…»
 
Τα Γκρεμά, τα περιέπλεαν ελάχιστοι από τους ψαράδες της περιοχής. Δεν είχαν όλοι τα κότσια του Αντώνη, ο οποίος έβγαινε από την Τσίπα για ψάρεμα, δεν πα’ να’χε και «Κατώκαιρο», δε πα’ να φύσαγε από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής «Καντάφης» λυσσασμένος. Ο Αντώνης σαν το θελε θα ‘βγαινε, κάνοντας τη μάνα του και την αδελφή του να σταυροκοπιώνται δίχως σταματημό. Ο Αντώνης ήταν ο ήρωας μας, ο κλασικός, θεόρατος, σιωπηλός και σκληροτράχηλος Μανιάτης που καταδεχόταν να ζυγίζει την παλικαριά του μόνο πάνω στην παλάντζα της Φύσης και όχι στην κρίση των ανθρώπων και ήταν γιαυτόν το πάλεμα με τη θάλασσα το μόνο κριτήριο της αντρειωσύνης  του και όχι τα όλο θαυμασμό βλέμματα και τα παινέματα των συντοπιτών του. Τα ντόπια παιδιά τον θαύμαζαν για τις ικανότητες που είχε ως ψαράς, εγώ πάλι, γιατί ήξερε όλες τις σπηλιές της Δυτικής Μάνης. Με τον Αντώνη σκαρφάλωσα για πρώτη φορά στη σπηλιά της Παναγιάς της Κλεφτρίνας, μια τόση δα σπηλιά μ’ένα εικονοστάσι στο μέσο της αφιερωμένο κανείς δεν ξέρει από πότε, από Μανιάτες πειρατές που κρύβονταν στις σπηλιές. Με τον Αντώνη σκαρφάλωσα και στο Απήδημα χωρίς να μπορώ να φανταστώ ότι στη σπηλιά αυτή θα επέστρεφα χρόνια αργότερα για αρχαιολογική έρευνα. Χάρις στον Αντώνη κολύμπησα στα σκοτεινά, κρύα και ήρεμα νερά της σπηλιάς του Άδη…
 
Τη θέση μας στη βάρκα του Αντώνη την είχαμε κερδίσει ο καθένας και για διαφορετικό λόγο, αν και δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί έπαιρναν και μένα μαζί. Νομίζω πως ο Αντώνης διασκέδαζε που είχα μια ιστορία από τη μυθολογία για κάθε βραχάκι, για κάθε κύμα, για κάθε πουλί που συναντούσαμε στις θαλασσινές τις στράτες και αν δεν είχα μια ιστορία, δεν το’χα και σε τίποτε να σκαρώσω μια στα γρήγορα : » Αντών’! Σου’χω πει πως κάποιοι πιστεύουν ότι στις σπηλιές της Μάνης βρίσκονται κρυμμένες οι χαμένες φυλές του Ισραήλ και πως και μεις, οι Μανιάτες, έχουμε τον Αβραάμ για πατέρα μας όπως και οι Εβραίοι;», τον ρώταγα,δήθεν αθώα. Ένα βλέμμα, τρομαχτικότερο από τ’ανταριασμένα κύματα που έσκαγαν στο Ματαπά ήταν αρκετό να μου κόψει το λόγο και την πλάκα, μαχαίρι… Ψάρεμα, ποτέ μου δεν έμαθα γιατί το βαρίομουν, το μόνο που ήθελα ήταν να πηδάω από βραχάκι σε βραχάκι σαν το κατσίκι και να κάνω βουτιές στη θάλασσα, έμαθα όμως να ξεχωρίζω και να καθαρίζω τα ψάρια.
 

ΑΓΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΒΕΝΕΤΙΚΟ παρουσίαση στην Καλαμάτα Τετάρτη, Δεκ. 3 2008 

