ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ Τρίτη, Ιον. 6 2017 


Τα μοιρολόγια: Τραγούδια του κάτω κόσμου και του Χάρου
Βραχέα τινά περί των μοιρολογίων των Μανιατών: σχεδόν πάντες οι Μανιάται μοιρολογούσι, αλλά και εις έκαστον χωρίον της Μάνης ευρίσκονται δύο ή τρεις εξακουστοί μοιρολόγοι. Κατά πάσαν κηδείαν, ότε όλον περίπου το χωρίον συνέρχεται είς τον οίκον του νεκρού, συμμετέχον του πένθους, οι μοιρολόγοι ούτοι εξάρχουσι του θρήνου, επαινούντες εν τοις μοιρολογίοις των τον νεκρόν και παραμυθούντες τους οικείους αυτού. Συμβαίνει δε πολλάκις οι συγγενείς του νεκρού να αποκρίνωνται δι΄αυτοσχεδίων στίχων αδομένων τον αυτόν μονότονον ήχον των μανιάτικων μοιρολογίων και ούτω συνάπτεται σπαρακτικός διάλογος των θρηνούντων.
Το μοιρολόγια ενέχουσιν άτεχνον μεν αλλά περιπαθή ποίησιν, και λαμπροί αδάμαντες κοσμούσιν πολλάκις στίχους ερρυθμοτάτους. (Αγις Θέρος, από τη Λαογραφία 1, 1909 σελ. 125-126)
Αυτά γράφει το 1909 ο Άγις Θέρος σε παρουσίαση άρθρου δημοσιευμένου στη Les monde Hellenique με τίτλο Les complaintes maniotes στον πρώτο τόμο του περιοδικού Λαογραφία. Και ίσως αυτή είναι και η πρώτη αναφορά στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τα μανιάτικα μοιρολόγια.
90 χρόνια αργότερα, το 1998 προλογίζοντας ο Ζήσιμος Λορεντζάτος την έκδοση μοιρολογιών από την περιοχή της Αβίας της Δυτικής Μάνης που συγκέντρωσε ο παππούς μου, γράφει: “Τα μοιρολόγια της Μάνης είναι ένα κελάρι με διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας”. Και ως παράδειγμα παραθέτει το στίχο “Σπαθιά να βρέξεις, ουρανέ , μαχαίρια να χιονίσεις” σχολιάζοντάς τον ως “ποιητική σύλληψη που δεν θα την αποτολμούσε κανένας επώνυμος ποιητής”.
Τα μοιρολόγια που συνέλεξε ο παππούς μου το 1904, κατ’ εντολήν και προτροπή του συμπατριώτη του και μέντορά του, του πατέρα της ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη, εκδόθηκαν με φροντίδα του ομιλούντος το 2000 και αποτελούν τη βασική μου αποσκευή για την αναφορά στα μανιάτικα μοιρολόγια.
Κι είναι αλήθεια ότι η συλλογή αυτή περιέχει μια βεντάλια μοιρολογιών που αντιπροσωπεύουν τις περισσότερες αν όχι όλες τις κατηγορίες που ο συστηματικός μελετητής θα μπορούσε να διακρίνει:
Στίχοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, στίχοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι, τραγούδια που αναζητούν την αλήθεια για τον κάτω κόσμο, και τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις συναντάμε ως εισαγωγή σε οκτασύλλαβους με τους οποίους κατά κανόνα αναφέρονται στον νεκρό και εξιστορούν τα πάθη του οι ζωντανοί.
Θεέ μου, και να ταξίδευα αντάμα με τον Χάρο,
να ‘ν΄ το ταξίδι μου μακρύ κι ο δρόμος μου μεγάλος,
να κάτσω να τον ερωτώ για τους αποθαμένους:
τι κάνουν οι άρχοντες στη γης και οι πτωχοί στον Άδη
κι αν μεγαλώνουν οι μικροί και γένονται μεγάλοι
κι αν ξαρρωσταίνουν οι άρρωστοι και γαίνου οι λαβωμένοι
κι αν έρχονται στον τόπο τους οι ξενοπεθαμένοι.

Τραγούδι του Κάτω Κόσμου, τραγούδι που καταθέτει τον προβληματισμό των ζωντανών: οι άρχοντες και οι πτωχοί πώς είναι κάτω από τη γη; οι μικροί μεγαλώνουν; οι άρρωστοι κι οι λαβωμένοι άραγε να γίνονται καλά; να θάβονται στον τόπο τους όσοι πέθαναν στα ξένα;
Μα αν αφαιρέσουμε την ερωτηματική εκφορά από τα πιο πάνω, θα διαπιστώσουμε ότι οι στίχοι αυτοί περιέχουν τα ευκταία των ζωντανών: οι άρχοντες και οι φτωχοί να έχουν την ίδια τύχη, τα παιδιά να μεγαλώνουν, οι άρρωστοι να γίνονται καλά και να θάβεται καθείς στον τόπο του.
Και σ’ άλλο, περιγραφικό θα λέγαμε, τραγούδι του Κάτω Κόσμου οι νεκροί δεν αποστασιοποιούνται από την κοινωνία στην οποία έζησαν. Εξακολουθούν να ζουν σ’ ένα είδωλό της, σε ένα είδωλο του επίγειου παραδείσου, που δεν είναι άλλος από τον τόπο τους με τις αγαπημένες συνήθειες. Με μόνη διαφορά ότι δεν επικοινωνούν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα: στερούνται της επικοινωνίας· εν τέλει της κοινωνίας!
Στην άκρη της Παράδεισος είν’ ένα περιβόλι,
στη μέση του περιβολιού μια κρυσταλλένια βρύση
κι έχουν οι νιοι το μπαρμπεριό και έχουν οι νιες λεκάνη
κι έχουν και τα μικρά παιδιά σγλύμπες και κολυμβούνε.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιοί στο μπαρμπεριό,
λούζονται, παρπερίζονται και σιάζουν τα μουστάκια τους
και κλαίγανε τα νιάτα τους:
-Μουστάκι μου καραμπογιά, που δε γνωρίσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιες στο πλυσταριό
και πλένουν τα μαντίλια τους και κλαίουν τα στολίδια τους:
-Φουστάνια μου μεταξωτά, που δε γλεντήσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινόν παν τα παιδιά στο πλυσταριό,
πλένουν τα μαντιλάκια τους, κλαίγουν τα παιχνιδάκια τους.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάει και το παπαδικό
για να διαβάσει εσπερινό.

Κι αλλού:
…Θάρρεψες ‘τ’ είναι η κάτω γης ωσάν και την επάνω
…εκεί συν δυο δεν περπατούν, συν τρεις δεν κουβεντιάζουν
συν πέντε και συν τέσσεροι ταβερναριό δε στήνουν.
Ο κάτω Κόσμος: ένας κόσμο με τους δικούς του κανόνες. Η χριστιανική παράδοση τοποθετεί τη μεταθάνατον ζωή μεταξύ παραδείσου και κολάσεως. Κάτι ανάλογο μαθαίνουμε και από τον Αρμένιο Ήρα στην Πολιτεία του Πλάτωνα ο οποίος περιγράφει τη διαδικασία εισόδου στον Άδη με σημεία επαφής προς την Ιουδαϊκή-Χριστιανική παράδοση· κάθε ψυχή περνάει κατά την είσοδό της από την κρίση των δικαστών και οι δίκαιες ψυχές οδηγούντο στο χάσμα του ουρανού, ενώ οι άδικες στο χάσμα της γης. Κατόπιν όλες μαζί συγκεντρωνόντουσαν σε ένα λειμώνα όπου ρωτούσαν η μια την άλλη για την τύχη των δικών τους. Στα μοιρολόγια, όμως ο νεκρός περνά σε έναν κόσμο όπου όλα συμβαίνουν, μόνο που δεν επικοινωνεί. Στην παγκόσμια γραμματεία ανάλογη αντίληψη θα συναντήσουμε στο θεατρικό έργο του Θόρντον Ουάιλντερ «Η μικρή μας πόλη». Εκεί οι ψυχές, η μια δίπλα στην άλλη, αλλά αποκομμένη η μια από την άλλη, παρατηρούν τα όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητα της πόλης τους.
Για το θάνατο στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου ευθύνη δεν έχουν οι θνητοί· το θάνατο τον επιφέρει ο κυρίαρχος Χάρος:
Ο Χάρος είναι βασιλιάς, ο Χάρος είναι Ρήγας

Η παντοδυναμία του Χάρου τον ταυτίζει με το Θεό, καθώς και οι δύο ορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων κατά τον ίδιο τρόπο· και οι δύο αποτελούν την δύναμη που δημιουργεί και καταστρέφει:
Έτσι είναι τούτος ο τουνιάς, σφαίρα είναι και γυρίζει,
ο Θεός βαστάει τη ζυγαριά και τον τουνιά γυρίζει,
ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει,
κανείς για το λωβόν λαχόν δεν πάει γυρεύοντάς τον·
ο Θεός φτιάνει τους λαχούς, ο Θεός τους διαμοιράζει
και όντινος λάχει ο λαχός, θέλει τον υποφέρει,
να τον πουλήσει δεν μπορεί, να τον χαρίσει όχι.

Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου πρέπει να δεχτούμε ότι στην ουσία δε μιλούν για πεθαμένους αλλά για ζωντανούς. Μιλούν για την οργάνωση της κοινωνίας, για τον Ρήγα, που στα τραγούδια εμφανίζεται ως Χάρος ή Θεός, κι είναι ο εξουσιαστής που δίνει δύναμη στην κοινότητα -μιας και “ο Χάρος ηβουλήθηκε πύργο να θεμελιώσει” και που η δύναμη αυτή όταν φτάσει στο απόγειό της, θα οδηγήσει στη καταστροφή. Είναι ζωντανοί και πεθαμένοι που θέλουν να δουν στο περιβόλι τους, στο χωριό τους, να απλώνεται η ευτυχία, αλλά τα θανατικά που επιβάλλουν ο Χάρος, ο Θεός -τελικά η εξουσία- δεν το επιτρέπουν· και το θάνατο κανείς δεν μπορεί να τον αποφύγει και κανείς δεν τον επιζητά.
Ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει, όπως ακριβώς ο Χάρος τον Πύργο του τον έφτιασε τον τέλειωσε, βάνει φωτιά τον καίει.

