ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ Τρίτη, Ιον. 6 2017 


Τα μοιρολόγια: Τραγούδια του κάτω κόσμου και του Χάρου
Βραχέα τινά περί των μοιρολογίων των Μανιατών: σχεδόν πάντες οι Μανιάται μοιρολογούσι, αλλά και εις έκαστον χωρίον της Μάνης ευρίσκονται δύο ή τρεις εξακουστοί μοιρολόγοι. Κατά πάσαν κηδείαν, ότε όλον περίπου το χωρίον συνέρχεται είς τον οίκον του νεκρού, συμμετέχον του πένθους, οι μοιρολόγοι ούτοι εξάρχουσι του θρήνου, επαινούντες εν τοις μοιρολογίοις των τον νεκρόν και παραμυθούντες τους οικείους αυτού. Συμβαίνει δε πολλάκις οι συγγενείς του νεκρού να αποκρίνωνται δι΄αυτοσχεδίων στίχων αδομένων τον αυτόν μονότονον ήχον των μανιάτικων μοιρολογίων και ούτω συνάπτεται σπαρακτικός διάλογος των θρηνούντων.
Το μοιρολόγια ενέχουσιν άτεχνον μεν αλλά περιπαθή ποίησιν, και λαμπροί αδάμαντες κοσμούσιν πολλάκις στίχους ερρυθμοτάτους. (Αγις Θέρος, από τη Λαογραφία 1, 1909 σελ. 125-126)
Αυτά γράφει το 1909 ο Άγις Θέρος σε παρουσίαση άρθρου δημοσιευμένου στη Les monde Hellenique με τίτλο Les complaintes maniotes στον πρώτο τόμο του περιοδικού Λαογραφία. Και ίσως αυτή είναι και η πρώτη αναφορά στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με τα μανιάτικα μοιρολόγια.
90 χρόνια αργότερα, το 1998 προλογίζοντας ο Ζήσιμος Λορεντζάτος την έκδοση μοιρολογιών από την περιοχή της Αβίας της Δυτικής Μάνης που συγκέντρωσε ο παππούς μου, γράφει: “Τα μοιρολόγια της Μάνης είναι ένα κελάρι με διαμαντικά της ζωντανής γλώσσας”. Και ως παράδειγμα παραθέτει το στίχο “Σπαθιά να βρέξεις, ουρανέ , μαχαίρια να χιονίσεις” σχολιάζοντάς τον ως “ποιητική σύλληψη που δεν θα την αποτολμούσε κανένας επώνυμος ποιητής”.
Τα μοιρολόγια που συνέλεξε ο παππούς μου το 1904, κατ’ εντολήν και προτροπή του συμπατριώτη του και μέντορά του, του πατέρα της ελληνικής Λαογραφίας Νικολάου Πολίτη, εκδόθηκαν με φροντίδα του ομιλούντος το 2000 και αποτελούν τη βασική μου αποσκευή για την αναφορά στα μανιάτικα μοιρολόγια.
Κι είναι αλήθεια ότι η συλλογή αυτή περιέχει μια βεντάλια μοιρολογιών που αντιπροσωπεύουν τις περισσότερες αν όχι όλες τις κατηγορίες που ο συστηματικός μελετητής θα μπορούσε να διακρίνει:
Στίχοι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, στίχοι ιαμβικοί οκτασύλλαβοι, τραγούδια που αναζητούν την αλήθεια για τον κάτω κόσμο, και τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις συναντάμε ως εισαγωγή σε οκτασύλλαβους με τους οποίους κατά κανόνα αναφέρονται στον νεκρό και εξιστορούν τα πάθη του οι ζωντανοί.
Θεέ μου, και να ταξίδευα αντάμα με τον Χάρο,
να ‘ν΄ το ταξίδι μου μακρύ κι ο δρόμος μου μεγάλος,
να κάτσω να τον ερωτώ για τους αποθαμένους:
τι κάνουν οι άρχοντες στη γης και οι πτωχοί στον Άδη
κι αν μεγαλώνουν οι μικροί και γένονται μεγάλοι
κι αν ξαρρωσταίνουν οι άρρωστοι και γαίνου οι λαβωμένοι
κι αν έρχονται στον τόπο τους οι ξενοπεθαμένοι.

Τραγούδι του Κάτω Κόσμου, τραγούδι που καταθέτει τον προβληματισμό των ζωντανών: οι άρχοντες και οι πτωχοί πώς είναι κάτω από τη γη; οι μικροί μεγαλώνουν; οι άρρωστοι κι οι λαβωμένοι άραγε να γίνονται καλά; να θάβονται στον τόπο τους όσοι πέθαναν στα ξένα;
Μα αν αφαιρέσουμε την ερωτηματική εκφορά από τα πιο πάνω, θα διαπιστώσουμε ότι οι στίχοι αυτοί περιέχουν τα ευκταία των ζωντανών: οι άρχοντες και οι φτωχοί να έχουν την ίδια τύχη, τα παιδιά να μεγαλώνουν, οι άρρωστοι να γίνονται καλά και να θάβεται καθείς στον τόπο του.
Και σ’ άλλο, περιγραφικό θα λέγαμε, τραγούδι του Κάτω Κόσμου οι νεκροί δεν αποστασιοποιούνται από την κοινωνία στην οποία έζησαν. Εξακολουθούν να ζουν σ’ ένα είδωλό της, σε ένα είδωλο του επίγειου παραδείσου, που δεν είναι άλλος από τον τόπο τους με τις αγαπημένες συνήθειες. Με μόνη διαφορά ότι δεν επικοινωνούν με τα αγαπημένα τους πρόσωπα: στερούνται της επικοινωνίας· εν τέλει της κοινωνίας!
Στην άκρη της Παράδεισος είν’ ένα περιβόλι,
στη μέση του περιβολιού μια κρυσταλλένια βρύση
κι έχουν οι νιοι το μπαρμπεριό και έχουν οι νιες λεκάνη
κι έχουν και τα μικρά παιδιά σγλύμπες και κολυμβούνε.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιοί στο μπαρμπεριό,
λούζονται, παρπερίζονται και σιάζουν τα μουστάκια τους
και κλαίγανε τα νιάτα τους:
-Μουστάκι μου καραμπογιά, που δε γνωρίσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάνε οι νιες στο πλυσταριό
και πλένουν τα μαντίλια τους και κλαίουν τα στολίδια τους:
-Φουστάνια μου μεταξωτά, που δε γλεντήσατε ντουνιά.
Κάθε Σαββάτο δειλινόν παν τα παιδιά στο πλυσταριό,
πλένουν τα μαντιλάκια τους, κλαίγουν τα παιχνιδάκια τους.
Κάθε Σαββάτο δειλινό πάει και το παπαδικό
για να διαβάσει εσπερινό.

Κι αλλού:
…Θάρρεψες ‘τ’ είναι η κάτω γης ωσάν και την επάνω
…εκεί συν δυο δεν περπατούν, συν τρεις δεν κουβεντιάζουν
συν πέντε και συν τέσσεροι ταβερναριό δε στήνουν.
Ο κάτω Κόσμος: ένας κόσμο με τους δικούς του κανόνες. Η χριστιανική παράδοση τοποθετεί τη μεταθάνατον ζωή μεταξύ παραδείσου και κολάσεως. Κάτι ανάλογο μαθαίνουμε και από τον Αρμένιο Ήρα στην Πολιτεία του Πλάτωνα ο οποίος περιγράφει τη διαδικασία εισόδου στον Άδη με σημεία επαφής προς την Ιουδαϊκή-Χριστιανική παράδοση· κάθε ψυχή περνάει κατά την είσοδό της από την κρίση των δικαστών και οι δίκαιες ψυχές οδηγούντο στο χάσμα του ουρανού, ενώ οι άδικες στο χάσμα της γης. Κατόπιν όλες μαζί συγκεντρωνόντουσαν σε ένα λειμώνα όπου ρωτούσαν η μια την άλλη για την τύχη των δικών τους. Στα μοιρολόγια, όμως ο νεκρός περνά σε έναν κόσμο όπου όλα συμβαίνουν, μόνο που δεν επικοινωνεί. Στην παγκόσμια γραμματεία ανάλογη αντίληψη θα συναντήσουμε στο θεατρικό έργο του Θόρντον Ουάιλντερ «Η μικρή μας πόλη». Εκεί οι ψυχές, η μια δίπλα στην άλλη, αλλά αποκομμένη η μια από την άλλη, παρατηρούν τα όσα συμβαίνουν στην καθημερινότητα της πόλης τους.
Για το θάνατο στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου ευθύνη δεν έχουν οι θνητοί· το θάνατο τον επιφέρει ο κυρίαρχος Χάρος:
Ο Χάρος είναι βασιλιάς, ο Χάρος είναι Ρήγας

Η παντοδυναμία του Χάρου τον ταυτίζει με το Θεό, καθώς και οι δύο ορίζουν τη μοίρα των ανθρώπων κατά τον ίδιο τρόπο· και οι δύο αποτελούν την δύναμη που δημιουργεί και καταστρέφει:
Έτσι είναι τούτος ο τουνιάς, σφαίρα είναι και γυρίζει,
ο Θεός βαστάει τη ζυγαριά και τον τουνιά γυρίζει,
ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει,
κανείς για το λωβόν λαχόν δεν πάει γυρεύοντάς τον·
ο Θεός φτιάνει τους λαχούς, ο Θεός τους διαμοιράζει
και όντινος λάχει ο λαχός, θέλει τον υποφέρει,
να τον πουλήσει δεν μπορεί, να τον χαρίσει όχι.

Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου πρέπει να δεχτούμε ότι στην ουσία δε μιλούν για πεθαμένους αλλά για ζωντανούς. Μιλούν για την οργάνωση της κοινωνίας, για τον Ρήγα, που στα τραγούδια εμφανίζεται ως Χάρος ή Θεός, κι είναι ο εξουσιαστής που δίνει δύναμη στην κοινότητα -μιας και “ο Χάρος ηβουλήθηκε πύργο να θεμελιώσει” και που η δύναμη αυτή όταν φτάσει στο απόγειό της, θα οδηγήσει στη καταστροφή. Είναι ζωντανοί και πεθαμένοι που θέλουν να δουν στο περιβόλι τους, στο χωριό τους, να απλώνεται η ευτυχία, αλλά τα θανατικά που επιβάλλουν ο Χάρος, ο Θεός -τελικά η εξουσία- δεν το επιτρέπουν· και το θάνατο κανείς δεν μπορεί να τον αποφύγει και κανείς δεν τον επιζητά.
Ο Θεός ψηλώνει τις γενιές, ο Θεός τις εβυθίζει, όπως ακριβώς ο Χάρος τον Πύργο του τον έφτιασε τον τέλειωσε, βάνει φωτιά τον καίει.

Στα μοιρολόγια των Μανιατών η κάθε ανθρώπινη ζωή έχει τη δική της αξία και δεν υπάρχει συμψηφισμός στο θάνατο κανενός και για όποιο λόγο. Διαβάζω την μανιάτικη παραλλαγή του πολύ γνωστού σε όλους μας δημοτικού τραγουδιού “Του γιοφυριού της Άρτας”:
Σαρανταπέντε μάστοροι και εξήντα αποδότες
γιοφύρι εστεριώνανε στης Άρτας το ποτάμι
ολημερίς το χτίνανεν, το βράδυ τους εχάλα.
Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους.
Πουλάκι διάει κι έκατσε στη μεσιανή κολόνα·
δεν εκιλάηδα σαν πουλί μήτε σα χελιδόνι,
μον’ εκελάηδα ανθρωπινά, ανθρώπινη λαλίτσα:
-Αν δε στοιχειώστε άνθρωπον, γιοφύρι δε θα κτίστε,
μηδέ πτωχός μηδ΄ άρχοντας,
μόνον του πρωτομάστορα, του Γιώργη τη γυναίκα.
Κι ο Γιώργης όπου τ’ άκουσεν πολύ του κακοφάνη·
-Γεια σου χαρά σου, Λέκω μου. -Καλώς τονε το Γιώργη·
Γιώργη, γιατί ‘ σαι κίτρινος, γιατί ‘ σαι μαραμένος;
-Λούσου, κτενίσου, Λέκω μου, και φόρα τα σκουτιά σου,
γιατί θενά σε χτίσουνε στης Άρτας το ποτάμι!
-Αγάλια-αγάλια, Γιώργη μου,
να λυκοδέσω το παιδί, να το χορτάσω γάλα.
Τρεις αδελφούλες είχα ‘ γω και πήγαν κακοθάνατες·
η μια πνιχτή στη θάλασσα και η άλλη στα Παρίσα
και τρίτη η στερνότερη στης Άρτας το ποτάμι.
Και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
(Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, εκδ. Το Ροδακιό, σ.116)
Στα βασικά του σημεία το τραγούδι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της γνωστής παραλογής ‘Της Άρτας το γιοφύρι”.
Η μανιάτικη εκδοχή όμως, εκφράζοντας με τη σειρά της τους ανθρώπους του συγκεκριμένου τόπου, μετατοπίζει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος από το θεμέλιωμα του γιοφυριού στον άδικο χαμό της κόρης. Κι αν προσέξουμε το στίχο Βγήκε φερμάνι από βασιλιά να διώξει τους μαστόρους ο χαμός της επιβάλλεται από την εξουσία, καθώς ο βασιλιάς αποσύρει τους μαστόρους και παραγγέλλει τη θυσία της κόρης. Και κάτι ακόμα: είναι χαρακτηριστική η ανάγκη του Μανιάτη ή της Μανιάτισσας στιχουργού να μιλήσει με πραγματικούς όρους για την καθημερινότητά της κι έτσι προτού βγει από το σπίτι “λυκοδένει το παιδί” και “το χορταίνει γάλα”. Η πιο σημαντική όμως διαφοροποίηση σημειώνεται στους καταληκτικούς στίχους· στη μανιάτικη παραλλαγή αποβάλλεται από την κατάρα της κόρης το σχήμα του αδυνάτου, κάτι που στο τραγούδι, όπως μας τη διέδωσε και μας τη δίδαξε ο Νικόλαος Πολίτης, υπάρχει και λειτουργεί εξισορροπητικά με την αναδιατύπωση της κατάρας από την κόρη:
Αν τρέμουν τ΄ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι
κι αν πέφτουν τ΄ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες.
Το δικό μας τραγούδι τελειώνει με το δίστιχο:
…και όπως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γεφύρι
και όπως τρέμει τα μαλλάκια μου να τρέμει το ποτάμι.
Κι αν τα άγρια βουνά δεν τρέμουν, είναι βέβαιο ότι η καρδούλα της κόρης που έμελλε να στοιχειωθεί, έτρεμε και με το παραπάνω. Στη μανιάτικη παραλλαγή, λοιπόν, ο θάνατος του ατόμου δε δικαιολογείται, ακόμα κι αν επρόκειτο να εξυπηρετήσει το κοινό καλό. Η αυτοθυσία του ενός για χάρη των πολλών δε φαίνεται να είναι αποδεκτή στο τραγούδι μας, παρόλο που ο θάνατος και η θυσία, ως δραματικό στοιχείο, που επιβάλλεται στο άτομο για χάρη του κοινού καλού, είναι αναπόφευκτη.
Οι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι περικλείουν τον καμβά των αντιλήψεων των Μανιατών για τον κόσμο και για την αγωνία τους αν θά ‘ναι η “κάτω γης ωσάν και την απάνω”, περιέχουν όσα ο κάθε ένας αναρωτιέται τη στιγμή που ο επιθανάτιος ρόγχος τον ειδοποιεί πως ήρθε η ώρα να περάσει τις πύλες του Άδη. Είναι η “νοσταλγία” του νεκρού για όσα άφησε πίσω του και η αγωνία γι’ αυτό που τον περιμένει. Είναι όσα ταλαιπωρούσαν τον σύντροφο του Οδυσσέα, τον Ελπήνορα, που γυρόφερνε για μέρες μεταξύ ζωντανών και νεκρών. Και δεν είναι εκείνα που ακούστηκαν από τα χείλη της Ανδρομάχης που έκλαιγε πάνω από το κεφάλι του νεκρού Έκτορα:

«Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν’ αφήνεις χήραν
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δυο
οι άμοιροι εγεννήσαμεν· και δεν θα μεγαλώσει
οϊμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ’ η πόλις
τώρα που εσύ εχάθηκες, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τες σεμνές μητέρες,
που γρήγορα στα πλοία τους θενά μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνον μου, θα είσαι να δουλεύεις
με κόπον σ’ έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος
κάτω από κύριον σκληρόν, αν πρώτα δεν σε ρίξει
από του πύργου την κορφήν να κακοθανατίσεις
….».
Το μοιρολόι της Τρωαδίτισσας είναι θρήνος γι αυτούς που μείνανε. Αυτοί θα νιώσουν την απουσία του νεκρού, αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες του χαμού του. Το μανιάτικο μοιρολόι όμως, θρηνεί τον νεκρό, ή καλύτερα είναι θρήνος του ίδιου του νεκρού , ιστορεί τον θάνατό του, κι είναι οι νεκροί εκείνοι που νιώθουν την απουσία των ζωντανών και νοιάζονται γι’ αυτούς:
Πουλάκια μου αηδονάκια μου, το Μάη να μη λαλήστε·
αν ίσως και λαλήσετε στο σπίτι μου μη ‘ρθείτε,
τι έχω μανούλα θλιβερή και θλίβεται για μένα,
τι έχω αδελφάδες λυγερές και θλίβονται για μένα…