02 Δεκεμβρίου 2008 Αρ. Φύλλου:32828
Θέματα
Πρωτοσέλιδο
Σχόλια
Τοπικά
Αγροτικά
Πολιτιστικά
Ελλάδα
Αθλητικά
Χρονικά
Κοινωνικά
Χρηστικά
Βενζινάδικα
Κινηματογράφος
Τηλεόραση
Φαρμακεία
Χρήσιμα Τηλέφωνα
Επικοινωνία
Μεσίτες
Μικρές Αγγελίες
Σ. Κουγέας
Image«Αγνάντια στο Βενέτικο»
Η φράση «Αγνάντια στο Βενέτικο» (το νησάκι στο άκρο του Ακρίτα) ανήκει σ’ ένα παλιό θρηνητικό τραγούδι των αρχών του 1900, που αναφέρεται στις Κιτριές. Αυτή τη φράση διάλεξε ο φιλόλογος Σωκράτης Κουγέας ως τίτλο στο καινούργιο του βιβλίο, που παρουσιάστηκε προχθές στην Κεντρική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Την εκδήλωση διοργάνωσαν η Πανελλήνια Ένωση Γυναικών Μάνης και το τοπικό παράρτημά της, με ομιλητές ανθρώπους των γραμμάτων, της δημοσιογραφίας και των εκδόσεων.

Στην προσπάθεια του, εκ Δολών Αβίας καταγόμενου, Σωκράτη Κουγέα να ανασκάψει για μία ακόμη φορά το παρελθόν της ιδιαίτερης πατρίδας του αναφέρθηκε η πανεπιστημιακός και συγγραφέας Νάντια Σερεμετάκη. «Η μνήμη δεν είναι μια πηγή από ιδέες. Συνδέεται με ήχους, με μυρωδιές, με αιθέρες, δηλαδή με τις αισθήσεις μας. Και χάρηκα, γιατί διαφαίνεται πως ο συγγραφέας, μέσα από τους τόπους και τους χρόνους που τον πήγαν τα έγγραφά του, κάνει και ένα ταξίδι στις δικές του αισθητήριες μνήμες», σημείωσε. 
Ο πανεπιστημιακός και κριτικός βιβλίου στο «Βήμα», Νίκος Μπακουνάκης, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της έκδοσης, υλικό από το αρχείο της οικογένειας του συγγραφέα: συμφωνίες για κτηνοτροφικές δραστηριότητες, εμπορικά τεφτέρια, ομολογίες δανείων, πωλητήρια χωραφιών και οικιών, διαθήκες, ένα υπόμνημα με το οποίο ο εν χηρεία σύζυγος διεκδικεί όσα του ανήκουν από τα υπάρχοντα της συζύγου, στοιχεία όπου αποτυπώνονται οι κοινωνικές σχέσεις των Μανιατών και ένα σημαντικό ιδιόχειρο έγγραφο του γενναίου Κολοκοτρώνη με πληροφορίες για την καταγωγή της οικογένειας Μαυρομιχάλη. 
«Έκδοση εγγράφων. Ίσως ακούγεται πολύ τεχνικό. Δεν είναι όμως» παρατήρησε ο Ν. Μπακουνάκης. «Πραγματικά, εγώ διάβασα το βιβλίο με μια διάθεση αφηγηματική, σαν να μπαίνω μέσα σ’ έναν κόσμο που ένας άνθρωπος του παραμυθιού, ένας αφηγητής μάς αποκαλύπτει. Τα έγγραφα αυτά έχουν καταπληκτικές ιστορίες». 
Το λόγο πήρε ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Καθημερινή», Νίκος Ξυδάκης: «Το περασμένο καλοκαίρι, για πρώτη φορά, επισκέφθηκα τη Μεσσηνία. Η πρώτη βραδιά μάς βρήκε οικογενειακώς στο φιλόξενο σπίτι της οικογένειας Παπαδημητρίου, στις Κιτριές. Το ίδιο βράδυ ήρθε και το βιβλίο που μιλούσε για τις Κιτριές, την ιστορία της μεσσηνιακής Μάνης, τους ανθρώπους, τις δοσοληψίες τους, τα πάθη, τα μεγαλεία, τις μικρότητες. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι, ενώ κατέβαινα στη Μεσσηνία σαν τουρίστας, αυτή η διττή φιλοξενία, μου έδινε την ευκαιρία να δω το μέρος σαν πατριώτης. Λέξη παρεξηγημένη η τελευταία. Ένιωσα την τύχη που είχε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, όταν του έδειξε τη Μάνη ο πατέρας του Σωκράτη Κουγέα. Και, όταν πέθανε ο παππούς Σωκράτης, ακαδημαϊκός και φιλόλογος, ο Λορεντζάτος τού αφιέρωσε ένα σπουδαίο δοκίμιο, που μιλούσε για τη «Μέσα Ελλάδα». Γιατί ο Σωκράτης Κουγέας ασχολήθηκε σε όλη του τη ζωή με μια Ελλάδα που δε φαίνεται, αλλά υπάρχει. Μια χώρα που πάλλεται, που παράγει άλλους κραδασμούς, τροφοδοτεί άλλους ανθρώπους, οι οποίοι στις μέρες μας δε διαμορφώνουν αυτό που βλέπουμε ως Ελλάδα». 
Ο Ν. Ξυδάκης μίλησε για τη «μικροϊστορία» που αναδεικνύει ο εγγονός Σ. Κουγέας, «την ιστορία μιας γωνιάς, την ιστορία του χώματος, της γης». Και χαρακτήρισε το «Αγνάντια στο Βενέτικο» ένα «βιβλίο που σε κάνει να νιώθεις πολύτιμος, περήφανος κρίκος σε μια ιστορική αλυσίδα και όχι απλώς ένας τουρίστας στον τόπο σου». 
Στη φιλία του με τον Σωκράτη Κουγέα, που ελπίζει να μη διαρραγεί ποτέ, λόγω της εκδοτικής συνεργασίας τους, αναφέρθηκε ο Κώστας Παπαδόπουλος των εκδόσεων «Ποταμός». Ο συγγραφέας τον διαβεβαίωσε πως δε θα συμβεί κάτι τέτοιο, ενώ ευχαρίστησε την Ένωση Γυναικών Μάνης για την τιμητική εκδήλωση. Έκανε δε λόγο για τη σημαντικότητα των εγγράφων του βιβλίου, λέγοντας ότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο τα παρουσιάζει ο ίδιος, αυτά έτσι κι αλλιώς έχουν τη δική τους αξία.
Την εκδήλωση χαιρέτισε η πρόεδρος της ΠΕΓΜ Γιώτα Ρίτσου – Σκλαβούνου, ενώ ο Σ. Κουγέας ευχαρίστησε ιδιαιτέρως την εκπρόσωπο του παραρτήματος στην Καλαμάτα, Αθηνά Ξανθάκη.