Στα μοιρολόγια των Μανιατών η κάθε ανθρώπινη ζωή έχει τη δική της αξία και δεν υπάρχει συμψηφισμός στο θάνατο κανενός και για όποιο λόγο. Διαβάζω την μανιάτικη παραλλαγή του πολύ γνωστού σε όλους μας δημοτικού τραγουδιού “Του γιοφυριού της Άρτας”:
Σαρανταπέντε μάστοροι και εξήντα αποδότες
γιοφύρι εστεριώνανε στης Άρτας το ποτάμι
ολημερίς το χτίνανεν, το βράδυ τους εχάλα.
Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους.
Πουλάκι διάει κι έκατσε στη μεσιανή κολόνα·
δεν εκιλάηδα σαν πουλί μήτε σα χελιδόνι,
μον’ εκελάηδα ανθρωπινά, ανθρώπινη λαλίτσα:
-Αν δε στοιχειώστε άνθρωπον, γιοφύρι δε θα κτίστε,
μηδέ πτωχός μηδ΄ άρχοντας,
μόνον του πρωτομάστορα, του Γιώργη τη γυναίκα.
Κι ο Γιώργης όπου τ’ άκουσεν πολύ του κακοφάνη·
-Γεια σου χαρά σου, Λέκω μου. -Καλώς τονε το Γιώργη·
Γιώργη, γιατί ‘ σαι κίτρινος, γιατί ‘ σαι μαραμένος;
-Λούσου, κτενίσου, Λέκω μου, και φόρα τα σκουτιά σου,
γιατί θενά σε χτίσουνε στης Άρτας το ποτάμι!
-Αγάλια-αγάλια, Γιώργη μου,
να λυκοδέσω το παιδί, να το χορτάσω γάλα.
Τρεις αδελφούλες είχα ‘ γω και πήγαν κακοθάνατες·
η μια πνιχτή στη θάλασσα και η άλλη στα Παρίσα
και τρίτη η στερνότερη στης Άρτας το ποτάμι.
Και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
(Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, εκδ. Το Ροδακιό, σ.116)
Στα βασικά του σημεία το τραγούδι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γνωστής παραλογής ‘Της Άρτας το γιοφύρι”.
Η μανιάτικη εκδοχή όμως, εκφράζοντας με τη σειρά της τους ανθρώπους του συγκεκριμένου τόπου, μετατοπίζει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από το θεμέλιωμα του γιοφυριού στον άδικο χαμό της κόρης. Κι αν προσέξουμε το στίχο Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους ο χαμός της επιβάλλεται από την εξουσία, καθώς ο βασιλιάς αποσύρει τους μαστόρους και παραγγέλλει τη θυσία της κόρης. Και κάτι ακόμα: είναι χαρακτηριστική η ανάγκη του Μανιάτη ή της Μανιάτισσας στιχουργού να μιλήσει με πραγματικούς όρους για την καθημερινότητά της κι έτσι προτού βγει από το σπίτι “λυκοδένει το παιδί” και “το χορταίνει γάλα”. Η πιο σημαντική όμως διαφοροποίηση σημειώνεται στους καταληκτικούς στίχους· στη μανιάτικη παραλλαγή αποβάλλεται από την κατάρα της κόρης το σχήμα του αδυνάτου, κάτι που στο τραγούδι, όπως μας τη διέδωσε και μας τη δίδαξε ο Νικόλαος Πολίτης, υπάρχει και λειτουργεί εξισορροπητικά με την αναδιατύπωση της κατάρας από την κόρη:
Αν τρέμουν τ΄ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι
κι αν πέφτουν τ΄ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες.
Το δικό μας τραγούδι τελειώνει με το δίστιχο:
…και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
Κι αν τα άγρια βουνά δεν τρέμουν, είναι βέβαιο ότι η καρδούλα της κόρης που έμελλε να στοιχειωθεί, έτρεμε και με το παραπάνω. Στη μανιάτικη παραλλαγή, λοιπόν, ο θάνατος του ατόμου δε δικαιολογείται, ακόμα κι αν επρόκειτο να εξυπηρετήσει το κοινό καλό. Η αυτοθυσία του ενός για χάρη των πολλών δε φαίνεται να είναι αποδεκτή στο τραγούδι μας, παρόλο που ο θάνατος και η θυσία, ως δραματικό στοιχείο, που επιβάλλεται στο άτομο για χάρη του κοινού καλού, είναι αναπόφευκτη.
Οι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι περικλείουν τον καμβά των αντιλήψεων των Μανιατών για τον κόσμο και για την αγωνία τους αν θά ‘ναι η “κάτω γης ωσάν και την απάνω”, περιέχουν όσα ο κάθε ένας αναρωτιέται τη στιγμή που ο επιθανάτιος ρόγχος τον ειδοποιεί πως ήρθε η ώρα να περάσει τις πύλες του Άδη. Είναι η “νοσταλγία” του νεκρού για όσα άφησε πίσω του και η αγωνία γι’ αυτό που τον περιμένει. Είναι όσα ταλαιπωρούσαν τον σύντροφο του Οδυσσέα, τον Ελπήνορα, που γυρόφερνε για μέρες μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Και δεν είναι εκείνα που ακούστηκαν από τα χείλη της Ανδρομάχης που έκλαιγε πάνω από το κεφάλι του νεκρού Έκτορα:

«Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν’ αφήνεις χήραν
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δυο
οι άμοιροι εγεννήσαμεν· και δεν θα μεγαλώσει
οϊμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ’ η πόλις
τώρα που εσύ εχάθηκες, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τες σεμνές μητέρες,
που γρήγορα στα πλοία τους θενά μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνον μου, θα είσαι να δουλεύεις
με κόπον σ’ έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος
κάτω από κύριον σκληρόν, αν πρώτα δεν σε ρίξει
από του πύργου την κορφήν να κακοθανατίσεις
….».
Το μοιρολόι της Τρωαδίτισσας είναι θρήνος γι αυτούς που μείνανε. Αυτοί θα νιώσουν την απουσία του νεκρού, αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες του χαμού του. Το μανιάτικο μοιρολόι όμως, θρηνεί τον νεκρό, ή καλύτερα είναι θρήνος του ίδιου του νεκρού , ιστορεί τον θάνατό του, κι είναι οι νεκροί εκείνοι που νιώθουν την απουσία των ζωντανών και νοιάζονται γι’ αυτούς:
Πουλάκια μου αηδονάκια μου, το Μάη να μη λαλήστε·
αν ίσως και λαλήσετε στο σπίτι μου μη ‘ρθείτε,
τι έχω μανούλα θλιβερή και θλίβεται για μένα,
τι έχω αδελφάδες λυγερές και θλίβονται για μένα…

Κι ακόμα με το θρήνο των μοιρολογιών ο λόγος δίνεται στους ζωντανούς για να μιλήσουν για το νεκρό, να πουν την ιστορία του, “επαινούντες εν τοις μοιρολογίοις των τον νεκρόν και παραμυθούντες τους οικείους αυτού”, κι όχι να θρηνήσουν για την τύχη όσων άφησαν πίσω τους. Είναι εντέλει μνημόσυνα άσματα για πρόσωπα που χάθηκαν με τρόπο θαυμαστό. Ο στίχος μεταβάλλεται σε οκτασύλλαβο, συχνά άτεχνο, αρκετά συχνά με επιμονή στην ομοιοκαταληξία ανά δυστιχία. Στίχοι αφηγηματικοί με έντονα στοιχεία της παραλογής: τα πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, η διατάραξη της ισορροπίας, τις περισσότερες φορές με ένα φονικό, η δράση και, τέλος, η επίτευξη ισορροπίας με φονικό εκδίκησης:
Εκίνησε η Σταυριανή
να πάει στου πατέρα της.
Στο δρόμο που επήγαινε
απάντησε και τους εχθρούς.
Κανείς δεν της εμίλησε
μόνε ο ίδιος ο φονιάς:
-Μωρή καλώς τη Σταυριανή!
Κι αν πας και στου πατέρα σου
πες του να κάμομε καλά
για κείνονε τον παλιο Βέτουλα.
Ημείς κι αν τον εσκοτώσαμε
ημείς τον επληρώνουμε
πεντ’ εξι γρόσια ή επτά
και στην ακρίβεια του κι εννιά.
Εκείνη δεν τους μίλησε,
επή στου πατέρα της.
-Μωρή καλώς τη Σταυριανή,
να μην απάντησες εχθρούς;
-Στο δρόμο που ερχόμουνα
απάντησα και τους εχθρούς.
Κανείς δεν μου εμίλησε
παρά ο ίδιος ο φονιάς:
“Καλώς τηνε τη Σταυριανή!
Κι αν πας και στου πατέρα σου
πες του να κάμουμε καλά
για κείνονε τον παλιο Βέτουλα.
Ημείς κι αν τον εσκοτώσαμε
ημείς τον επληρώνουμε
πεντ’ εξι γρόσια ή επτά
και στην ακρίβεια του κι εννιά.”
Για δωσ΄μου, μάνα, τον σαλμά
για δώσ’ μου, μάνα, την ευκή,
έως ταχιά τ’ απομεσήμερο
κι ο Βέτουλας θα δικαιωθεί.
-Χαι, παιδί μου, στο καλό.

Στο δρόμο που επήγαινε
κατσικάκι μπέλαξε
-Έλα κοντά μου, σατανά,
για να σ’ τελέσω τη δουλειά.
Και πήρε πάνω τα βουνά,
τους έριξε μια μπαταριά
και σκότωσε πεντέξι-επτά.

Κι ανάλογα με το πρόσωπο και την ιστορία που αφηγούνται τα μοιρολόγια μετατρέπονται από εκείνα του γδικιωμού σε ιστορικά, όπως του Λια του Κατσή, ή συντηρούν στη μνήμη σημαντικά γεγονότα όπως η περίπτωση της βεντέτας που αποτυπώνεται στης Βγενικής ζυμωμένης με την κοινωνία των Μανιατών
Για ψήλωσε, μωρή συκιά,
να ξαγναντίσω το Μωριά,
της Καλαμάτας τα χωριά,
μην έρχεται ο Γληγόρης μου
που διάηκε να γιατρευτεί
και το κακό ν’ απαντηθεί.

Ηύρε γιατρό, γιατρεύτηκε
και το κακό απαντήθηκε:
στο δρόμο που ερχότανε
έγειρε απ’ την Τσίμοβα,
έγειρε της κουμπάρας του.
Του είπε η κουμπάρα του;
-Κουμπάρε, μη θέλεις ξεβγαλτή
νά ‘ρτω να σε ξεβγάλωσι.
Κείνου του φάνη προσβολή
και ντράπηκε να τους ειπεί.

Στο δρόμο όπου πήγαινε
βάζει σταρβά το φέσι
και κόντρα το τουφέκι.
Στη σγούρνα την αφαλωτή
απαντηθήκανε οι εχθροί
κι άλλος κανείς δε μίλησε,
μόνος ο Γληγόης μίλησε:
-Εχθροί π’ απαντηθήκαμεν
σα φίλοι να χωρίσομε.
Μιά το έβαλε μπροστά
του ρίξανε μια τουφεκιά
και τον αφήσανε κειδά
και δόθει ο λόγος στο χωριό
πως γίνηκ’ ένα φονικό
στης Βιενικής τον αδερφό.
…..
Χαρακτηριστική είναι η ακριβής αναφορά τόσο στις συνθήκες και στον τόπο που έγινε το φονικό, όσο και στον χαρακτήρα και το ήθος του προσώπου. Είχε τραυματιστεί -αρά ήταν μπλεγμένος σε βεντέτα- πήγε στην Καλαμάτα να γιατρευτεί: Η Καλαμάτα και όλος ο Μωριάς είναι έξω από τα σύνορα της Μάνης κι επομένως υπήρχε ασυλία που επέτρεπε την ανάρρωση. Γυρίζοντας, περνάει από την Τσίμοβα και στην αφαλωτή σγούρνα γίνεται η συνάντηση με τους “εχθρούς”. Ο ήρωας είναι περήφανος και δεν θέλει προστασία (ξεβγαλτή), ξεγνιαστός (βάζει στραβά το φέσι) και σίγουρος (κόντρα το τουφέκι).
Μοιρολόγια σαν κι αυτό αποσπώνται από τον αρχικό τους ρόλο: μετατρέπονται σε κιβωτό ιστορικής μνήμης του τόπου με έντονα στοιχεία διδακτισμού, ως προς τις αρχές λειτουργίας της κοινωνίας, τις συμπεριφορές και την ψυχολογία των ανθρώπων και τον αξιακό κώδικα των Μανιατών. Ένα τέτοιο είναι και το μοιρολόι του Λια του Κατσή:

Μια σκόλη και μια Κυριακή
και μιά Δευτέρα το πρωί
κίνησε ο Λιας ο Κατσής
να πάει στην Αερόπολη.
-Καλημερούδια πάρπα μου,
-Καλώς τον Λίαν τον Κατσή!
-Ε πάρπα μου Πετρόμπεη,
θέλω να πάω στην βαρβαρια΄,
που με καλεί ο βασιλιάς
να με κάνει υπασπιστή.
-Να βγάλεις συχωρετικό
μ’ όσους κι αν έφαγες ψωμί
και μ’ όσους έπινες κρασί.