Κι ακόμα με το θρήνο των μοιρολογιών ο λόγος δίνεται στους ζωντανούς για να μιλήσουν για το νεκρό, να πουν την ιστορία του, “επαινούντες εν τοις μοιρολογίοις των τον νεκρόν και παραμυθούντες τους οικείους αυτού”, κι όχι να θρηνήσουν για την τύχη όσων άφησαν πίσω τους. Είναι εντέλει μνημόσυνα άσματα για πρόσωπα που χάθηκαν με τρόπο θαυμαστό. Ο στίχος μεταβάλλεται σε οκτασύλλαβο, συχνά άτεχνο, αρκετά συχνά με επιμονή στην ομοιοκαταληξία ανά δυστιχία. Στίχοι αφηγηματικοί με έντονα στοιχεία της παραλογής: τα πρόσωπα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, η διατάραξη της ισορροπίας, τις περισσότερες φορές με ένα φονικό, η δράση και, τέλος, η επίτευξη ισορροπίας με φονικό εκδίκησης:
Εκίνησε η Σταυριανή
να πάει στου πατέρα της.
Στο δρόμο που επήγαινε
απάντησε και τους εχθρούς.
Κανείς δεν της εμίλησε
μόνε ο ίδιος ο φονιάς:
-Μωρή καλώς τη Σταυριανή!
Κι αν πας και στου πατέρα σου
πες του να κάμομε καλά
για κείνονε τον παλιο Βέτουλα.
Ημείς κι αν τον εσκοτώσαμε
ημείς τον επληρώνουμε
πεντ’ εξι γρόσια ή επτά
και στην ακρίβεια του κι εννιά.
Εκείνη δεν τους μίλησε,
επή στου πατέρα της.
-Μωρή καλώς τη Σταυριανή,
να μην απάντησες εχθρούς;
-Στο δρόμο που ερχόμουνα
απάντησα και τους εχθρούς.
Κανείς δεν μου εμίλησε
παρά ο ίδιος ο φονιάς:
“Καλώς τηνε τη Σταυριανή!
Κι αν πας και στου πατέρα σου
πες του να κάμουμε καλά
για κείνονε τον παλιο Βέτουλα.
Ημείς κι αν τον εσκοτώσαμε
ημείς τον επληρώνουμε
πεντ’ εξι γρόσια ή επτά
και στην ακρίβεια του κι εννιά.”
Για δωσ΄μου, μάνα, τον σαλμά
για δώσ’ μου, μάνα, την ευκή,
έως ταχιά τ’ απομεσήμερο
κι ο Βέτουλας θα δικαιωθεί.
-Χαι, παιδί μου, στο καλό.

Στο δρόμο που επήγαινε
κατσικάκι μπέλαξε
-Έλα κοντά μου, σατανά,
για να σ’ τελέσω τη δουλειά.
Και πήρε πάνω τα βουνά,
τους έριξε μια μπαταριά
και σκότωσε πεντέξι-επτά.

Κι ανάλογα με το πρόσωπο και την ιστορία που αφηγούνται τα μοιρολόγια μετατρέπονται από εκείνα του γδικιωμού σε ιστορικά, όπως του Λια του Κατσή, ή συντηρούν στη μνήμη σημαντικά γεγονότα όπως η περίπτωση της βεντέτας που αποτυπώνεται στης Βγενικής ζυμωμένης με την κοινωνία των Μανιατών
Για ψήλωσε, μωρή συκιά,
να ξαγναντίσω το Μωριά,
της Καλαμάτας τα χωριά,
μην έρχεται ο Γληγόρης μου
που διάηκε να γιατρευτεί
και το κακό ν’ απαντηθεί.

Ηύρε γιατρό, γιατρεύτηκε
και το κακό απαντήθηκε:
στο δρόμο που ερχότανε
έγειρε απ’ την Τσίμοβα,
έγειρε της κουμπάρας του.
Του είπε η κουμπάρα του;
-Κουμπάρε, μη θέλεις ξεβγαλτή
νά ‘ρτω να σε ξεβγάλωσι.
Κείνου του φάνη προσβολή
και ντράπηκε να τους ειπεί.

Στο δρόμο όπου πήγαινε
βάζει σταρβά το φέσι
και κόντρα το τουφέκι.
Στη σγούρνα την αφαλωτή
απαντηθήκανε οι εχθροί
κι άλλος κανείς δε μίλησε,
μόνος ο Γληγόης μίλησε:
-Εχθροί π’ απαντηθήκαμεν
σα φίλοι να χωρίσομε.
Μιά το έβαλε μπροστά
του ρίξανε μια τουφεκιά
και τον αφήσανε κειδά
και δόθει ο λόγος στο χωριό
πως γίνηκ’ ένα φονικό
στης Βιενικής τον αδερφό.
…..
Χαρακτηριστική είναι η ακριβής αναφορά τόσο στις συνθήκες και στον τόπο που έγινε το φονικό, όσο και στον χαρακτήρα και το ήθος του προσώπου. Είχε τραυματιστεί -αρά ήταν μπλεγμένος σε βεντέτα- πήγε στην Καλαμάτα να γιατρευτεί: Η Καλαμάτα και όλος ο Μωριάς είναι έξω από τα σύνορα της Μάνης κι επομένως υπήρχε ασυλία που επέτρεπε την ανάρρωση. Γυρίζοντας, περνάει από την Τσίμοβα και στην αφαλωτή σγούρνα γίνεται η συνάντηση με τους “εχθρούς”. Ο ήρωας είναι περήφανος και δεν θέλει προστασία (ξεβγαλτή), ξεγνιαστός (βάζει στραβά το φέσι) και σίγουρος (κόντρα το τουφέκι).
Μοιρολόγια σαν κι αυτό αποσπώνται από τον αρχικό τους ρόλο: μετατρέπονται σε κιβωτό ιστορικής μνήμης του τόπου με έντονα στοιχεία διδακτισμού, ως προς τις αρχές λειτουργίας της κοινωνίας, τις συμπεριφορές και την ψυχολογία των ανθρώπων και τον αξιακό κώδικα των Μανιατών. Ένα τέτοιο είναι και το μοιρολόι του Λια του Κατσή:

Μια σκόλη και μια Κυριακή
και μιά Δευτέρα το πρωί
κίνησε ο Λιας ο Κατσής
να πάει στην Αερόπολη.
-Καλημερούδια πάρπα μου,
-Καλώς τον Λίαν τον Κατσή!
-Ε πάρπα μου Πετρόμπεη,
θέλω να πάω στην βαρβαρια΄,
που με καλεί ο βασιλιάς
να με κάνει υπασπιστή.
-Να βγάλεις συχωρετικό
μ’ όσους κι αν έφαγες ψωμί
και μ’ όσους έπινες κρασί.

Κι όλοι τον εξεβγάλανε
στην βάρκα τον εβάλανε
και το παπόρι σάλπαρε.
Τηρά ζερβά, τηρά δεξιά,
βλέπει της Μάνης τα χωριά
και το παπόρι αγκυροβόλησε
κι ο βασιλιάς περίμενε
και στην καρότσα κάθισε,
στ’ ανάκτορα τον πήγανε.
Αμέσως μπάλο διέταξε
κι ο βασιλιάς εδιέταξε
αμέσως μπάλος να γενή
κι η βασίλισσα ρωτά:
-Ποιος είναι κείνος που χορεύει μπροστά;
-Είναι ο Λίας ο κατσής,
της Μάνης αρχηγός!
-Αυτού του πρέπει βασιλιάς
και την κορόνα να βαστά.
Κι ο βασιλιάς σαν τ’ ακουσε αμέσως τραπέζι διέταξε.
Πρώτο ποτήρι που κερνά
ήταν του Λία του Κατσή
και μια σκληρή φωνή πετά
και του γραμματικού μιλά:
-Φέρε μου κόλλα και χαρτί
να κάμω μία επιστολή.

Ο Λιάς ο Κατσής πέθανε στη “Βαρβαριά” -σύμπτυξη Βάρβαρος και Βαυαρίας- ( ο τάφος του Λια βρίσκεται στο Μόναχο)και το μοιρολόι που θρηνεί τον θρυλικό για την ομορφιά και παληκαροσύνη Μαυρομιχάλη ανάγει τον γραμματικό του βασιλιά σε γραμματικό του Χάρου που ορίζει την μοίρα τον ανθρώπων:
Πάρτε με αητοί, στα νύχια σας, περδίτσες στα φτερά σας,
πάρτε με κι ανεβάστε με στους ουρανούς απάνω
να ιδώ τον τρίτο του ουρανού και τη στεριά του κόσμου
να ιδώ και τον γραμματικόν που γράφει κι αναγνώνει,
γράφει τους καλορίζικους με το δεξί του χέρι,
γράφει τους κακορίζικους με το ζερβί του χέρι.
Μα δεν του παίρναν το χαρτί, δεν τού ‘κοβαν τα χέρια!
Μα δεν του παίρναν το χαρτί, δεν τού σπαζαν την πένα,
δεν έχυναν την καλαμαριά που είχε το μελάνι!

Μοιρολόγια συναντάμε σε πολλές περιοχές της βαλκανικής και του ελλαδικού χώρου: μοιρολόγια από την Ήπειρο, από τη Χίο, από την Κύπρο… Εκείνο που τα ξεχωρίζει είναι η αντίληψη των ανθρώπων που κλείνουν μέσα τους. Και με τα μοιρολόγια τους -σεντούκι με διαμαντικά- οι Μανιάτες “τραγουδούν” τις δικές τους αξίες και τις ιδιαιτερότητες του τόπου τους, χωρίς περιορισμούς κι αναστολές, όπως έμαθαν μέσα στους αιώνες να ζουν, τραγουδούν ό,τι πιο πολύτιμο: την κοινωνία τους, το χωριό τους αλλά και την τιμή και το γδικιωμό και πάνω απ΄ όλα την αγάπη και την αφοσίωση για τους ανθρώπους τους:
Σπαθιά να βρέξεις ουρανέ, μαχαίρια να χιονίσεις,
κι εμένα απ’ τον αφέντη μου να μη με ξεχωρίσεις.

