ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ Μικρά Μελέτη Σάββατο, Απρ. 28 2012 

ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ

Μικρά Μελέτη

(Αλ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, 12 Αυγούστου 1892)

Εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ, 2012 (160 σελίδες)

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για τους Χαλασοχώρηδες αφού είμαι εκείνος στον οποίο έγινε η τιμή από τις εκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ να τους προλογίσω· να προλογίσω την κομψή αυτή έκδοση, που θυμίζει σε εμάς τους παλιότερους ντύσιμο πολύτιμου βιβλίου με μπλε κόλλα. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στο χρώμα και το στήσιμο του εξωφύλλου, αλλά και στις διαστάσεις του βιβλίου, τη γραμματοσειρά, τις βινιέτες και το κόσμημα της σελιδαρίθμησης. Όλα παραπέμπουν, σε μιαν άλλη εποχή ενώ ―κι εδώ είναι η μεγάλη επιτυχία― ενώ συγχρόνως υπηρετούν επάξια τη σύγχρονη αισθητική. Συγχαρητήρια, λοιπόν, στους συντελεστές του σχεδιασμού της έκδοσης, τους εκδότες την Αναστασία Λαμπρία και τον Κώστα Παπαδόπουλο και οπωσδήποτε την Μάρω Κάκαρη. Πριν απ᾽ όλα, όμως, σε κάθε ξαναδιάβασμα του Παπαδιαμάντη, οφείλουμε το «ευχαριστώ» στον Ν. Τριανταφυλλόπουλο για την προσφορά του σε ό,τι αφορά το παπαδιαμαντικό έργο.

Η αλήθεια είναι ότι με αφορμή την επιστροφή στην εξαιρετική αυτή νουβέλα του Παπαδιαμάντη, συνειδητοποίησα ότι οι αναγνώσεις των κειμένων του κορυφαίου μας πεζογράφου διαβάζονται ανά εποχή και με διαφορετικό πρίσμα. Ποιος θα έφερνε αντίρρηση στο ότι η Φόνισσα, για παράδειγμα, πέρα από τον λογοτεχνικό μανιερισμό ―πολύτιμο αλφαβητάρι για λογοτέχνες και φιλαναγνώστες― σε κάθε εποχή ανάγνωσης θέτει και ένα διαφορετικό πρόταγμα: η σκληρότητα των ηθών, δίνει τη θέση της στα μικροκοινωνικά προβλήματα, για να θέσει επί τάπητος υπαρξιακά προβλήματα της κλειστής κοινωνίας και να προβάλλει το τεράστιο πρόβλημα της γυναίκας.

Και για να έλθω στο προκείμενο, στους Χαλασοχώρηδες· η πρώτη ανάγνωση προσφέρει μια, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμα και απλοϊκή, έκθεση χαρακτήρων που εμπλέκονται σε δράση, αφορμή για την ηθογραφική περιήγηση, η οποία κατ᾽ έθιμο προβάλλεται από το έργο του Σκιαθίτη πεζογράφου.

Η πιο προσεκτική ανάγνωση αποκαλύπτει τον καθρέφτη μιας κοινωνίας, που η ιστορική της πορεία καθόρισε αντιδράσεις του συνόλου, των ομάδων και των ατόμων της. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης, στήνοντας τα πρόσωπά του αντιστικτικά, επαναφέρει την τεχνική του αρχαίου δράματος: αντιπαραβάλλοντας διαδοχικά πρόσωπα με διαφορετική κοινωνική θέση, θέση στην εξουσία, οπτική και στάση ζωής, κατορθώνει να σκιαγραφήσει την ποικιλότητα των ανθρώπων που κινούνται σ’ αυτόν τον τόπο.

Οι Χαλασοχώρηδες, που η επανάγνωσή τους αποκτά σήμερα έναν επίκαιρο χαρακτήρα, σιωπηρά διδάσκουν· διδάσκουν περισσότερο ίσως από κάθε άλλη εποχή, καθώς οι συνθήκες που τους γέννησαν, κατά τρόπο εκπληκτικό συνιστούν για τη σύγχρονη Ελλάδα εικόνα όχι μόνον από το παρόν αλλά και από το μέλλον της. Είναι απίστευτες οι αναλογίες που θα βρει κανείς στο τότε και το τώρα, αν ψάξει τα όσα συνέβησαν πριν και μετά τις εκλογές του 1892, γεγονότα εξ αφορμής των οποίων γράφτηκε η νουβέλα.