Κι όλοι τον εξεβγάλανε
στην βάρκα τον εβάλανε
και το παπόρι σάλπαρε.
Τηρά ζερβά, τηρά δεξιά,
βλέπει της Μάνης τα χωριά
και το παπόρι αγκυροβόλησε
κι ο βασιλιάς περίμενε
και στην καρότσα κάθισε,
στ’ ανάκτορα τον πήγανε.
Αμέσως μπάλο διέταξε
κι ο βασιλιάς εδιέταξε
αμέσως μπάλος να γενή
κι η βασίλισσα ρωτά:
-Ποιος είναι κείνος που χορεύει μπροστά;
-Είναι ο Λίας ο κατσής,
της Μάνης αρχηγός!
-Αυτού του πρέπει βασιλιάς
και την κορόνα να βαστά.
Κι ο βασιλιάς σαν τ’ ακουσε αμέσως τραπέζι διέταξε.
Πρώτο ποτήρι που κερνά
ήταν του Λία του Κατσή
και μια σκληρή φωνή πετά
και του γραμματικού μιλά:
-Φέρε μου κόλλα και χαρτί
να κάμω μία επιστολή.

Ο Λιάς ο Κατσής πέθανε στη “Βαρβαριά” -σύμπτυξη Βάρβαρος και Βαυαρίας- ( ο τάφος του Λια βρίσκεται στο Μόναχο)και το μοιρολόι που θρηνεί τον θρυλικό για την ομορφιά και παληκαροσύνη Μαυρομιχάλη ανάγει τον γραμματικό του βασιλιά σε γραμματικό του Χάρου που ορίζει την μοίρα τον ανθρώπων:
Πάρτε με αητοί, στα νύχια σας, περδίτσες στα φτερά σας,
πάρτε με κι ανεβάστε με στους ουρανούς απάνω
να ιδώ τον τρίτο του ουρανού και τη στεριά του κόσμου
να ιδώ και τον γραμματικόν που γράφει κι αναγνώνει,
γράφει τους καλορίζικους με το δεξί του χέρι,
γράφει τους κακορίζικους με το ζερβί του χέρι.
Μα δεν του παίρναν το χαρτί, δεν τού ‘κοβαν τα χέρια!
Μα δεν του παίρναν το χαρτί, δεν τού σπαζαν την πένα,
δεν έχυναν την καλαμαριά που είχε το μελάνι!

Μοιρολόγια συναντάμε σε πολλές περιοχές της βαλκανικής και του ελλαδικού χώρου: μοιρολόγια από την Ήπειρο, από τη Χίο, από την Κύπρο… Εκείνο που τα ξεχωρίζει είναι η αντίληψη των ανθρώπων που κλείνουν μέσα τους. Και με τα μοιρολόγια τους -σεντούκι με διαμαντικά- οι Μανιάτες “τραγουδούν” τις δικές τους αξίες και τις ιδιαιτερότητες του τόπου τους, χωρίς περιορισμούς κι αναστολές, όπως έμαθαν μέσα στους αιώνες να ζουν, τραγουδούν ό,τι πιο πολύτιμο: την κοινωνία τους, το χωριό τους αλλά και την τιμή και το γδικιωμό και πάνω απ΄ όλα την αγάπη και την αφοσίωση για τους ανθρώπους τους:
Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις,
κι εμένα απ’ τον αφέντη μου να μη με ξεχωρίσεις.

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι Δευτέρα, Απρ. 4 2016 

ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 14.07.2012
Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Έντυπη ( εφ. Καθημερινή)

Μια έκδοση στηριγμένη στα αρχεία της Βενετίας και άλλα έγγραφα τoυ 17ου, 18ου και 19ου αι. Δευτέρα, Ιολ. 16 2012 

ΠOΛITIΣMOΣ Hμερομηνία δημοσίευσης: 14-07-12

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι

Μια έκδοση στηριγμένη στα αρχεία της Βενετίας και άλλα έγγραφα τoυ 17ου, 18ου και 19ου αι.

Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Η ΜΑΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΛΙΜΠΕΡΙΟΣ ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ Παρασκευή, Ιαν. 20 2012 

Σωκράτης  Κουγέας, Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699) και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711), Συλλογή εγγράφων Σωκράτη Κουγέα-Κωνσταντίνου Μέρτζιου,  Αθήνα 2011  [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους  36]

Νέα έκδοση των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Κουγέα, διαπρεπή μεσαιωνολόγου  και παλαιογράφου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών με μακρά θητεία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (γραμματέας, Πρόεδρος, μέλος της Εφορείας), η νέα έκδοση της Βιβλιοθήκης ΓΑΚ αποτελεί  το προϊόν της στενής , και δι’ αλληλογραφίας , συνεργασίας του με τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο   που αφορά στη Μάνη του 16ου αιώνα και στον Γερακάρη Λιμπεράκη. «Θέματα και  τα δύο, αλλά ιδίως το δεύτερο, που φωτίζονται εξόχως  χάρις σε αυτήν την δημοσίευση που αποκαλύπτει πολλά άγνωστα στοιχεία τόσο για τον τρόπο δράσης  και συμπεριφοράς όσο και για τη νοοτροπία ενός εξέχοντος έλληνα που έζησε μεταξύ δύο κρατικών σκοπιμοτήτων: της οθωμανικής και της βενετικής», όπως σημειώνει στο  Προλογικό Σημείωμα του βιβλίου ο Πρόεδρος της Εφορείας των ΓΑΚ Ν.Ε. Καραπιδάκης, ο  οποίος και ευχαριστεί  τον φιλόλογο  εγγονό του Σ. Β. Κουγέα, για την μέχρι σήμερα φύλαξη των καταλοίπων και την επιμέλεια της έκδοσης. Το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό πρόκειται να κατατεθεί σύντομα στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ.

Οπισφόφυλλο έκδοσης

Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας

Posted on 13/03/2012 by Spyros Karydis

Κουγέας Σωκράτης (επιμ.), Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711), Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Αθήνα 2011 [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 36], σ. 457, 17Χ24 εκ., ISBN 978-960- 7236-13-5.
[Στο εξώφυλλο: Αθήνα 2012].

 

Στην πλούσια επιστημονική δραστηριότητα τού Σωκράτη Κουγέα, διαπρεπή μεσαιωνολόγου και παλαιογράφου, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και ακαδημαϊκού, συγκαταλέγεται και σημαντικός αριθμός μελετών που αφορούν την ιστορία της Μάνης και των ανθρώπων της. Το ενδιαφέρον του αυτό τον οδήγησε στη μελέτη των βενετικών αρχειακών τεκμηρίων χάρη στη συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος έχει προσφέρει τόσα πολλά στον χώρο της νεότερης ελληνικής ιστορίας με τις έρευνές του στα βενετικά αρχεία και με τον όγκο των πηγών που δημοσίευσε.

Τα έγγραφα, που συνέλεξε ο Κ. Μέρτζιος και απέστειλε στον Σ. Κουγέα, φυλάσσονται σήμερα στο αρχείο του τελευταίου και αφορούν τη Μάνη σε δύο χρονικές περιόδους της ιστορίας της (λίγο πριν και λίγο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου καθώς και την τελευταία δεκαετία του 17ου αιώνα) καθώς και τη δραστηριότητα του πειρατή Λιμπεράκη Γερακάρη. Στους φακέλους του αρχείου περιλαμβάνονται δακτυλόγραφα μεταγραμμένα έγγραφα, άλλα στην ιταλική και άλλα στην ελληνική γλώσσα, μεταφράσεις των ιταλικών κειμένων κάτω από το δακτυλόγραφο ιταλικό κείμενο από τον Κ. Μέρτζιο, και ευρείες περιλήψεις εγγράφων από τον μεταφραστή.

Στον τόμο, η έκδοση το οποίου έγινε με πρωτοβουλία των Γενικών Αρχείων του Κράτους, δημοσιεύεται μέρος των αρχειακών καταλοίπων του Σωκράτη Κουγέα με τη φροντίδα και την επιμέλεια του εγγονού του Σωκράτη Κουγέα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το Μέρος Α΄ φέρει τον τίτλο: «Η Μάνη εις τα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699). Ιστορικόν υλικόν συλλεγέν επιμελεία Κωνσταντίνου Μέρτζιου και παρά του ιδίου μεταφρασθέν το θέρος του 1960». Σε αυτό, έπειτα από εκτενή ιστορική εισαγωγή, δημοσιεύονται 32 έγγραφα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών. Η έκδοση των έγγράφων και των μεταφράσεών τους συνοδεύεται από τα σχόλια ή τις σημειώσεις του Κ. Μέρτζιου και του Σ. Κουγέα, καθώς και από σύντομα διευκρινιστικά κείμενα του επιμελητή της έκδοσης. Δημοσιεύεται το σύνολο των εγγράφων της συλλογής, ανεξάρτητα αν ορισμένα έχουν ήδη δημοσιευτεί από νεότερους μελετητές.

Το Μέρος Β΄ φέρει τον τίτλο: «Λιβέριος Γερακάρης». Εδώ συγκεντρώνεται όλο το υλικό που αναφέρεται στον Μανιάτη πειρατή, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του 17ου-18ου αιώνα, που κατόρθωσε να αναρριχηθεί στα ανώτατα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Βενετικής Δημοκρατίας. Προηγείται η δημοσίευση κειμένου με τον τίτλο «Απομνημονεύματα περί οικογενείας Μπενάκη (Καλαμών) υπό Δημητρίου Γ. Πετρίδου Γραφέντα κατά το 1863» και ακολουθεί η βιογράφηση του Γερακάρη από τον επιμελητή της έκδοσης. Τα έγγραφα που τον αφορούν και δημοσιεύονται στη συνέχεια είναι 90, όλα γραμμένα στα ιταλικά. Τα έγγραφα συνοδεύονται από ελληνική μετάφραση, την επιμέλεια της οποίας είχε ο καθηγητής Ν. Καραπιδάκης, ο οποίος μετέφρασε και όσα εξ αυτών δεν είχε μεταφράσει ο Κ. Μέρτζιος. Το βιβλίο συμπληρώνεται με ευρετήρια προσώπων και τόπων.