Advertisements

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι Δευτέρα, Απρ. 4 2016 

ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 14.07.2012
Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Έντυπη ( εφ. Καθημερινή)

Πλευρές της προσπάθειας συγκρότησης του αστικού κράτους στην Ελλάδα.* Δευτέρα, Απρ. 22 2013 

*εισήγηση στο πλαίσιο των συναντήσεων του Ελεύθερου Πανεπιστημίου Κηφισιάς, στον Πολιτιστικό Σύλλογο Κηφισιάς 16/4/2013

Κατόρθωσε άραγε να οργανωθεί η αστική τάξη στην Ελλάδα; Ένα ερώτημα που επανέρχεται συχνά στα κείμενα των μελετητών της ιστορίας του Ελληνικού Κράτους. Οι απαντήσεις που δίνονται συχνά αντικρουόμενες, ποτέ όμως βέβαιες. Κατά τη γνώμη μου το ερώτημα τίθεται σε λάθος βάση. Ή τουλάχιστον δεν απασχολεί την πορεία της κοινωνίας –την ιστορική πορεία- αν η αστική τάξη οργανώθηκε. Μια τέτοια διερεύνηση οδηγεί στην αναζήτηση συμφεροντολογικών συμπεριφορών με στόχο την απαλλοτρίωση του κοινωνικού πλούτου από μερίδα οικονομικά και κοινωνικά ισχυρών ομάδων. Το ερώτημα, κατά τη γνώμη μου, στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας είναι το αν κατόρθωσαν οι Έλληνες «αστοί» να οργανώσουν αστικό κράτος. Κράτος, δηλαδή, με τις κατάλληλες εκείνες υποδομές και τους κατάλληλους μηχανισμούς για πορεία κοινωνικής, πνευματικής και οικονομικής ανάπτυξης

Αξιότιμες κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και φίλοι,
δεν είμαι εγώ εκείνος που δικαιούμαι να δώσω απάντηση σε ερωτήματα σαν αυτό, καθώς δεν διεκδικώ τον τίτλο ούτε του ιστορικού ούτε του στοχαστή. Το ερώτημα όμως, ενέχει έναν επίκαιρο προβληματισμό, καθώς σήμερα η αστική δημοκρατία διαγράφει πορεία πρωτόγνωρη για τις μεταπολεμικές γενιές. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι τα χαρακτηριστικά τής αστικής δημοκρατίας όπως διαμορφώθηκε στην μεταπολεμική Ευρώπη, ξεθωριάζουν και τη θέση τους παίρνουν τα τραπεζοοικονομικά μεγέθη, καθώς εμείς εδώ οι Ελλαδίτες, όσο και οι Κύπριοι αδελφοί μας αισθανόμαστε προδομένοι από την οικονομική συμπεριφορά στην οποία το τραπεζικό σύστημα μας εξώθησε και πιεσμένοι από την οικονομική συμπεριφορά που μας επιβάλλει.

Ξεκινώ την εισήγησή μου κατά αυτόν τον τρόπο, όχι με διάθεση να πολιτικολογήσω, αλλά γιατί έχω την αίσθηση ότι αν δεν συνειδητοποιηθεί αυτή η πλευρά της σχέσης πολίτη και εξουσίας, δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε την προσφορά της αστικής τάξης με εθνικά χαρακτηριστικά –καλύτερα των αστών με εθνικά χαρακτηριστικά που φιλοδόξησαν να οργανώσει την αστική πολιτεία στην Ελλάδα, αφήνοντας παρακαταθήκη σπουδαία στις επερχόμενες γενιές των πολιτών. Το αν και καταπόσον η παρακαταθήκη αυτή αξιοποιήθηκε είναι μια άλλη συζήτηση. Πάντως παρακαταθήκη υπήρξε, και μάλιστα πολύτιμη που συνίσταται σε θεσμούς και δομές που κατέστησαν ικανή την εκτόξευση της Ελλάδας από το κρατίδιο το προ των Βαλκανικών πολέμων σε εδαφική, πολιτική και πολιτιστική δύναμη υπολογίσιμη στον Ευρωπαϊκό και όχι μόνο χώρο.

Το παραπάνω θα προσπαθήσω να δείξω αναφερόμενος στην πολιτική που αναπτύχθηκε μετά την επανάσταση στου Γουδή και τον βασικό πρωταγωνιστή των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, και αξιοποιώντας ως παράδειγμα τη δράση εξεχόντων προσώπων της ελληνικής ιστορίας και ιδιαίτερα των δύο ανδρών που την παρουσία τους την αισθάνεται όποιος περπατήσει στους όμορφους δρόμους της Κηφισιάς, θα αναφερθώ ιδιαίτερα στον Εμμανουήλ Μπενάκη και τον Στέφανο Δέλτα.

Το Δεκέμβρη του 1909 ο νέος πολιτικός από τα Χανιά, ο Βενιζέλος, γιορτάζοντας τα Χριστούγεννα ταξίδευε για την Αθήνα προσκεκλημένος να αναλάβει την εξουσία. Την ημέρα εκείνη δεν πιστεύω ότι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει την επίδραση που θα ασκούσε στη μετέπειτα πορεία της Ελλάδας. Ο ταπεινωτικός πόλεμος του 1897 είχε αφήσει για τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν, αλλά και για αρκετές ακόμη, ανεξίτηλες πληγές τόσο από πλευράς οικονομικής όσο και από πλευράς ηθικής. Η εθνική αξιοπρέπεια δύσκολα θα μπορούσε να ανακτηθεί, όσο κι αν το «αθάνατο κρασί του ‘21» ήταν ακόμα νωπό στα χείλη των Ελλήνων.
Η κατάσταση στην Ελλάδα την δεκαετία που ακολούθησε τον πόλεμο του 1897 ήταν ζωφερή. Η ηττοπάθεια μετά τη συντριβή από τον Οθωμανικό στρατό που έρριξε στο ναδήρ το ηθικό των Ελλήνων, συνοδεύτηκε από την επιβολή της Επιτροπής του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, η οποία θα επιστατούσε στην καταβολή της πολεμικής αποζημίωσης στην Τουρκία, καθώς και στη διευθέτηση του συνολικού δημόσιου χρέους, που είχε οδηγήσει λίγα χρόνια πρίν, το 1893, στην πτώχευση αναγγελόμενη από τον Χ. Τρικούπη με την περίφημη φράση «Δυστυχώς επτωχεύσαμε».

Η χώρα πορεύτηκε ως το 1909 χωρίς να συμβαίνουν σπουδαία πράγματα. Η εσωστρέφεια και ο πεσιμισμός χαρακτήριζαν την πολιτική και κοινωνική ζωή. Στην εξουσία εναλλάσσονταν δύο κόμματα: το τρικουπικό με αρχηγό το Γεώργιο Θεοτόκη και το δηλιγιαννικό με αρχηγό τον ίδιο το Θεόδωρο Δηλιγιάννη και, μετά τη δολοφονία του το 1905, τους διαδόχους του, Δημήτριο Ράλλη και Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ηγέτες δύο διαφορετικών κομμάτων, καταγόμενων όμως από το δηλιγιαννικό κόμμα. Τίποτα το αξιοσημείωτο δεν έγινε όλα αυτά τα χρόνια εκτός από τις κάποιες ανορθωτικές, κυρίως στον οικονομικό τομέα, προσπάθειες των κυβερνήσεων Θεοτόκη. Η χώρα βρισκόταν σε πλήρη ανυποληψία. Και η αυξανόμενη οικονομική κρίση και η δυσπραγία κοινωνικών ομάδων, η συνεχής αποκάλυψη των αδυναμιών του παλιού πολιτικού κατεστημένου προκαλούν εντεινόμενη δυσαρέσκεια και δημιουργούν συνθήκες για την εκδήλωση αντιδράσεων και αναταραχών.

Τη λύση στα προβλήματα αυτά, που θα τα συνόψιζα με τη φράση «εθνική καταρράκωση», καλείται να δώσει ο δυναμικός νέος πολιτικός, που ήδη είχε κάνει αισθητή την παρουσία του στην πολιτική σκηνή με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση της Κρητικής Πολιτείας 1896-1913 και την επανάσταση στο Θέρισο το 1905, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος θέτοντας ως στόχο την απαγκίστρωση του κράτους από τον φθαρμένο –διάβαζε διεφθαρμένο- πολιτικό κόσμο της ευνοιοκρατίας, -μετά το κίνημα στου Γουδή- κάλεσε μέσω του Παμίκου Ζυμβρακάκη στις 23 Δεκεμβρίου του 1909 τον Χανιώτη πολιτικό να αναλάβει πολιτικός σύμβουλος. Ο Βενιζέλος αποδεχόμενος την πρόταση έφτασε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 1909 για να διαγράψει πορεία που επηρέασε καθοριστικά την ιστορία της Ελλάδας.