Της Μαρίας Νίκα

«Αγνάντια στο Βενέτικο» στην Καλαμάτα Πέμπτη, Νοέ. 27 2008 

19 Νοεμβρίου 2008 Αρ. Φύλλου:32817
Θέματα
Σήμερα
Πρωτοσέλιδο
Σχόλια
Τοπικά
Αγροτικά
Πολιτιστικά
Ελλάδα
Αθλητικά
Χρονικά
Κοινωνικά
Χρηστικά
Βενζινάδικα
Κινηματογράφος
Τηλεόραση
Φαρμακεία
Χρήσιμα Τηλέφωνα
Επικοινωνία
Μεσίτες
Μικρές Αγγελίες
Το νέο βιβλίο του Σ. Κουγέα στην Καλαμάτα

 

 

 

Το καινούργιο βιβλίο του Σωκράτη Κουγέα με τίτλο «Αγνάντια στο Βενέτικο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ποταμός», θα παρουσιαστεί την Κυριακή 30 Νοεμβρίου στις 11.30 το πρωί στην Κεντρική Σκηνή του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Καλαμάτας.

 

Ομιλητές θα είναι ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και κριτικός βιβλίου της εφημερίδας «Το Βήμα» Νίκος Μπακουνάκης, ο αρχισυντάκτης της «Καθημερινής» Νίκος Ξυδάκης, η πανεπιστημιακός και συγγραφέας Νάντια Σερεμετάκη και η Αναστασία Λαμπρία των εκδόσεων «Ποταμός».

 

Στην πρόσκληση, διαβάζουμε για το βιβλίο: «Κιτριές: ένας μικρός λιμιώνας που έχει μεγάλην ιστορίαν. Ειδήσεις από τα ανέκδοτα αρχεία της Βενετίας. Στιγμές από την κοινωνική και οικονομική ζωή της ΒΔ Μάνης μέσω εγγράφων (1678-1849) από το αρχείο του ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα.

 

Την εκδήλωση διοργανώνει ο Πολιτιστικός Εξωραϊστικός Σύλλογος Γυναικών Μάνης, ενώ 10.00 με 11.00 το πρωί στο χώρο της εκδήλωσης θα διεξαχθούν εκλογές για το Δ.Σ. του Συλλόγου.

 

 

Επόμενη σελίδα: »