Η δημοσίευση των εγγράφων φωτίζει πτυχές της ιστορίας της Μάνης και γενικότερα της Πελοποννήσου. Τα έγγραφα των ετών 1570-1572 αποκαλύπτουν τις κινήσεις της Βενετίας προς την κατεύθυνση της εξέγερσης των Μανιατών εναντίον των Τούρκων, την πολεμική δραστηριότητα στην περιοχή, τα αιτήματα των Μανιατών και τις παραχωρήσεις της Βενετίας. Η δεύτερη ομάδα εγγράφων, η οποία καλύπτει την περίοδο 1692-1699, αναφέρεται στα ποικίλα προβλήματα που προκάλεσε η σύντομη παρουσία των Βενετών στην Πελοπόννησο και ιδίως στη Μάνη. Τα έγγραφα αφορούν τις οικονομικές υποχρεώσεις των Μανιατών έναντι της Βενετίας, τις υποχρεώσεις τους έναντι του Πατριαρχείου, τη φορολόγηση, τις διαφορές των Μανιατών με τους Καλαματιανούς, την πειρατεία. Ειδικότερα τα έγγραφα του δεύτερου μέρους, τα οποία καλύπτουν το διάστημα 1689-1700, διαγράφουν την προσωπικότητα του Λιμπεράκη Γερακάρη, τη δραστηριότητά του ανάμεσα στους Οθωμανούς και στους Βενετούς, αλλά και τις προσπάθειες της Βενετίας να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από τη δράση του, να τον προσεταιριστεί και εν τέλει να τον ελέγξει.

(https://venetocrazia.wordpress.com/2012/03/13/mani/)

ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ: ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΑΣΥΜΠΤΩΤΕΣ; * Πέμπτη, Οκτ. 7 2010 

Τα μοιρολόγια είναι τραγούδια θρήνου μπροστά στο θάνατο· τραγούδια που μιλούν για τη μοίρα του ανθρώπου, όταν αυτή βίαια κόβει το νήμα της ζωής. Ο Νικόλαος Πολίτης διακρίνει από τα Μοιρολόγια τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου: τα Μοιρολόγια με χαρακτηριστικά παραλογής, μιλούν για συγκεκριμένα πρόσωπα. Σε αυτά η μετά θάνατον «ψυχή» δεν έχει θέση καθώς η αφήγηση αφορά στη ζωή που πέρασε ο πεθαμένος.  Από την άλλη τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου μιλούν γενικά για το φαινόμενο του θανάτου, για την αγωνία που καταλαμβάνει τους ζωντανούς σχετικά με την τύχη των πεθαμένων, για την αγωνία που νιώθουν οι ζωντανοί μπροστά στο θάνατο.[1] Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου λοιπόν θα είναι η πηγή μας σε αυτή τη σύντομη αναφορά σχετικά με την αντίληψη περί θανάτου· πιο συγκεκριμένα αντλούμε το υλικό μας από μια πλούσια συλλογή 137 Τραγουδιών του Κάτω Κόσμου, από τη Βορειοδυτική, τη Μεσσηνιακή Μάνη που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1901-1904 από τον ακαδημαϊκό Σωκράτη Κουγέα και εκδόθηκε το 2000.[2]

 

Το θέμα που κλήθηκα να πραγματευτώ ήταν η διερεύνηση της αντίληψης περί ψυχής στα μοιρολόγια· διερεύνηση-πρόκληση, καθώς η κοινότητα, ο δήμος, δεν επιχειρεί φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά αυθόρμητα και βιωματικά διαχέει σκέψεις, συναισθήματα σε κάθε λόγο και έκφρασή του. Αναρωτιέμαι λοιπόν: τη Μανιάτισσα όταν θρηνεί το χαμό αγαπημένου της προσώπου ή όταν αγωνιά μπροστά στο θάνατο,την απασχολεί το θέμα της ψυχής, ως αυτόνομης οντότητας;  Και για να προχωρήσουμε λίγο: νομιμοποιούμαστε να αναζητήσουμε και να επιχειρήσουμε να ορίσουμε την «ψυχή» μέσα από τα θρηνητικά τραγούδια, ή μήπως κινδυνεύουμε να εκβιάσουμε οριοθετήσεις της λαϊκής έκφρασης και να συλήσουμε το λαϊκό πλούτο για να αναδείξουμε αντιλήψεις και ταυτίσεις, προκειμένου να καλυφθεί η ανάγκη της ευρωπαϊκής σκέψης να υπαγάγει τα πάντα σε νόμους συστήματος ιδεών;

Τον προβληματισμό μου αυτό εκμυστηρεύτηκα στο φίλο Αλέκο Ζάννα, που μου δώρισε το τίτλο της εισήγησης: Ψυχή και μοιρολόγια: διαδρομές ασύμπτωτες. Εγώ πρόσθεσα το ερωτηματικό για να αφήσω τη διερεύνηση να μας οδηγήσει ελεύθερα στο όποιο συμπέρασμα. Ερευνούμε λοιπόν τις διαδρομές δύο στοιχείων: μιας έννοιας φορτισμένης φιλοσοφικά και θρησκευτικά κατά την πορεία της συστηματικής σκέψης και μιας συναισθηματικής εκδήλωσης που κάτω από το υφιστάμενο κυρίαρχο ιδεολογικό πλέγμα του πολιτισμού μας, υποχρεωνόμαστε να το συνδέσουμε με την ψυχή. Υπάρχει όμως σημείο τομής αυτών των δύο;

Σχετικά με την ψυχή στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου μια πρώτη παρατήρηση: ο όρος «ψυχή» απαντάται στα 137 τραγούδια της συλλογής μας, δυο μόνον φορές. Η μία:

 

’νας νέος ελιμάνιζε με βάρκα χαλασμένη

δεν ελιμάνει στα νερά, μον’ στην ξηρά η καημένη

κι ο νιος παρακαλιότανε η χάρις να του γίνει.

Παρακαλιόταν στο Θεό με τά χεράκια του στ’ ακρί

κι από την παρακάλεσιν ο Χάρος τού ’χε απάντησιν·

του παίρνει ο Χάρος την ψυχήν και η βαρκούλα το κορμί….

 

Η λέξη «ψυχή» αρθρώνεται από τη μοιρολογίστρα καθώς με όρους πραγματικούς περιγράφει το χαμό. Και καθώς στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου Θεός και Χάρος συγχέονται, στο τραγούδι μας αναδεικνύονται ως οι δύο όψεις της ίδιας δύναμης: η μία, ο Θεός, της προσφοράς ζωής και η άλλη, ο Χάρος, της αρπαγής της ψυχής.

 

Στο δεύτερο τραγούδι στο οποίο απαντά η λέξη «ψυχή», η λαϊκή ποιητική ευκολία στη χρήση της μεταφοράς, μετατρέπει το αγαπημένο, το πολύτιμο πρόσωπο, σε προστατευμένο πουλάκι που δεν του λείπει τίποτα.

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί και τό ’χα μερωμένο,

το τάιξα τη ζάχαρη, το πότισα το μόσχο,

Το κλουβί με την υπέρβαση της προσωποποίησης, αναλαμβάνει το ρόλο του φύλακα· αλλά η φροντίδα προς το πουλάκι ήταν τόση ώστε λύγισε κι αυτό το σίδερο, το κλουβί-φύλακας:

 

κι από το μόσχο το πολύ μού σκαταλίστη το κλουβί

και μόφυγε τ’ αηδόνι.

Με απελπισία τότε ο θρηνών, ζητά από την αυλή, που σημαίνει τον οίκο, τον πυρήνα του κοινωνικού χώρου, να μαζέψει το πουλί:

 

Πουλολόγεσ[ε] το μ[ου] αυλή!

…κι ακολουθεί το κάλεσμα της αυλής:

 

-Έλα, πουλί, στην κλίνη σου και έλα στην κάμαρή σου.

Για να απαντήσει το πουλί:

 

-Πώς να ’ρθώ στην κλίνη μου και πώς στην κάμαρή μου,

που Χάρος πήρε τη ψυχή μου.

Κι εδώ ανατρέπεται η εικόνα των ψυχών που «σαν πουλιά, κλεισμένα σε κλουβιά» απελευθερώνονται όταν το σώμα κατεβεί στον Κάτω Κόσμο.[3] Στο τραγούδι μας βέβαια απελευθερώνεται η ψυχή από το σώμα με το θάνατο· κι επίσης, το υποκείμενο χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του, όταν χάσει την ψυχή του. Θα λέγαμε, βασισμένοι στους πιο πάνω στίχους, ότι η ψυχή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για συμμετοχή τού υποκειμένου στην κοινωνία. Όμως, όπως θα δούμε, εκείνο που μένει είναι τα χαρακτηριστικά που καθιστούν το υποκείμενο αναγνωρίσιμο, που τον καθιστούν αισθητό, είναι με λίγα λόγια η κοινωνική συμπεριφορά.

Ψυχή και σώμα: ὅτι… οὐκ ἔστιν ἡ ψυχὴ χωριστὴ τοῦ σώματος, …, οὐκ ἄδηλον, παρατηρεί ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής[4] που δεν επιχειρεί τη ρήξη των δύο στοιχείων, ψυχής και σώματος. Το τραγούδι μας όμως την επιχειρεί: χωρίς ψυχή υφίσταται «ύπαρξη» αλλά δεν υπάρχει «κοινωνία» ―αντίστιξη, θα λέγαμε, προς τις ψυχές στον ομηρικό Άδη που κι αυτές, με άλλους όρους, υφίστανται, αλλά δεν επικοινωνούν.