Γράφει ο ιστορικός Β. Κρεμμυδάς: «…Η κρίση η μεγάλη ήταν επί Τρικούπη στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Είχαμε όμως τότε μια καινούργια αστική τάξη στην Ελλάδα η οποία δεν το έβαλε στα πόδια όπως η σημερινή αλλά επένδυσε σε νέους τομείς της οικονομίας. Ο Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος (1898) που επεβλήθη στη χώρα δεν έκανε την κοινωνία να αισθανθεί δυστυχισμένη όπως σήμερα… Η (ήδη προσαρτημένη) Θεσσαλία που περίμεναν να λύσει το πρόβλημα επάρκειας της χώρας σε δημητριακά δεν το έλυσε ούτε κατά το ήμισυ. Αυτό γιατί η δομή της παραγωγής ήταν τσιφλικάδικη, είχαμε μια φεουδαρχική νησίδα μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα. Αυτό άλλαξε αργότερα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο». Και τους ανθρώπους που μάζεψε γύρω του και οργάνωσε το αστικό κράτος έτσι ώστε να προωθήσει την παραγωγική και πνευματική διαδικασία.

Στην προσπάθειά του αυτή ο Ελευθέριος Βενιζέλος κινητοποίησε δυνάμεις του οικονομικού και πνευματικού κόσμου εντός και εκτός της Ελλάδας. Η αναζήτηση πορείας εκσυγχρονισμού του κράτους και η αξιοποίηση του συνόλου του δυναμικού δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με λαό, ανθρώπινο δυναμικό, που στερούνταν των βασικών γνώσεων ανάγνωσης και γραφής. Η επιλογή του να στηρίξει το δημοτικισμό και να πλαισιώσει την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση στηριγμένος στην τριανδρία Γληνό-Δελμούζο-Τριανταφυλλίδη, δηλώνει την πολιτική του αποφασιστικότητα καθώς αυτός, ένας πολέμιος του κομμουνισμού, δεν δίστασε να κορφολογήσει ό,τι καλύτερο διέθετε τότε ο τόπος προκειμένου να επιτύχει το αποτέλεσμα που ήθελε και να τοποθετήσει σε θέση διευθυντή του διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως τον αριστερό Γληνό, στον οποίο αναθέτει το σχεδιασμό της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1913 , ενώ το 1917 τον διορίζει Γραμματέα στο Υπουργείο Παιδείας (Το International Bureau of Education της UNESCO συμπεριέλαβε τον Γληνό μεταξύ των 100 πιο σημαντικών διανoουμένων, πολιτικών, δημοσιολόγων κ.λπ. όλου του κόσμου, που με το στοχασμό και τη δράση τους είχαν σημαντική συμβολή στην υπόθεση της εκπαίδευσης από την εποχή της αυγής του ανθρώπινου πολιτισμού έως τις μέρες μας). Δίπλα του ο δημοτικιστής Μανόλης Τριανταφυλλίδης και ο Αλέξανδρος Δελμούζος ο παιδαγωγός με όραμα και ευγενικό χαρακτήρα αποτέλεσε τον μοχλό αναμόρφωσης και ριζοσπαστικοποίησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. «Μεταρρύθμιση που δεν έγινε» θα ονομάσει την προσπάθεια ο Αλέξης Δημαράς, ενώ κατ’ άλλους σήμανε την άνοιξη της ελληνικής εκπαίδευσης που δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ.

Η προοπτική και στη συνέχεια η ένταξη των λεγομένων «νέων χωρών» στην ελληνική επικράτεια έθεσε νέες υποχρεώσεις στην αναπτυσσόμενη Ελλάδα. Η θωράκιση του εθνικού κράτους, σε μια ρευστή περίοδο για τα ευρωπαϊκά σύνορα και μάλιστα για τα Βαλκάνια, για τον επαναστάτη κρητικό πολιτικό, πέρναγε μέσα από την καταγραφή των σύγχρονων χαρακτηριστικών του έθνους και όχι με την επιχειρούμενη σύνδεση του νέου εληνισμού με την «ένδοξη αρχαιότητα». Στην επάνδρωση των πανεπιστημιακών εδρών, και μάλιστα σε εκείνων της Ιστορίας και της Νεοελληνικής και Αρχαιοελληνικής Γραμματείας κατά την περίοδο κυβερνήσεων του Βενιζέλου, επιστήμονες με κύρος και επαφή με το εξωτερικό, κλήθηκαν να αναλάβουν τη στήριξη της διαμόρφωσης του στίγματος του Νέου Ελληνισμού. Στην προσπάθεια αυτή καθοριστική πρέπει να θεωρηθεί η παρουσία του πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας Νικόλαου Πολίτη που το 1908 με την ίδρυση της Ελληνικής Λαογραφικςή Εταιρείας και το περιοδικό «Λαογραφία» (1909) συγκέντρωσε και πρόβαλε τον χαρακτήρα του σύγχρονου ελληνισμού. Πέρα όμως από την καταξίωση του πολιτιστικού πλούτου της υπαίθρου, ο Βενιζέλος προχώρησε στον αναδασμό με τον οποίο επιχείρησε να συγκράτησει τον πληθυσμό από ενδεχόμενη βίαιη αστικοποίηση, αναζωογονώντας παράλληλα την πρωτογενή παραγωγή. Η στήριξη όμως της αγροτιάς και της αγροτικής οικονομίας δεν περιορίστηκε σ’ αυτά. Δημιουργούνται, όπως θα δούμε πιο κάτω, θεσμοί στους οποίους η ελληνική οικονομία χρωστάει πολλά και στην υλοποίηση των οποίων η οικογένεια Μπενάκη και κατεξοχήν ο Εμμανουήλ Μπενάκης, έπαιξε καθοριστικό ρόλο.

Ο κατάλογος των επιχειρουμένων παρεμβάσεων στο κρατικό σύστημα και η πάλη που διεξηγέτο μεταξύ της ριζοσπασικής-ανανεωτικής δύναμης –προοδευτικής θα λέγαμε-που εκφραζόταν με το βενιζελισμό και εκείνης της συντήρησης που εκφραζόταν από την φιλοβασιλική παράταξη μακρύς. Μακρύς επίσης ο κατάλογος των ανθρώπων που η προσπάθεια αυτή ενέπνευσε και στρατεύθηκαν στην υπόθεση του ριζώματος του αστικού κράτους. Έλληνες της διασποράς σημαντικοί έμποροι και διανοούμενοι έσπευσαν να στηρίξουν την τιτάνια αυτή προσπάθεια.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Αριστείδη Φουτρίδη από την Ικαρία, καθηγητή κλασικής φιλολογίας στο Harvard και Princeton, που με το κύρος του πρόβαλλε στις ΗΠΑ με διαλέξεις και συγγράμματα τον νέο ελληνισμό: Ο Παλαμάς κι ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, συνιστούσε τη θεματική διαλέξεων σε συλλόγους και πανεπιστημιακές αίθουσες, οδοιπορικά στον Όλυμπο και ξενάγηση στη Νέα Ελλάδα ήσαν περιζήτητα άρθρα σε περιοδικά, η έκδοση με μεταφρασμένα στην Αγγλική ελληνικών λαϊκών παραμυθιών σταθμός στην σημαντική συμβολή στην προσπάθεια προβολής των όσων συνέβαιναν σ’ αυτή τη γωνιά της γης. Τον Φουτρίδη, αυτόν τον πρεσβευτή του Ελληνισμού, ο Βενιζέλος καλεί το 1919 επιμόνως να εγκαταλείψει τις παροχές, τις ανέσεις και τήν επιστημονική προοπτική που του παρείχε η θέση του στα πανεπιστήμια των ΗΠΑ προκειμένου επιστρέψει στην μητέρα Ελλάδα και να βοηθήσει την ανόρθωση του σύγχρονου αστικού κράτους. Η επιστροφή του ματαιώνεται εξαιτίας της λόγω του εκλογικού νόμου εκλογικής ήττας του Βενιζέλου την 1 Νοεμβρίου του 1920.

Η περίπτωση Φουτρίδη, άγνωστη στους περισσότερους από εσάς, είναι μια περίπτωση που αξίζει τον κόπο να ερευνηθεί. Εξίσου όμως, όσο κι αν ξενίσει, χρειάζεται να ερευνηθεί στην ιστορικής της διάσταση η περίπτωση Εμμανουήλ Μπενάκη και της οικογενείας του με ξεχωριστή μορφή το γαμπρό του Στέφανο Δέλτα.

Η καταγωγή του πατριάρχη Εμμανουήλ Μπενάκης χάνεται πίσω στους αιώνες και κάποια σημεία του νήματος τον συνδέουν με τον πειρατή και πρώτο μπέη της Μάνης τον 17ο αιώνα, τον Γερακάρη Λιμπεράκη και τον Παναγιώτη Μπενάκη, προεστό της Καλαμάτας και πρωτεργάτη της επαναστατικής κίνησης γνωστής ως Ορλωφικών που εκδηλώθηκε στο τέλος του 18ου αιώνα (1770). Μετά την αποτυχία της επανάστασης αυτής, η οικογένεια Μπενάκη κάτω από την απειλή τιμωρίας από πλευράς των Τούρκων εγκαταλείπει τα πάτρια εδάφη της Νότιας Πελοποννήσου και μέλη της συναντώνται στη Χίο κι από εκεί, μετά την καταστροφή της Χίου το 1822, μεταναστεύουν στη Σύρο, όπου και γεννιέται ο Εμμανουήλ πριν 170 χρόνια, το 1843.