Αυτό που μένει στον κόσμο των ζωντανών είναι η απουσία, είναι τα όσα δεν πρόλαβε να εκφράσει αυτός που αποχωρεί· είναι το κενό της μη εκφωνούμενης απάντησης του Σωκράτη στον αγαπημένο του Κρίτωνα: «ταῦτα ἐρομένου αὐτοῦ οὐδὲν ἔτι ἀπεκρίνατο…»[5]

Κατά τον ίδιο τρόπο η λαϊκή πίστη θεωρεί ως πέρας της πορείας της ύπαρξης τη στιγμή που «ο ελεεινός Θάνατος επιπίπτει και αρπάσει την ψυχή από το σώμα», όταν, δηλαδή, στερεί το σώμα από την ψυχή, όταν στερεί το υποκείμενο από την ουσία του. Αυτή η πίστη οδηγεί τη Χριστοδουλίνα Κούγαινα, να ομολογήσει στη διαθήκη της: «Οι πάντες το ζην ευχόμεθα αλλά ο θάνατος του παντός λυμαίνεται».[6] Και στη δική του διαθήκη, ο πνευματικός Κληροδέτης χρησιμοποιεί μια από τις πολλές παραλλαγές της τυπικής για τις διαθήκες της Μάνης -και όχι μόνον- αρκτικής διατύπωσης: «Την σήμερον ευρισκόμενος εγώ ο πνευματικός Κληροδέτης γέρων και πλήρης ημερών και φοβούμενος τον απαραίντητον θάνατον μην έλθει ως λέων και αρπάσει την ελεεινήν μου ψυχήν και μείνω αδιόρθωτος και στερημένος ψυχής τε και σώματος…». [7]

Απομακρυσμένοι από τη θρησκευτική δοξασία που θέλει την ψυχή αιώνια το δε σώμα φθαρτό, ο Χάρος στο τυπικό των διαθηκών –που, σημειώνουμε, συντάσσει κατά κανόνα ο ιερέας της κοινότητας- παίρνει και σώμα και ψυχή κι αυτό που μένει είναι το κενό. Στα τραγούδια μας όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά καθώς όταν Χάρος πήρε την ψυχή αυτό που απόμεινε δεν είναι κάποια «αερώδης αόρατη ύλη» που υπάρχει στο σώμα όσο ζει και κατά το θάνατο εξέρχεται με την τελευταία εκπνοή ως σκιά. Εκείνο που στερήθηκε το υποκείμενο δεν είναι ψυχή και σώμα αλλά δυνατότητα κοινωνίας. Κι επίσης τα τραγούδια μας, αρνούνται να δεχτούν το τέλος: κάπου οι πεθαμένοι υπάρχουν όσο και όταν οι ζωντανοί συγκρατούν την εικόνα τους· και για να υπάρχουν πρέπει αντίστοιχα να συγκρατούν την εικόνα των ζωντανών. Έτσι ο πεθαμένος υφίσταται κατ’ αντιστοιχία του ζωντανού, αναγνωρίσιμος από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, από την κοινωνική του θέση και τις συνήθειες.

 

Διατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα ;

Καν άνεμος τα πολεμά καν άνεμος τα διώχνει;

Ουδ’ άνεμος τα πολεμά, ουδ’  άνεμος τα διώχνει,

παρά διαβαίνει ο Χάρονας με τους αποθαμένους·

σούρνει τους άρχοντας μπροστά, την φτώχειαν από πίσω,

φέρνει και τα μικρά παιδιά στη σέλα του αλόγου.

Τον περκαλούν οι άρχοντες, τον προσκυνεί η φτώχεια,

στέκουν και τα μικρά παιδιά, τα χέρια σταυρωμένα.

―Χάρε, [για γείρε] από χωριό, γείρε από κρύα βρύση

να πιουν οι άρχοντες νερό και ν’ ανασάνει η φτώχεια

και τα καημένα τα παιδιά να παίξουν, να γελάσουν.

―Εγώ δε γέρνω από χωριό, μήτε από κρύα βρύση,

τί έρχονται μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,

γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα και χωρισμόν δεν έχουν…

 

Ο θάνατος γεννά ανυπέρβλητο πόνο τέτοιο που δεν αφήνει ασυγκίνητα ούτε τα στοιχεία της Φύσης· κι ο Χάρος, ο Χάρονας του τραγουδιού μας, σούρνει τους αποθαμένους με μια τάξη ανάλογη μ’ εκείνη που επικρατεί και στη ζωή: οι άρχοντες μπροστά, η φτώχεια από πίσω, και τα μικρά παιδιά που χρειάζονται φροντίδα, στη σέλα του αλόγου. Να προσέξουμε επίσης και τις αντιδράσεις των τριών αυτών κοινωνικών ομάδων που αναφέρει το τραγούδι μας: οι άρχοντες περικαλούν, γιατί δεν αρμόζει στην κοινωνική τους θέση να προσκυνήσουν κάτι που κάνει η φτώχεια, ενώ τα μικρά παιδιά αμήχανα, όπως ταιριάζει στη ηλικία και τη φύση τους, στέκουν …τα χέρια σταυρωμένα. Κι ακόμα, όπως και στη προηγούμενη ζωή τους, νερό θα πιουν οι άρχοντες, η φτωχολογιά θα ανασάνει, όπως κάνει κατά τον κάματο της ημέρας έτοιμη να συνεχίσει τη σκληρή δουλειά, ενώ τα παιδιά θα παίξουν, θα γελάσουν. Κι εδώ ως αντίστιξη του Πάνω Κόσμου, ο Κάτω Κόσμος εμφανίζεται ως τόπος όπου οι νεκροί δε χάνουν το ιεραρχικό τους status. [8]

Στους τελευταίους στίχους του αποσπάσματός μας, η άρνηση του Χάρου να ανταποκριθεί στο αίτημα των ψυχών, βασίζεται στην αναγνωρισιμότητα των πεθαμένων από τους ζωντανούς, στη δυνατότητα επικοινωνίας των μεν με τους δε, συνθήκη που σημαίνει άρση θανάτου:

 

τί έρχονται μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους

γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα….

Οι πεθαμένοι των τραγουδιών μας, όπως κι οι ψυχές στη Νέκυια, αναζητούν την επικοινωνία κι ορίζουν:

 

―Σουλήκια αλεξανδρινά και άγια κωνσταντινάτα,

όλο το κρέας φάτε το, τη γλώσσα μου αφήστε,

να του μιλώ, να μου μιλά, να λέω να μου λέει.

Κι αλλού:

 

Δώδεκα χρόνους δούλευα του Χάρου δίχως ρόγα,

μηδέ ρόγα του γύρεψα, μηδέ τη δούλεψή του·

μία χάρη του εζήτησα να [μ]πω στο περιβόλι

να ιδώ τους νιους να τραγουδούν, τις νιες πως χορεύουν,

να ιδώ και τα μικρά παιδιά πώς παίζουν, πώς γελούνε.

Μα εύρα τους νιους και κλαίγανε, τες νιες μοιρολογούνε,

εύρα και τα μικρά παιδιά να κλαίνε τις μανάδες.

Στο τραγούδι, ζωντανοί και νεκροί μπλέκονται, όπως και η σχέση των ανθρώπων με το Χάρο: τα φονικά δώδεκα χρόνων είναι το αποτέλεσμα της δούλεψης στο Χάρο· χρέος τα φονικά και μάλιστα χωρίς τη δούλεψή του Χάρου, που σημαίνει χωρίς αντάλλαγμα. Στους στίχους αυτούς καθρεφτίζεται με τρόπο λιτό κι ευθύ ο κόσμος της Μάνης, ο κόσμος του φονικού, ο κόσμος του πένθους. Και το υποκείμενο πρόκλησης του θανάτου ζητά  μια και μόνη χάρη: να μπει στο περιβόλι, στον Κάτω Κόσμο, να δει τους πεθαμένους, τις ψυχές, με την ελπίδα πως θα τις συναντήσει χαρούμενες και ξένοιαστες απαλλαγμένες από τους θρήνους του Πάνω Κόσμου. Και τους είδε να θρηνούν για την απώλεια των ζωντανών μεταστρέφοντας τον Πάνω Κόσμο σε κόσμο απώλειας. Οι πεθαμένοι κλαίνε, μοιρολογούνε για τους ζωντανούς, γιατί εκείνοι είναι που όντας στη δούλεψη του Χάρου δεν έχουν χώρο να χαρούν, ζουν με τη σκιά του χαμού και εντέλει, εκείνοι, οι ζωντανοί, είναι στον κόσμο της θλίψης και του θανάτου:

 

Συλλογισμένη βρίσκουμαι ποίο χαρτί ν’ ανοίξω,

ν’ ανοίξω το χαρούμενο, πάλι χαρά δεν είναι,

ν’ ανοίξω το λυπητερό που είμαι συνηθισμένη…

 

Κι αλλού:

 

Στέκω και συλλογίζομαι σαν τι χαρτί ν’ ανοίξω,

ν’ ανοίξω το εκκλησιαστικό; εδώ εκκλησιά δεν βλέπω·

ν’  ανοίξω το χαρούμενο; εδώ χαρά δεν έχω·

ν’ ανοίξω το λυπητερό πού τό ’χω μαθημένο

και από μια στάλα θολικό τό ’χω ξεσχολισμένο.

 

Οι ζωντανοί ελπίζοντας ότι εκεί, στον Κάτω Κόσμο, όλα τα κακά διορθώνονται, αναρωτιούνται:

 

Όλο ρωτώ καταρωτώ και δεν [μ]πορώ να μάθω

τι κάνουν οι άρχοντες στη γης και [οι] πτωχοί στο χώμα

και α[ν] ξαρρωστούν οι άρρωστοι και γιαίνου οι λαβωμένοι

αν έρχονται στα σπίτια τους οι ξενοπεθαμένοι.

 

«Το πέρασμα του νεκρού από τη σφαίρα των ζωντανών είναι μια κίνηση προς την ξενιτιά, όχι επειδή ο άλλος κόσμος είναι ξένο έδαφος, αλλά επειδή ο ακριβής χαρακτήρας αυτής της ξενικότητας είναι άγνωστος», σημειώνει η Νάντια Σερεμετάκη και χαρακτηρίζει αυτόν τον άλλο τόπο ως αντί-τόπο όπου κάθε κάτοικος είναι ά-τοπος. [9] Σ’ αυτή την άρση του Πάνω Κόσμου,[10] ο Κάτω Κόσμος μακριά από την εικονογραφία ενός χριστιανικού Παραδείσου[11] περιγράφεται με όρους ειδυλλιακούς, παραδεισένιους, αντικατοπτρίζοντας τον πόθο για την ζωή του απομονωμένου χωριού, κάπου στην άκρη της χώρας και ελπίζοντας συγχρόνως αυτοί οι στερημένοι από γαλήνη Μανιάτες πως ο Κάτω Κόσμος θά ’χει όλα εκείνα που τους λείπουν:

 

Στην άκρη της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι

στη μέση του περιβολιού είν’ ένα κυπαρίσσι,

στη ρίζα του κυπαρισσιού είναι μια κρύα βρύση,

εκεί να πάεις Θειέ μου,

Η αποστροφή προς το Θεό είναι στην ουσία ευχή: είθε να πάω εκεί! και ακολουθεί το τι θα δει εκεί στην άκρη στην Παράδεισο που δεν είναι άλλος τόπος παρά το ίδιο το χωριό:

 

που ’χουν οι νέοι παρπεριό και έχουν αι νιες την πλύστρα

κάθε Σαββάτο λειδινό πάνε οι νιοι στο παρπεριό,

― τ’ ακούεις, κύριε Θείε μου―

κόβουν το μαλλάκι τους και σάζουν το μουστάκι τους,

…………..

κάθε Σαββάτο λειδινό πάνε αι νιές στην πλύστρα τους

στη νεροκοπανίστρα τους

πλέναν τα μαλλάκε τους και τα μεσοφοράκε τους

………….

 

Κι ακόμα σε άλλες παραλλαγές του τραγουδιού, σε εκείνο το περιβόλι

 

έχουν οι πρωτοδάσκαλοι Ελληνικόν Σχολείο

 

κι έχουν και τα μικρά παιδ[ι]ά σγλύμπες να κολυμβούνε.

 

Η αγωνία των ζωντανών για τον Κάτω Κόσμο είναι

 

αν λειτουργάνε εκκλησιές και ψάλλουνε ψαλτάδες

αν πάνε οι νιες στις εκκλησιές όλες τις Κυριακάδες

αν είναι και περίπατοι, αν είναι καφενεία.

 

«Το κοινωνικό φαντασιακό του θανάτου αποπειράται να αποικίσει τον άλλο κόσμο με τα οικεία χαρακτηριστικά αυτού του κόσμου. Αυτή είναι μια προσέγγιση στη μετά θάνατο ζωή αναμφισβήτητα προχριστιανική».[12] Κι ενώ ο κόσμος, η κοινωνία των πεθαμένων τείνει να προσδιοριστεί με όρους της κοινωνίας των ζωντανών, ως απάντηση στα τραγούδια που μέχρι τώρα αναφέραμε διατυπώνεται το ερώτημα:

 

Θάρρεψες ’τ’ είναι η κάτω γης μήλον ναν τη γυρίσεις

ή περιβόλι ή μπαξές να περισεργιανίσεις;

και συνεχίζει:

 

μωρέ δεν έχεις ακουστά

πως δεν είναι η κάτω γης ωσάν και την απάνω·

εκεί είναι μαρμαρόκτιστη, βολιμοσκεπασμένη

έχει μαντάλους προύγκινους και πόρτες σιδερένιες….

και σε άλλη παραλλαγή

….Ο πού στον Άδη κατεβεί ποτέ δεν ανεβαίνει,

στον Άδη αέρας δε φυσάει και ήλιος δεν βαραίνει

εκεί καράβια δεν περνούν, παπόρια δεν αράζουν,

εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν

συνπέντε και συντέσσεροι ταβερναργιό δε στήνουν.

…μπιο ένας ένας μοναχός

γεύονται τον κουρνιαχτό και δειλιούν το χώμα,

οι άσπροι μαύροι γίνονται και οι ροδινοί βλωμαίνουν

και οι άσπροι και ροδοκόκκινοι μαυρίζουν κι αραχνιάζουν.

 

που κλαιν τη νύχτα για το φως και την αυγή για μέρα,

στην ντάλα του μεσημεριού για μια σβιλάδα αέρα.

 

 

Παρασυρμένοι από τους στίχους των τραγουδιών μας κινδυνεύουμε να χάσουμε το στόχο μας: Ψυχή και Μοιρολόγια. Ήδη έγινε φανερό ότι η ψυχή στις δύο περιπτώσεις που τη συναντήσαμε είναι συνώνυμο της ζωής και μέσα από την περιδιάβαση που κάναμε στα μοιρολόγια, συνειδητοποιούμε ότι  η ζωή από τη μη ζωή, το είναι από το μη είναι, διακρίνονται κυρίως από την απώλεια επικοινωνίας μεταξύ πεθαμένων και ζωντανών. Τόσο η ψυχή όσο και η εικόνα, δηλαδή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, από μόνα τους δεν αρκούν. Δεν είναι το σώμα φυλακή της ψυχής, ούτε και η ψυχή το είναι του ανθρώπου· δεν είναι ακόμα το σώμα από μόνο του δηλωτικό της ύπαρξης· στη λαϊκή αντίληψη, χωρίς τα δεσμά του αριστοτελικού νόμου, της λογικής του διαφωτισμού και των κλειστών συστημάτων ενόρασης του κόσμου, ύλη και άυλο, σώμα και ψυχή αποκτούν ταυτότητα και οντότητα μόνο στην κοινότητα του χωριού τους, στην άκρη του παράδεισου, με τη μετοχή στα κοινά, μέσα από τις καθημερινές μικρές και μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις, το μπαρμπεριό και το λούσιμο, τον καφενέ και το ταβερναριό, τις σγλίμπες και το πλυσταριό, τον περίπατο και τη λειτουργία, την κουβέντα και το ελληνικό σχολείο. Κι ίσως οι ζωντανοί να αποπειρώνται να εξοικειώσουν τον άλλον κόσμο, ώστε να διατηρήσουν την επικοινωνία και την επαφή με τους πεθαμένους[13] κάτι για το οποίο αγωνιούν οι πεθαμένοι και  για το οποίο αναρωτιούνται κι οι ζωντανοί. Η απάντηση όμως αμείλικτη:

 

οι πεθαμένοι βρίσκονται

…ένας-ένας μοναχός τ’ απίστομα είν’ πεσμένος

και οι άκλεροι είναι χώρια τους και κλαιν την ακλεριά του,

 

καθώς αυτοί οι τελευταίοι δεν άφησαν πίσω τους στην μανιάτικη φαμελιά κανέναν να τους μνημονεύει, να επικοινωνεί μ’ αυτούς, να διατηρεί την οντότητά τους και επομένως να συντηρεί την ύπαρξή τους, ανάμνηση σώματος και ψυχής, γιατί μόνον έτσι επιτυγχάνεται η ζωή στο επέκεινα, καθώς

 

Εδώ στον Άδη έχουνε ένα κακόνε νόμο

στο έμπα δίνουν τα κλειδιά, στο έβγα δεν τα δίνουν.

 

Και σαν επίλογο αφήνω τα λόγια εκείνων πού ᾽φυγαν, λόγια που λες και μας απευθύνουν οι νεκροί του Thornton Wilder στη «Μικρή μας πόλη»[14]:

 

σαν τι βαργόμια έχετε στους μαυροπεθαμένους,

που με τον Ήλιο βγαίνουμε και με το φως δειπνάμε,

στον Άδη αέρας δε φυσά και Ήλιος δεν φωτάει.

 


[1] Ο G. Saunier χαρακτηρίζει τα αφηγηματικά τραγούδια που μιλάνε για το θάνατο άσχετα με το πρόσωπο του νεκρού αυτά «μοιρολόγια του Χάρου» (Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Τα Μοιρολόγια, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999, σελ. 11).

[2] Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης, συλλογή του ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα κατά τα έτη 1901-1904, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2000

[3] Το συμπέρασμα ότι οι ψυχές είναι σαν πουλάκι φυλακισμένο σε κλουβί, της Ν. Σερεμετάκη στηρίζεται σε μαρτυρία, Τελευταία Λέξη, Αθήνα 1994, εκδ. Λιβάνη-Νέα Σύνορα,  σ. 252.

[4] 413a

[5] Φαίδων 118a

[6] Μάνη 1823 (Σωκράτη Κουγέα, Η Γυναίκα Κυρία στη Μεσσηνιακή Μάνη, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2003, σ. 80).

[7] Η διαθήκη του πνευματικού Κληροδέτη, Μάνη 1783, (Σωκράτη Κουγέα, Αγνάντια στο Βενέτικο, Αθήνα 2008, εκδ. Ποταμός, σ. 146).

[8] Τα μοιρολόγια βάσει των οποίων τεκμηριώνει τις απόψεις της η Ν. Σερεμετάκη την οδηγούν στο συμπέρασμα ότι «ο άλλος κόσμος μπορεί επίσης να είναι τόπος όπου οι νεκροί χάνουν το ιεραρχικό τους στάτους που είχαν ως ζωντανοί.» όπ.π., σ. 250.

[9] όπ.π., σ. 248

[10] «Ο άλλος κόσμος μπορεί να απεικονιστεί ως άρνηση ή αντιστροφή του κόσμου των ζωντανών.», όπ.π., σ.250

[11] όπ.π., σ. 246

[12] όπ.π., 246

[13] όπ.π., 246.

[14] Το θεατρικό έργο Η μικρή μας πόλη (1938) χάρισε στον κορυφαίο αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Thornton Wilder (1897-1975) το βραβείο Pulizer.

*Ομιλία σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής στις 5/10/2010

Από τον εορτασμό της 23 Μαρτίου 1821 στις Κιτριές Σάββατο, Μαρ. 27 2010 

Σεβασμιότατε, αξιότιμοι κύριε Νομάρχα, κύριε Δήμαρχε, κυρία Βουλευτά, κυρίες και κύριοι,

Δεν ξέρω πώς θα άρχιζε τον λόγο του ο παππούς μου αν σήμερα τον καλούσαν να μιλήσει σε τούτο «τον μικρό λιμιώνα πού ’χει μεγάλη ιστορία» όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τις Κιτριές.

Θα ξεκινούσε με κάποια προσωπική ιστορία από την παιδική του ηλικία· ίσως να έστρεφε το βλέμμα του στο γυναικωνίτη του Μαυρομιχαλαίικου αυτού ναού για να αναζητήσει την πήλινη κολυμπήθρα όπου με Μαυροχιχαλαίικο λάδι τον βάφτισε χέρι Μαυρομιχάλη.

Μεγάλο όνομα σ’ ένα μεγάλο τόπο: με ανθρώπους πολύτιμους, όσο πολύτιμος είναι  και ο τόπος αυτός, όσο πολύτιμο είναι και το λιμάνι αυτό.

Ένας πολύτιμος τόπος, ένα πολύτιμο λιμάνι: Τούρκοι, Φράγκοι, Ενετοί ετούτο το λιμάνι γύρεψαν να ελέγξουν· εδώ από το Οίτυλο ο Λιμπεράκης Γερακάρης ήρθε και πήρε χτήματα στους Δολούς και τους Μύλους της Μαντίνειας· εδώ, κι αυτός από τη Μέσα Μάνη, ήρθε κι έχτισε τον πύργο του ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης· εδώ Τούρκοι κι Ενετοί διάλεξαν να χτίσουν και να εξοπλίσουν το κάστρο της Ζαρνάτας για να ελέγξουν το λιμάνι αυτό.

Ζαρνάτα και Κιτριές: το κάστρο και το φυσικό λιμάνι κλείνουν μέσα τους τη μεγάλη ιστορία του τόπου· σ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο τόπος αυτός υπήρξε ο σύνδεσμος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, με το λάδι, το μετάξι, τα βελανίδια, τα σύκα, με τους ίδιους τους ανθρώπους του που κατόρθωσαν να συντηρήσουν την ιδέα της αυτονομίας, της κυριαρχίας στον τόπο τους και την αυτοδιάθεσή τους. Κι όποτε τους δινόταν η ευκαιρία δεν δίστασαν να στρέψουν τα τόξα τους, τα σπαθιά τους, τα τουφέκια τους κατά της Οθωμανικής απειλής.

Κι όσο κι αν τους εγκατέλειπαν οι Ενετοί, οι Ισπανοί, οι Ρώσοι, με επιμονή και μ’ ένα πάθος αλλόκοτο ξανάπιαναν το νήμα από την αρχή. Και στη μεγάλη στιγμή του ’21 βρέθηκαν εδώ, πρώτοι κι έτοιμοι να θυσιάσουν την αυτεξούσια κυριαρχία τους για τη μεγάλη ιδέα του ανεξάρτητου κράτους. Από εδώ στις 22 Μαρτίου ξεκίνησαν τα καλύτερα παλικάρια του Πετρόμπεη κι ενώθηκαν με εκείνα του Μούρτζινου, συνάντησαν τον Γέρο του Μοριά κάπου στη Σέλιτσα για να καταλάβουν την Καλαμάτα· και την κατάλαβαν· και υποχρέωσαν το Τούρκο διοικητή  σε πράξη παράδοσης, που σημαίνει αναγνώριση κυριαρχίας του αντιπάλου.

Κι όσο κι αν η Ιστορία επιφύλαξε στους Μανιάτες και σκοτεινές σελίδες, κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει το προνόμιο ότι άνοιξαν τον πόλεμο του ’21: Μανιάτες από την Τσίμοβα, την Καρδαμύλη, τις Κιτριές σε έναν πόλεμο για τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, για ένα κράτος δικαίου.