Ίσως δεν είναι τυχαία η πολιτική και προσωπική σχέση που αναπτύσσει δεκαετίες αργότερα με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά να οφείλεται εν πολλοίς στη βρετανική παιδεία που απέκτησε κατά την παραμονή του στη γηραιά Αλβιώνα: ο Εμμανουήλ Μπενάκης παρακολουθεί εμπορικές σπουδές στο Μάντσεστερ και αποκτά τα απαραίτητα εφόδια για να αναπτύξει τις εμπορικές του δραστηριότητες. Τα πρώτα του βήματα στο πεδίο του εμπορίου θα τα κάνει το 1865 ως υπάλληλος του εμπορικού οίκου Σκυλλίτση στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος (1861-1865) προκάλεσε κρίση στο εμπόριο προϊόντων από τις ΗΠΑ, με αιχμή την εμπορία μπαμπακιού. Το κενό έρχεται να καλύψει η Αιγύπτος που αναδεικνύεται σε σημαντική βαμβακοπαραγωγική δύναμη με σημαντικό λιμάνι. Εκεί δραστηριοποιούνται από τα μέσα του 19ου αιώνα έλληνες έμποροι μεταξύ των οποίων και ο Εμμανουήλ Μπενάκης που το 1868 με τον αδερφό του Λουκά (θυμηθείτε το Θείο Λουκά του Τρελλαντώνη), εμπορεύεται βαμβάκι.

Ο γάμος του με τη Βιργινία Χωρέμη το 1870, ανοίγει νέους ορίζοντες στις εμπορικές δραστηριότητες των οικογενειών Μπενάκη-Χωρέμη: η εταιρία του Μπενάκη ενοποιείται με την «Xωρέμης-Melhor και Σία» , στην οποία δραστηριοποιείτο ο αδελφός της Βιργινίας και προκύπτει ο εμπορικός οίκος «Xωρέμης- Μπενάκης και Σία». Αντικείμενο της εταιρίας είναι η επεξεργασία και η εξαγωγή βάμβακος, και στις αρχές του 20ου αιώνα καταγράφεται ως πρώτη στις εξαγωγές σε χώρες που απλώνονται από τη Γαλλία και τη Ρωσία ως τις Ινδίες και την Ιαπωνία. Υποκαταστήματα της εταιρίας συνατάμε σε Τεργιέστη, Λίβερπουλ, Λονδίνο, στις Ινδίες και αργότερα (1916) στη Φρανκφούρτη, αλλά και στην ίδια την Αίγυπτο, αγοράζοντας για παράδειγμα το εκκοκκιστήριο Ροδοκανάκη στο Ζαγαζίκ της Κάτω Αιγύπτου.

Η δραστηριότητα του εμπορικού οίκου δεν σταματά να αναπτύσσεται και το 1905 ιδρύεται η εταιρεία Associated Cotton Ginners of Egypt Ltd που ουσιαστικά αφορούσε τη σύμπραξη 16 εργοστασίων εκκοκκισμού με στόχο την επέκταση των δραστηριοτήτων τους μέσω συμμαχιών με ευρωπαϊκές εμπορικές εταιρίες. Ενώ, μια ακόμη επέκταση του οίκου μπορεί να θεωρηθεί όταν έπειτα από το γάμο της εγγονής του Μπενάκη με τον μεγαλέμπορο Κότσικα, που δραστηριοποιούταν στο Κάιρο με εμπορικό του αντικείμενο το οινόπνευμα, ο οίκος πια άλλαξε και πάλι σε «Xωρέμης- Μπενάκης -Κότσικας» δημιουργώντας ένα παγκόσμιας αξιοπιστίας εμπορικό δίκτυο.

Και φαίνεται πως ο οίκος και τα στελέχη του, έχαιραν του σεβασμού και της αιγυπτιακής κυβέρνησης, η οποία αναγνώριζε τη σημαντική εκσυγχρονιστική συμβολή γενικά των Ελλήνων στον αιγυπτιακό χώρο, με κορυφαία στιγμή αυτής της αναγνώρισης, το γεγονός κατά το οποίο η αιγυπτιακή κυβέρνηση ζητάει από τον Μπενάκη να συμμετάσχει στην Αιγυπτιακή Επιτροπή Βάμβακος. Και αυτό γιατί ο Μπενάκης είχε ασχοληθεί αρκετά με τη συστηματική οργάνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην Αίγυπτο διατελώντας είτε πρώτος πρόεδρος του νεοσυσταθέντος Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αλεξάνδρειας- από το 1901 έως το 1909- είτε μέλος της ( Xεδιβικής) Γεωργικής Εταιρείας Kαΐρου.

Η αναφορά στην εξάπλωση των εμπορικών δραστηριοτήτων του Εμμανουήλ Μπενάκη στο διεθνές εμπορικό στεραίωμα, είναι απαραίτητη για να ερμηνευθεί ή- καλύτερα- να αξιολογηθεί η προσφορά του στην προσπάθεια θεμελίωσης του αστικού κράτους στην Ελλάδα. Όπως στα δικά του μέτρα ο επιστήμονας διεθνούς κύρους Φουτρίδης το 1919 πρόθυμα δέχτηκε να εγκαταλείψει το σίγουρο περιβάλλον του Princeton για να στηρίξει την προσπάθεια του Βενιζέλου έτσι και ο Μπενάκης, μετά την επιβολή των αρχών του Στρατιωτικού Συνδέσμου το 1909 και την άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα, εγκαταλείπει τα κοσμοπολίτικα κέντρα και το σίγουρο εμπορικό περιβάλλον, για να εγκατασταθεί στην φτωχή Αθήνα με την οικογένειά του, τη σύζυγό του Βιργινία Χωρέμη και τα παιδιά του Αντώνη (το γνωστό Τρελλαντώνη και ιδρυτή του Μουσείου Μπενάκη), τον Αλέξανδρο, την Αλεξάνδρα, την Αργίνη και την Πηνελόπη, που αργότερα θα πρωταγωνιστήσει στην ελληνική λογοτεχνία γράφοντας παιδικά μυθιστορήματα.

Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να υποστηρίξουμε ότι δεν ήταν η εγκατάσταση της οικογενείας Μπενάκη στην Αθήνα που συνέπεσε με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από το Βενιζέλο, αλλά η άνοδος του Χανιώτη πολιτικού στην εξουσία αποτέλεσε αιτία της κίνησης αυτής. Η φιλία ή, καλύτερα, η εκτίμηση που ο Μπενάκης έτρεφε προς τον κατά 20 χρόνια νεότερό του Βενιζέλο είναι κατά πολλούς τρόπους μαρτυρημένη. Ακόμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Μπενάκης όχι απλώς παρακολουθούσε αλλά ενδεχομένως και να ενίσχυε την πολιτική και επανασταστική δράση του Βενιζέλου στην Κρητική Πολιτεία (1896-1910) και την εκλογή του στην πρωθυπουργία του Ελληνικού Κράτους το 1910.

Μόνον έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προθυμία του οικονομικά πανίσχυρου Μπενάκη και η άμεση αντίδρασή του να εγκατασταθεί στην Αθήνα αμέσως μετά την εκλογή του Βενιζέλου. Σαν έτοιμος από καιρό έρχεται να θέσει υπό τις εντολές του Βενιζέλου όχι μόνον τον εαυτό του και την περιουσία του αλλά και όλη του την οικογένεια.

Παρακολουθώντας το ιστόγραμμα των παρεμβάσεων της οικογενείας Μπενάκη στην Ελληνική κοινωνία, γίνεται φανερό ότι πίσω από κάθε κίνηση υπήρχε συγκεκριμένη στόχευση υπήρχε πολιτική και εθνική σκοπιμότητα. Οι κύριοι τομείς στους οποίους στήριξαν την πολιτική τους οι κυβερνήσεις Βενιζέλου ήταν εκείνοι της εργασίας, κοινωνικής πολιτικής, υγείας, πρόνοιας, εκπαίδευσης και γεωργίας. Σε όλους αυτούς τους τομείς βλέπουμε την οικογένεια Μπενάκη να δραστηριοποιείται ποικιλοτρόπως.

Στις εκλογές του Αυγούστου του 1910 ο Εμμανουήλ Μπενάκης στηρίζει το κόμμα των Φιλελευθέρων και εκλέγεται βουλευτής Αττικοβοιωτίας και κατά το σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης του Βενιζέλου είναι εκείνος που θα αναλάβει το έργο της ανασυγκρότησης της οικονομίας στον αγροτικό βιομηχανικό και εμπορικό τομέα, αναλαμβάνοντας το νεοσύστατο Υπουργείο Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Λίγο αργότερα του ανατίθεται να οργανώσει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Στην υπουργική θέση θα παραμείνει ως το 1914, έτος κατά το οποίο εκλέγεται δήμαρχος Αθηνών προσφέροντας από άλλη πολιτική θέση τις υπηρεσίες του στην επιχειρούμενη ανασυγκρότηση του κράτους. Η επιλογή του δεν ήταν τυχαία: ο διορατικός κρης πολιτικός διέβλεπε την αναγκαιότητα να αναδειχθεί ένα νέο και πιο σύγχρονο πρόσωπο στην πρωτεύουσα με ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά και ο πιο κατάλληλος ήταν ο κοσμογυρισμένος και καλλιεργημένος Εμμανουήλ Μπενάκης. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το 1914 θα επιλεγεί να θητεύσει ως δήμαρχος των Αθηνών. Η θητεία του θα διαρκέσει μόλις δύο χρόνια λόγω της έντασης που προκάλεσε η σύγκρουση του Βενιζέλου με το παλάτι σχετικά με τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η χώρα στο Μεγάλο Πόλεμο, ένταση που κλιμακώθηκε με την δημιουργία της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης το Σεπτέμβριο του 1916 και την επέμβαση των των μεγάλων δυνάμεων.