Κι ο άρχοντας του τόπου, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης δε δίστασε να διακινδυνεύσει τη ζωή του γιου του, όμηρου της Πύλης στην Κωνσταντινούπολη, να θυσιάσει την εξουσία του για αυτόν τον ωραίο αγώνα, για ένα αύριο που, όσο κι αν έλαμπε, δεν έπαυε να είναι αβέβαιο.

Φίλες και φίλοι, πατριώτες,

Τον τόπο αυτό οι πρόγονοί μας τον φύλαξαν αιώνες αλώβητο. Στον τόπο αυτό συντήρησαν τη σπίθα της ανεξαρτησίας στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κι αυτόν τον τόπο οφείλουμε να τον διαφυλάξουμε: να διαφυλάξουμε τις ελιές και τ’ αρμάκια τους, τα κυπαρίσσια και τα μονοπάτια του, τις εκκλησιές και τα σπίτια του· γιατί σ’ αυτά κρύβεται ένας πλούτος που παραδόθηκε, ένας πλούτος σπάνιος γιατί δένει τον άνθρωπο με τη γη, με την πίστη, με την ελευθερία.

Καλαμάτα 23η Μαρτίου 1821 Σάββατο, Μαρ. 27 2010 

Καλαμάτα 23η Μαρτίου 1821*

Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Μεσσηνίας, Αξιότιμοι κύριοι Νομάρχα Μεσσηνίας και Δήμαρχε Καλαμάτας, κύριοι Δήμαρχοι, κυρία υπουργέ, κύριοι και κυρίες βουλευταί, αγαπητοί συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι:

Το 1821 ήρθε το ξάφνιασμα: η εκ του μηδενός εμφάνιση ενός έθνους· «εκ του μηδενός», καθώς, θαμμένα στην ιλύ που απόθεσε το ποτάμι της Ιστορίας, που πέρασε μέσα από τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, την Οθωμανική αυτοκρατορία, που παρέσυρε Σλάβους, Άραβες, Φράγκους, Ενετούς τα χαρακτηριστικά του, αντί να σβήσουν, ρίζωσαν ακόμα πιο βαθιά στον τόπο ετούτο· και το έθνος, με τα χρώματα που το προίκισε όλο αυτό το υλικό, ήρθε η στιγμή που πρόβαλε και ξάφνιασε· διεκδίκησε το χώρο του σε μια Ευρώπη που εγκυμονούσε το πέρασμά της σε μια νέα εποχή, εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και ατομικών ελευθεριών.

Σ’ αυτή τη δίνη των αλλαγών, μεγάλων επαναστάσεων και πολέμων, ποια η σημασία του αγώνα των κατοίκων μιας επαρχίας στις εσχατιές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Κι ήταν ο αγώνας αυτός εξέγερση, επανάσταση ή πόλεμος;

Αφηγείται ο Γέρος του Μοριά: «Η Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά τη γνώμη μου, ν’ ανοίξη τα μάτια τού κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο· τους βασιλείς τούς ενόμιζον ως θεούς της γης και ό,τι κι έκαμναν το έλεγαν ”καλά καμωμένο”». Και πάρα κάτω: «…δεν είναι παρά η Επανάστασίς μας, όπου εσχέτισεν του Έλληνας».

Την εθνική συνείδηση καλλιέργησαν άνθρωποι φωτισμένοι σαν τον Ρήγα Φεραίο με τα δοκίμιά του, τον Κοσμά τον Αιτωλό με τις διδαχές του, τον  Ανώνυμο με τη Νομαρχία του κι άλλους εκπροσώπους του Ελληνικού Διαφωτισμού. Το κίνημα αυτό ενάντια στην αυθαιρεσία της Πύλης, την κοινωνική αδικία και την καταπίεση αποκτά τα δικά του χαρακτηριστικά και καταγράφεται ως επανάσταση έθνους.

Και θά  ’λεγε κανείς ότι μπροστά σε τέτοια θαυμάσια γεγονότα, μπροστά σε γεγονότα που άλλαξαν την εικόνα όχι μόνον μιας γεωγραφικής περιοχής, αλλά ολόκληρης ηπείρου, το πρόβλημα τού από πού ξεκίνησε ο αγώνας αυτός ακούγεται λεπτομέρεια άνευ ουσίας, δίνει την αίσθηση της τοπικιστικής εμμονής. Πρωτεία στον αγώνα αυτό δεν πρέπει να διεκδικεί κανένας τόπος και δεν πρέπει να αποδίδονται σε κανένα από τους συμμετέχοντες σ’ αυτόν· γιατί κάθε τόπος με το λαό του στον αγώνα αυτό συμμετείχε και διακινδύνευσε ανάλογα με τις δυνάμεις του και τις δυνατότητές του. Κάθε τόπος και κάθε αγωνιστής κατέκτησε τη  θέση του, έβαλε τη δική του υπογραφή και πρόσφερε για την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Κάτω από αυτό το πρίσμα έχει άραγε νόημα η σημερινή αναπαράσταση; έχει άραγε σημασία, πέρα από την συμπλήρωση της Ιστορίας με μια υποσημείωση για το τι συνέβη στο νοτιότατο άκρο της Βαλκανικής και σε τούτη εδώ την πόλη στις 23 Μαρτίου 1821; έχει άραγε ιδιαίτερη σημασία το να υπογραμμίζεται η παρουσία του Γέρου του Μοριά στον Πύργο του Μούρτζινου λίγες μέρες πριν την έναρξη του αγώνα και η ανταπόκριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο ιστορικό κάλεσμα;

Αν επιδιώκουμε την ανάγνωση της Ιστορίας στα γεγονότα καθ’ εαυτά, ξεκομμένα από το παρελθόν τους και το μέλλον τους, τα όσα συνέβησαν την 23η Μαρτίου στην Καλαμάτα πράγματι δεν έχουν σημασία. Η κατανόηση όμως του φαινομένου της ίδρυσης του ελληνικού κράτους απαιτεί κάθε γεγονός που συνέβαλε σ’ αυτό να το αξιολογήσουμε με βάση τη συμβολή του στο γίγνεσθαι.

Και ποιος αμφιβάλλει πως οι κάτοικοι του τόπου αυτού, αποτέλεσαν για αιώνες την ελπίδα των Ενετών, των Ισπανών, των Ρώσων· την ελπίδα για περιορισμό της δύναμης και της παρουσίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι Ενετοί σχεδιάζουν την στήριξη ίδρυσης Βασιλείου της Πελοποννήσου, του Regnio di Morea· οι Ισπανοί διεκδικούν από τους Ενετούς την επιρροή στους Μανιάτες. Η κραταιά Δημοκρατία της Βενετίας αντιμετωπίζει τη Μάνη ως ανεξάρτητη, και υποδέχεται τους απεσταλμένους της με τις τιμές και το πρωτόκολλο που αρμόζουν σε πρέσβεις κυρίαρχων κρατών· η Ρωσία, κι αυτή για τα δικά της συμφέροντα, επιχειρεί τη δική της παρέμβαση στην περιοχή του Αιγαίου, προσβλέποντας στη σύμπραξη των Μανιατών και των Καλαματιανών.

Δεν θα μπορούσε χωρίς τον Παναγιώτη Μπενάκη, χωρίς τον Πετρόμπεη και τον Μούρτζινο να ξεκινήσει ο αγώνας του ’21. Και δεν θα είχαμε μορφές σαν κι αυτές αν δεν υπήρχε το προηγούμενο της Μάνης, αν δεν παρενέβαιναν οι κάτοικοι της άγονης αυτής γωνιάς στο ρου της Ιστορίας.

Δυο μόλις δεκαετίες μετά την εισβολή των Οθωμανών στη Βαλκανική, το 1479 οι Μανιάτες με τους Κλαδαίους αντιστέκονται. Κι αν οι ελπίδες τους προδόθηκαν από τους πολλά υποσχόμενους Ενετούς και Ισπανούς, πείσμονες οι κάτοικοι του τόπου αυτού επέμειναν· επέμειναν για την ελευθερία τους, για την αξιοπρέπειά τους, κλεισμένοι στη φτωχή τους πατρίδα. Έναν αιώνα αργότερα το 1570 ο απεσταλμένος του Βασιλέα της Ισπανίας γράφει: «Οι Μανιάτες είναι γενναίος λαός και πάντοτε ανυπότακτος στους Τούρκους». Κι είναι η χρονιά εκείνη που οι Μανιάτες καθοδηγούν εαυτούς και τους άνδρες του Ενετού Marko Querini  να καταλάβουν το κάστρο του Πόρτο Κάγιο, απαλλάσσοντας την περιοχή από το μάτι του Σουλτάνου.

Και καθώς οι ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις αισθάνονται όλο και πιο απειλητική την ανάσα  του Σουλτάνου δίπλα στις αυλές τους, στρέφονται στους κατοίκους του τόπου αυτού για να αρχίσει πόλεμος κατά των Τούρκων. Το βασίλειο του Μοριά, σχεδιάζεται ως η διάδοχη κατάσταση μετά την επιδιωκόμενη αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Και σ’ αυτό το Βασίλειο εκείνοι που θα όριζαν, ήταν οι Μανιάτες

1659: Μανιάτες και Ενετοί καταστρώνουν σχέδιο απελευθέρωσης της Πελοποννήσου και πρώτη κίνηση των Μανιατών ήταν να εντάξουν στα όρια της χώρας τους την Καλαμάτα. Ένας νέος πόλεμος κατά των Τούρκων είχε αρχίσει.

Κι αν οι Τούρκοι προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τον έγκλειστο στα μπουντρούμια της Κωνσταντινούπολης Λιμπεράκη Γερακάρη για να τιθασεύσουν τους Μανιάτες κι αν προσπάθησαν να ελέγξουν τη Μάνη μέσω των Μπέηδων, ο πόλεμος κατά των Τούρκων δεν σταμάτησε ποτέ:

Πότε με τη στήριξη των Ενετών, πότε στηριγμένοι στις δικές τους δυνάμεις, οι Έλληνες της χερσονήσου του Ταϋγέτου αγωνίζονταν να κρατήσουν ελεύθερο τον τόπο τους, να περιφρουρήσουν την αυτονομία και την κυριαρχία τους. Κι ήταν αυτό όρος σταθερός και αδιαπραγμάτευτος στις συνεννοήσεις τους με τη Βενετία, την Ισπανία, τη Ρωσία.

Ήδη διανύσαμε στις κεφαλίδες της την Ιστορία αυτού του τόπου κατά την Τουρκοκρατία. Η γωνιά αυτή της Βαλκανικής στάθηκε η ελπίδα των δυνάμεων της Δύσης και της Ανατολής στις επιδιώξεις για περιορισμό της Οθωμανικής  αυτοκρατορίας. Στάθηκε, επίσης καταφύγιο κάθε κυνηγημένου από την Πύλη. Και πάνω απ’ όλα στάθηκε το λίκνο της δημιουργίας κράτους με εθνική συνοχή, ανταποκρινόμενο στις ιστορικές προκλήσεις που ξεπήδησαν από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς το αίτημα για αυτονομία και κυριαρχία ετίθετο αδιάκοπα.