Το αντιβενιζελικό μένος των παλατιανών δεν εξαιρεί τον Εμμανουήλ Μπενάκη που ως δηλωμένος βενιζελικός προπηλακίζεται, κακοποιείται και φυλακίζεται και το 1920 ακολουθεί το Βενιζέλο στην «εξορία», αρχικά στη Νίκαια και έπειτα στο Παρίσι, από όπου θα γυρίσει οριστικά το 1924.

Η προσφορά του Εμμανουήλ Μπενάκη στην θεμελίωση του σύγχρονου κράτους δικαίου και προνοίας με τα χαρακτηριστικά της αστικής δημοκρατίας, δεν περιορίστηκε στη συμβολή του από τη θέση του Υπουργού Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας στην επίλυση του δύσκολου προβλήματος της αποκατάστασης των ακτημόνων της Θεσσαλίας, της κατοχύρωσης των εργατικών δικαιωμάτων το 1911. Στη διάθεση της κοινωνίας έθεσε εαυτόν και εαυτά.

Η πρόθεση του Εμ. Μπενάκη για προσφορά και συνεισφορά στα κοινά, γίνεται φανερή από την εποχή της διαμονής του στην Αλεξάνδρεια: Τότε αναλαμβάνει πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας και επί προεδρείας του η Κοινότητα επιδόθηκε σε πλήθος φιλαναθρωπικών ενεργειών, ενώ τότε υλοποιούνται πολλά έργα με πιο σημαντικό ίσως την ίδρυση της τεχνικής –εμπορικής σχολής που πήρε το όνομα Σαλβάγειος Σχολή. Η στήριξη μάλιστα στην Ελληνική Κοινότητα Αλεξάνδρειας δεν σταματάει με την επιστροφή του στην Ελλάδα. Τουναντίον, συνδρομές μεγάλου ύψους στέλνονται, ενώ στη μνήμη της συζύγου του θα διαθέσει μεγάλη δωρεά, όπως και αργότερα στη διαθήκη του θα συμπεριλάβει την Κοινότητα.

Η προσφορά του όμως στο ανασυντασσόμενο ελληνικό κράτος ξεπερνούσε το πλαίσιο της συνεισφοράς και της φιλανθρωπίας. Ο ίδιος συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του (17) Μπενάκειου Παιδικού Ασύλου, στην ίδρυση επαγγελματικών σχολών, του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου, του Κολλεγίου Αθηνών και της Σχολής Νοσοκόμων του Ερυθρού Σταυρού, στην ενίσχυση της βιβλιοθήκης E. Renan ή της Μπενακείου βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, καθώς και στην αποκατάσταση προσφυγικών πληθυσμών μετά τη μικρασιάτικη καταστροφή. Όλα τα παραπάνω ήσαν ιδρύματα που συμπλήρωναν την προσπάθεια διαμόρφωσης πλαισίου κράτους προνοίας και οικονομικού προγραμματισμού, σύμφωνα με τα πρότυπα των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών. Πρόνοια-υγεία-παιδεία-οικονομία και πρωτογενής παραγωγή-αξιοκρατία: εκεί στόχευε η πολιτική του Βενιζέλου, στα σημεία εκείνα παρενέβη η οικογένεια Μπενάκη.

Οι Κηφισιώτες γνωρίζετε το Μπενάκειο Παιδικό Ίδρυμα. Ιδρύθηκε το 1926 όταν ένα τραγικό συμβάν –ο άδικος χαμός δύο παιδιών (το ένα το χτύπησε αυτοκίνητο τό άλλο κατάπιε δηλητήριο)- ανακίνησε το πρόβλημα της φύλαξης των παιδιών εργαζόμενων μητέρων και το πρόβλημα ενημέρωσής τους σχετικά με την ανατροφή των παιδιών τους. Η ευαισθησία του Μπενάκη, απέναντι στα παιδιά και απέναντι στο δικαίωμα της γυναίκας για εργασία τον οδήγησε στην ίδρυση του Μπενακείου Παιδικού Ασύλου, προσφέροντας τμήμα του κτήματος του και ποσό για την ανέγερση του κτιρίου που κάλυπτε τις ανάγκες του Ιδρύματος. Στις 2 Ιουλίου 1930 το Μπενάκειο έγινε και επίσημα αυτοτελές Ίδρυμα και απέκτησε Καταστατικό. Σύμφωνα με αυτό σκοπός του ήταν (και εξακολουθεί να είναι) «η διημέρευσις παιδιών προσχολικής ηλικίας, μητέρων αι οποίαι αποζούν εκ της εργασίας των, απόρων οικογενειών και ορφανών κατά την κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου». Ανάμεσα σε εκείνους που συνέβαλαν οικονομικά στο έργο του Ιδρύματος ήταν και η κόρη του Πηνελόπη Δέλτα, που τον Νοέμβριο του 1933 δώρισε στο Ίδρυμα ένα τμήμα της παρακείμενης ιδιοκτησίας της ώστε να παίζουν τα παιδιά και πρόσφερε ένα σημαντικό ποσό για την εγκατάσταση κεντρικής θέρμανσης και λουτρών. Πρόκειται για ένα υποδειγματικό ίδρυμα, που έμπρακτα υποδείκνυε το πώς έπρεπε να λυθεί το πρόβλημα της ανατροφής των ελληνοπαίδων και πώς να προστατευθεί ηγυναικεία εργασία.

Το 1929 ένα άλλο ίδρυμα ξεφυτρώνει στη γειτονιά σας: πρόκειται για το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, «το πρώτο ιδρυθέν ερευνητικό Ινστιτούτο της χώρας». Πρόκειται ίσως για το σπουδαιότερο απόκτημα της χώρα την εποχή εκείνη –και όχι μόνον-: ήδη από την ίδρυσή του στελεχώνεται από επιστήμονες με εξαιρετικές σπουδές πάνω στα γεωργικά θέματα. Το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο είναι νομικό πρόσωπο Δημοσίου δικαίου και εποπτεύεται από το Υπουργείο Γεωργίας. Το ίδρυμα που αποτέλεσε την κορωνίδα του σχεδιασμού της γεωργικής πολιτικής που επί πρωθυπουργίας Βενιζέλου σχεδίασε ως υπουργός ο Εμ. Μπενάκης, υπήρξε η τελευταία αλλά και κορυφαία προσφορά του Μεγάλου Ευεργέτη προς τους Έλληνες: η ίδρυσή του πραγματοποιήθηκε τον επόμενο χρόνο του θανάτου του: με Διάταγμα του 9ου του 1930 κυρώθηκε η από 1.7.1930 Σύμβαση Δωρεάς μεταξύ του Υπουργού της Γεωργίας και των εκ διαθήκης κληρονόμων του Εμμανουήλ Μπενάκη. Η σύναψη της σύμβασης αυτής επετράπη με το από 11.5.1929 Νομοθετικό Διάταγμα, που κυρώθηκε με το Νόμο 4160/1929. Η σύμβαση δωρεάς προέβλεπε ως όρο τη σύσταση του ΜΦΙ με μορφή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ).Τα εγκαίνια της λειτουργίας του έγιναν την 1η Ιουλίου 1931 από τον τότε Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Μέχρι σήμερα, προστετευόμενο από τον ιδρυτικό του νόμο, κατόρθωσε σε πείσμα των πολιτικών αναταραχών και ρουσφετολογικών συνδρόμων της ελληνικής διοίκησης να διατηρήσει το υψηλό επίπεδο παροχής υπηρεσίων, παροχής στήριξης στην ελληνική γεωργία με τα ερευνητικά προγράμματα και την καθοδήγηση που προσφέρει στον έλληνα αγρότη. Διαθέτει ευρεία επιστημονική βάση σε θέματα φυτοϋγείας, φυτοπροστασίας, εκτίμησης επικινδυνότητας και ασφαλούς χρήσης γεωργικών φαρμάκων για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, ασφάλειας των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων. To ΜΦΙ με τη συσσωρευμένη και την εξειδικευμένη γνώση του παρέχει υπηρεσίες που το καθιστούν θεματοφύλακα της ποιότητας, της ασφάλειας και της αειφορικής ανάπτυξης στη γεωργία με απόλυτο σεβασμό στο περιβάλλον και στον άνθρωπο, υποστηρίζοντας την ελληνική κοινωνία και την οικονομία.

Στο site του ιδρύματος διαβάζουμε: «Ο Εμμανουήλ Μπενάκης (1843-1929) ήταν πολιτικός, στενός φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου, με το κόμμα του οποίου εκλέχτηκε, το 1910, βουλευτής. Διετέλεσε Υπουργός Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας και θεμελίωσε το οικοδόμημα των γεωργικών υπηρεσιών, μεταξύ άλλων δε την Υπηρεσία Φυτοπαθολογίας. Το 1923 ανέλαβε να ανεγείρει με δικές του δαπάνες Ερευνητικό Ινστιτούτο παροχής φυτοπαθολογικών υπηρεσιών σε ιδιόκτητο οικόπεδο στο Στροφύλι Κηφισιάς και να του εξασφαλίσει πλήρη εξοπλισμό. Έτσι, το 1924 θεμελιώθηκε, το 1929 ιδρύθηκε (Ν. 4160/1929, ΦΕΚ 198 Α’) και το 1931 εγκαινιάσθηκε το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο ως επιστημονικός υποστηρικτής του Υπουργείου Γεωργίας στη μελέτη και παροχή επιστημονικής στήριξης επί των φυτοπαθολογικών ζητημάτων της χώρας με σκοπό τη διάδοση προς τους γεωργούς των μέτρων και μέσων προστασίας της παραγωγής τους. Εκτός του Ινστιτούτου προέβη σε πλήθος δωρεών (νοσοκομεία, περίθαλψη προσφύγων, εκπαιδευτικά ιδρύματα, βιβλιοθήκη, μουσείο) και η πολιτεία τον ανακήρυξε Εθνικό Ευεργέτη.»

Έχοντας στο νου μας τα παραπάνω, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε τυχαίο το ότι η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας συνέπεσε την ίδια εκείνη εποχή και το ότι σ’ αυτήν ενεπλάκη ο γαμπρός του Εμ. Μπενάκη, Στέφανος Δέλτας που διετέλεσε πρώτος της διοικητής.

Η Αγροτική Τράπεζα ιδρύθηκε στις 26 Ιουνίου 1929 με πρωτοβουλία του «έντιμου» της ελληνικής πολιτικής ζωής, Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Πρόκειται για κίνηση με την οποία ο αγροτικός σχεδιασμός της Κυβέρνησης Βενιζέλου, αναζητούσε λύσεις ώστε η ελληνική γεωργία να ξεφεύγει από το ανταλλακτικό πλαίσιό της. Η χρηματοδότηση και η καθοδήγηση των αγροτών στην προώθηση των προϊόντων ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη του στόχου εκσυγχρονισμού της ελληνικής γεωργίας. Η Αγροτική από την ίδρυσή της δεν λειτουργούσε με καθαρά τραπεζικούς κανόνες, εξαιρουμένων των τελευταίων χρόνων της ζωής της, που επιχείρησε να ανοιχθεί σε εμπορικές συναλλαγές. Περισσότερο αποτελούσε τον χρηματοδοτικό βραχίονα του υπουργείου Γεωργίας και δεν δίσταζε ακόμα και να προβεί σε διαγραφή χρεών, προκειμένου να στηρίξει τους αγρότες. Για την περίοδο εκείνη και για το σκοπό της ίδρυσής της η Αγροτική επετέλεσε μεγάλο έργο και υπήρξε, μαζί με το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, μεγάλο στήριγμα της γεωργικής παραγωγής, της βασικής πρωτογενούς παραγωγής και της ελληνικής οικονομίας.

Η παρουσία του Δέλτα στην κοινωνική σκηνή όμως δεν σημαδεύτηκε από την καθοριστική συμβολή του στην ίδρυση και οργάνωση της Αγροτικής. Ο Στέφανος Δέλτα, με την απλόχερη στήριξη του πεθερού του υπήρξε για τα ελληνικά πράγματα ένας από τους βασικούς συντελεστ της προσπάθειας μεταρρύθμισης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος και της παιδαγωγικής σκέψης. Η Ίδρυση του Κολλεγίου το 1927 έρχεται να συμπληρώσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό που άφησε η καταστροφή της Σμύρνης και οι διωγμοί στην Κωνσταντινούπολη. Τα εκεί κολλέγια και οι σχολές, στα οποία φοιτούσαν πλήθος ελλαδίτες και επτανήσιοι στελεχόνοντας στη συνέχεια το οικονομικό δυναμικό των ελλήνων, περνούσαν κρίση. Οι πολιτικές αναταράξεις, επίσης, στο ελληνικό κράτος αποδείχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να κρατήσουν έξω από τις διαφαινόμενες διαμάχες την παιδεία και τα προγράμματά της (καύση βιβλίων, Ευαγγελικά,Μαρασλιακά, Δίκη Ναυπλίο, Δίκη των τόνων). Αυτές ήσαν οι συνθήκες που οδήγησαν στην ίδρυση ενός σχολείου, το οποίο ο ιδρυτικός του νόμος το προστατεύει από κάθε πολιτική επιβουλή, που παρακολουθεί τις διεθνείς εξελίξεις στην παιδεία και έχει ως στόχο να προετοιμάσει άξια στελέχη που θα επανδρώσουν την οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου. Το Κολλέγιο εγκαινίασε ο Ελ. Βενιζέλος, που δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ήταν ίσως ο πρώτος γόνος μικροαστικής οικογένειας που οδηγήθηκε, λόγω των ικανοτήτων του στην εξουσία. Επόμενο λοιπόν και το ίδρυμα που απλόχερα προικοδότησαν ο Μπενάκης και ο Δέλτας και εγκαινίασε ο Βενιζέλος να είχε ως αρχή την ανάδειξη των καλυτέρων ανεξάρτητα καταγωγής γεωγραφικής κοινωνικής, οικονομικής. Στην άρση του κοινωνικού και οικονομικού αποκλεισμού έρχεται να συμβάλει το οικοτροφείο και το ταμείο υποτροφιών του Κολλεγίου, δημιούργημα της Πηνελόπης Δέλτα. Τη φιλοσοφία και τις αρχές του Κολλεγίου (22) εκθέτει στο προοδευτικό περιοδικό «Εργασία» ο Στέφανος Δέλτας, κινούμενος στις αρχές της μαθητοκεντρικής εκπαίδευσης, του σεβασμού της προσωπικότητας του μαθητή, και της δυνατότητας αυτοοργάνωσης της μαθητικής κοινότητας. Προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα τη σκέψη των Γληνού-Δελμούζου και παίρνοντας ως παράδειγμα την θλιβερή κατάληξη ανάλογου εγχειρήματος του παρθεναγωγείου του Βόλου, ο Μπενάκης και ο Δέλτας κατόρθωσαν με τον ιδρυτικό νόμο του Κολλεγίου να θωρακίσουν το κορυφαίο εκπαιδευτικό ιδρυμα από κάθε είδους πολιτικές επιβουλές.
Σταματώ εδώ και αφήνω τη συνέχεια σε σας και στη συζήτηση, με τελευταία υπόμνηση: Ο Μπενάκης, ο Δέλτας και όσοι άλλοι προσέφεραν τον εαυτό τους και την περιουσία τους στην οργάνωση του κράτους και τη θεμελίωση της αστικής δημοκρατίας στην Ελλάδα, κινήθηκαν με βαθιά πολιτική σκέψη και στρατεύθηκαν χωρίς προκαταλήψεις για το κοινό καλό παραμερίζοντας κάθε είδους ιδιοτέλεια.

Ως επίλογος:
«Με τα ποσά που δίνω και έδωσα στο Κολλέγιον Αθηνών δεν σας μένουν παιδιά μου μεγάλα πράγματα να μοιρασθείτε, πολύ λίγα μάλιστα, αλλά έτσι που σας ξέρω, είμαι βέβαιος που δεν θα μου το προσάψετε ως έλλειψη απέναντί σας. Και εσείς όπως και εγώ πιστεύετε πως η κοινωνία όπου ζούμε, είναι κι αυτή συγκληρονόμος μας ή και συνιδιοκτήτης της περιουσίας μας, για πολλούς λόγους που δεν είναι ώρα και τόπος να αναπτύξω. Το ποσοστό κοινωνικής συνιδιοκτησίας δεν είναι ωρισμένο και ως ότου ορισθή εξαρτάται από την κρίση του καθενός. Πέρασα το όριο; Ο καθένας κρίνει διαφορετικά. Παλιό μου όνειρο ήταν να συντελέσω στην εκπαίδευση των ελληνοπαίδων. Αυτό μ’ έσπρωξε να συνεργασθώ και να συντελέσω χρηματικώς στην οικοδόμηση του Κολλεγίου Αθηνών… αλλά δυστυχώς με τον ξεπεσμό των χαρτιών δεν ξέρω τι θα σας μείνει. Και αυτό με εμποδίζει να κληροδοτήσω και μερικά άλλα που θα ήθελα…»

Απόσπασμα από τις τελευταίες θελήσεις του Δέλτα (πριν μερικά χρόνια μου έθεσε υπόψιν ο νυν πρόεδρος του Κολλεγίου και δισέγγονος του Δέλτα, Αλ.Σαμαράς) εκφραστή πολιτικής σκέψης που έβλεπε πέρα και πάνω από προσωπικά συμφέροντα. Εκπροσώπου μιας ιδιαίτερης τάξης αστών που εννοούσαν την κοινωνία «συγκληρονόμο» και «συνιδιοκτήτη», που προσδοκούσαν και επεδίωκαν από το κράτος δικαίου να καθορίσει το ποσοστό της κοινωνικής συνιδιοκτησίας, που έβλεπε την πνευματική καλλιέργεια ως υπέρτατο αγαθό.