Σ’ αυτόν το τόπο κατέφυγε ο Κολοκοτρώνης, στον πύργο του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη, κι έπεισε τον Πετρόμπεη, διακινδυνεύοντας τη ζωή του γιου του και παραμερίζοντας τα προσωπικά του συμφέροντα, να στρέψει τις δυνάμεις του κατά των Τούρκων. Κι ο αγώνας για την οργάνωση του πολέμου ξεκίνησε: «Από τας 6 Ιανουαρίου έως τας 22 Μαρτίου, επροσπάθησα, ενέργησα –αφηγείται ο Γέρος του Μοριά- εις την Μάνην να ενώσωμε διάφορα σπίτια μανιάτικα κατά τη συνήθειά τους, και τους ενώσαμε, τους αδελφώσαμε.»

Και πιο κάτω:

“Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλην, σημαντικό Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα δυο χιλιάδες Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, ο Κύβελος· Δυτική Σπάρτη. … Εις την Καλαμάτα  εκάμαμε συνέλευση, πόθεν να πρωτοκινήσωμε τα στρατεύματα…”.

Είχε προηγηθεί η πορεία: Στις 17 Μαρτίου δοξολογία στους Ταξιάρχες στην Τσίμοβα, την Αρεόπολη· τρεις μέρες μετά στις Κιτριές κι από εκεί ένα σώμα με αρχηγό τον Πετρόμπεη οδεύει προς την Καλαμάτα, στις 22 Μαρτίου 2000 ένοπλοι της Δυτικής Σπάρτης με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καταλαμβάνει υψώματα γύρω από την πόλη. Μαζί του Μούρτζινοι, Καπετανάκηδες, Κουμουντουράκηδες, Κύβελλοι, Χρηστέηδες. 23 Μαρτίου 1821 ο Ηλίας Μαυρομιχάλης πείθει τον Τούρκο διοικητή να παραιτηθεί και να παραδώσει με πρωτόκολλο την πόλη και τον τούρκικο οπλισμό· κι αμέσως μετά η δοξολογία μπροστά στους Αγίους Αποστόλους, τα λάβαρα των Ελλήνων και ο όρκος των αγωνιστών, η συγκρότηση της Μεσσηνιακής Γερουσίας. Τον τιμητικό τίτλο τού αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών δυνάμεων έφερε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης -λες σα συνέχεια της συνήθειας των αρχαίων Σπαρτιατών πού ’χαν δεδομένη την αρχηγία τους όταν εκστράτευαν με άλλες πόλεις· ή ακόμα σαν συνέχεια των επί τέσσερις αιώνες αγώνων των κατοίκων της Δυτικής Σπάρτης, να εξαπλώσουν την ηγεμονία τους σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο.

23 Μαρτίου 1821: Η Καλαμάτα είχε ελευθερωθεί· είχε παραδοθεί σε στρατό Ελλήνων με πράξη παράδοσης που σημαίνει πράξη αναγνώρισης της κυριαρχίας του αντιπάλου. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, είχε αναγνωρίσει την κυριαρχία των Ελλήνων της Δυτικής χερσονήσου του Ταϋγέτου στην Καλαμάτα, κέντρο εμπορικό, οικονομικό, σύμβολο ακμής και πλούτου για την περιοχή.

Η πρώτη έκφανση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ήταν γεγονός: από εκεί την επομένη ο Κολοκοτρώνης με τους 30 άντρες του και με 200 του Μούρτζινου  και 70 του Πετρόμπεη όδευσαν στη Σκάλα και συνέταξαν την ακόλουθη επιστολή προς τους Αρκάδες: «Η ώρα έφθασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. Τα πάντα είναι δικά μας και ο Θεός του παντός μεθ’  ημών έσεται· μην πτοηθείτε στο παραμικρόν…».

Αγαπητοί συμπολίτες,

Η μνήμη της ημέρας που τιμούμε σήμερα είναι χρέος  στους προγόνους μας που πριν δύο αιώνες έδωσαν το παράδειγμα για τον αγώνα τον καλό κι έγιναν σύμβολο που στήριζε τους κατοπινούς αγώνες του έθνους· είναι όμως χρέος υπέρτατο απέναντι στην Ιστορία που θέλει πέρα από θρύλους και μύθους, να μην ξαφνιάζεται, να ερμηνεύει, και να διδάσκει. Κι είναι μεγάλο το δίδαγμα που κλείνει ως σύμβολο η μέρα αυτή της 23ης Μαρτίου:

το πείσμα κι η πίστη σε στόχους και ιδανικά, όσο κι αν μας περιβάλλουν δύσκολες καταστάσεις και άρπαγες φίλοι κι εχθροί, πάντα από κάποιους συντηρείται· κι όταν η Ιστορία το επιτάξει, φουντώνει προετοιμάζοντας το νέο, το ωραίο, το αληθινό.

Κυρίες και κύριοι,

Οφείλουμε πολλά σ’ αυτές τις γενιές των λίγων φτωχών ανθρώπων που σκιασμένοι από τον όγκο του Ταϋγέτου, συντήρησαν στη φτωχή τους γη, την ιδέα της ελευθερίας που συντήρησαν την ιδέα του ανεξάρτητου κράτους, που έγιναν το εφαλτήριο για την έναρξη της επανάστασης του 1821 και την πραγματοποίηση του οράματος της ανεξάρτητης και κυρίαρχης Ελλάδας.


* Λόγος που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 2010 και την έναρξη της επανάστασης.

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΥΓΕΑΣ 1876-1966 Τρίτη, Απρ. 28 2009 

κοσμοπολίτης επιστήμονας, πολίτης της βορειοδυτικής Mάνης

Η παρουσία τού Σωκράτη Κουγέα στα ελληνικά γράμματα μακρόχρονη: ήδη το 1903 με την διατριβή του De novo Xiphilineo codice Iberico 812 δίνει το επιστημονικό του παρόν. Tην εργασία αυτή θα ακολουθήσουν άλλες πολλές, όλες δουλεμένες με ιδιαίτερη μεθοδικότητα και προσοχή. Στα πρώτα του βήματα τον καθοδήγησαν δύο μεγάλες μορφές, ο Nικόλας Πολίτης και ο Σπυρίδων Λάμπρου. Για τον πρώτο θα πεί το 1930, κατά την ομιλία του ως νεοεκλεγέν μέλος της Aκαδημίας Aθήνων ότι του δίδαξε «το επιστημονικώς σκέπτεσθαι και το μετά προσχής και μεθόδου εξετάζειν τα πράγματα»· από τον ίδιο  δέχτηκε «τα σιωπηρά διδάγματα, τα οποία επήγαζον αφθόνως από τον υψηλόφρονα χαρακτήρα του και το υπέροχον ηθικόν του δίδαγμα». O δεύτερος τον εισήγαγε στην Παλαιογραφία την οποία θεωρούσε «σπουδαιοτάτη της Iστορίας βοηθητική επιστήμη».

O Σωκράτης Kουγέας όμως ακολούθησε το δικό του δρόμο. Mετά από τις σπουδές του στη Xάλλη της Γερμανίας (1904-1909), τα ενδιαφέροντά του κινήθηκαν σε ευρύτατο  φάσμα των ανθρωπιστικών σπουδών και ιστορικών περιόδων: Παλαιογραφία, Aρχαιολογία, Eλληνική αρχαιότητα, Eλληνιστική και Pωμαϊκή περίοδος, Bυζάντιο, Tουρκοκρατία, Eπανάσταση του ’21 και Nεώτερη Eλλάδα. Tο 1918 καταλαμβάνει την έδρα της Γενικής Iστορίας στο Πανεπιστήμιο των Aθηνών, ενώ δίδαξε επί μακρόν στη Σχολή Kαλών Tεχνών και στην Πάντειο Σχολή· από το 1923 μέχρι του θανάτου του υπηρέτησε ως άμισθος διευθυντής του τμήματος χειρογράφων της Eθνικής Bιβλιοθήκης.  Oι συμμετοχές του στα διεθνή συνέδρια και οι ανακοινώσεις του πλήθος με κορυφαία τα έργα του Kαισαρείας Aρέθα και Tα πολιτικά ιδεώδη των Eλλήνων και η ιδέα της Kοινωνίας των Eθνών που και σήμερα μένουν αξεπέραστα και αποτελούν βιβλία αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία.

H διεθνής αναγνώριση και οι διακρίσεις όμως δεν στάθηκαν δυνατές να τον αποκόψουν από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τους Δολούς Aβίας. Oι ανησυχίες του για την ιστορία και τα πρόσωπα αυτής της γωνιάς της Eλλάδας αποτυπώνονται στις αμέτρητες μελέτες και άρθρα που αφορούν τον τόπο του και την ευρύτερη περιοχή της της Mάνης και της Mεσσηνίας: H μελέτη του περί της σημασίας των όρων Φαμέγιοι και Nικλιάνοι  (Herkuνft und Bedeutung von neugriechischen Nικλιάνοι und Φαμέγιοι, 1909), το Συμβολαί εις την ιστορίαν και την τοπογραφίαν της βορειοδυτικής Mάνης (1933), H επαναστατική προκήρυξις της Kαλαμάτας και ο συντάκτης αυτής (1949), O Περραιβός στη Mάνη (1951), H ανθρωποκτονία (το φονικό) ως διεγγύημα τρίτου εν Mάνη (1953), H διαθήκη του εκ των φονέων του Kαποδίστρια Γεωργίου Mαυρομιχάλη (1957) είναι ένα μέρος από τα όσα μελέτησε και έγραψε στα 63 χρόνια της επιστημονικής δράσης του· και όσο τα χρόνια περνούν, όλο και περισσότερο στρέφεται προς την πατρίδα του και με πάθος συλλέγει κάθε τι που την αφορά. Aπό την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του ξεχωρίζουν  O μητροπολίτης Mονεμβασίας και Kαλαμάτας Iγνάτιος ο Tζαμπλάκος (Eξαμπλάκων 1776-1802) (1957), το Iστορικαί πηγαί δια την ηγεμονίαν της Mάνης (1774-1821) (1962), Tρείς κτητορικαί επιγραφαί εκ Zαρνάτας (1965) και το βιβλίο Nικήτα Nιφάκη (1748-1818 περίου) Mανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα (1964)  που αποτέλεσε βασικό τεκμήριο της μανιάτικης ιστορίας και γραμματείας. Tα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τον απασχολούσε η ιστορία του λιμένα των Kιτριών, επίνειο των Δολών. Tο προίμιό του ατελούς αυτού μελετήματος έχει περιλάβει στο O Σωκράτης Kουγέας και η Mέσα-Eλλάδα (1967) ο Zήσιμος Λορεντζάτος.

O Σωκράτης Kουγέας, γιός του δασκάλου Bενετσάνου και της Eιρήνης, που ξεκίνησε από τους Δολούς για να προσφέρει όσο λίγοι στα γράμματα, να ανέβει στις πιο υψηλές βαθμίδες του επιστημονικού στερεώματος και να αναγνωριστεί διεθνώς, παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του πολίτης της βορειοδυτικής Mάνης.

Σ.B.K.