Αναγνωρίζουμε πρόσωπα της σύγχρονης πολιτικής σκηνής στα πρόσωπα του  Κωνστατή του Καλόβολου και του Γιάννη της Χρυσαφούς, που καταγράφουν τη συμπεριφορά κατηγορίας ψηφοφόρων. Δίνουν κι οι δυο τους το  στίγμα του αδύναμου «κατ’ επάγγελμα» και αποϊδεολογικοποιημένου ψηφοφόρου, με πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης στην εκλογική διαδικασία, έτοιμου να ανταλλάξει την ψήφο του αντί πινακίου φακής.

Απέναντί τους ο Λάμπρος ο Βάτουλας και ο Μανόλης ο Πολύχρονος που αν και καθένας τους προπαγανδίζει υπέρ διαφορετικού κόμματος, επιδιώκουν κι οι δυο ένα μικρό κέρδος, μεσιτικά από την εξαγορά των ψήφων και των συνειδήσεων των δύο προηγούμενων.

Στην κορυφή της πυραμίδας, χαρακτήρες που εύκολα ανιχνεύονται στους πρωταγωνιστές της σύγχρονης πολιτικής σκηνής, οι δυο πολιτευτές: ο Αλικιάδης που «επολιτεύετο χάριν δημοσίων έργων παμπόνηρος…» και ο Γεροντιάδης «χάριν της Πατρίδος «ψυχαράκι»». Δίπλα τους ένας τρίτος, ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, ―εύκολα αναγνωρίσιμη περσόνα του σύγχρονου πολιτικού βίου― που ψάχνει να βρει τρόπο να παίξει κι αυτός κάποιο ρόλο στα πολιτικά πράγματα «εκφέροντας γενικάς σκέψεις επί των πολιτικών πραγμάτων· να συνδυαστεί με τον Αλικιάδη τον απέτρεψαν γιατί ο Αλικιάδης θα του έτρωγε τα λεφτά χωρίς να του δώσει ψήφους».

Και παρακάτω ο ζευγηλάτης Στροφιλιώτης κι ο Μαλλιοδήμος ο αιγοβοσκός, ο μπαρμπα-Διοματάρης με την αγωνία της αποκατάστασης των γιων του ―σ’ αυτόν οφείλουμε τη φράση «όλοι τους ίδιοι είναι»―, ο εύπιστος Τσιρογιάννης και το αντρόγυνο Σπληνογιάννη, που ψηφίζουν ανάλογα με τις κουμπαριές τους. Κάθε ένας τους πολίτης  με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και αντιδράσεις που εκπορεύονται από τα βιώματα και τις προσωπικές τους αγωνίες.

Επιτρέψατέ μου μια σύντομη αναφορά στα όσα οδήγησαν στις εκλογές και στα όσα θα επακολούθησαν.

Το 1890 στις βουλευτικές εκλογές στις 14 Οκτωβρίου το κόμμα του Χαρίλαου Tρικούπη καταψηφίστηκε και πρωθυπουργός αναδείχθηκε ο μόνιμος αντίπαλός του Δηλιγιάννης. Η οικονομική κρίση που είχε αρχίσει το 1885 συνεχιζόταν και η κυβέρνηση Δηλιγιάννη αναγκάστηκε να πάρει μέτρα λιτότητος.

Μέσα σε δύο μήνες τα το χειμώνα 1891-1892 η αξία των ελληνικών χρεόγραφων στα χρηματιστήρια του εξωτερικού έπεσε κατά 60-70.000.000 φράγκα· η συνολική αξία των ελληνικών χρεόγραφων μειώθηκε κατά 10-12%. Η κυβέρνηση Δηλιγιάννη δεν μπορούσε να κυβερνήσει. Άρχισαν διαβουλεύσεις και πρωτοβουλίες πήραν και εξωκοινοβουλευτικοί παράγοντες ―βλ. Ανδρέας Συγγρός― για την εξεύρεση πολιτικού σχήματος. Στις 18 Φεβρουαρίου ο βασιλεύς Γεώργιος παύει την κυβέρνηση Δηλιγιάννη και ορίζει πρωθυπουργό τον οικονομολόγο Κ. Κωνσταντόπουλο, ο οποίος όμως δεν απέκτησε ερείσματα και έτσι ορίστηκαν εκλογές για τις 3 Μαϊου 1892. Στις εκλογές ο Tρικούπης αναδείχθηκε πρωθυπουργός. Ο Τρικούπης επιχείρησε να αντιμετωπίσει την κατάσταση συνάπτοντας νέα δάνεια για την εξυπηρέτηση των παλαιών. Ο τόκος των δανείων του εξωτερικού κυμαίνονταν γύρω στο 30%. Ακολούθησαν νέα μέτρα λιτότητας, νέοι φόροι. Επιχειρείται νέα σύναψη δανείου, αλλά οι όροι των δανειστών ήσαν υπερβολικοί. Μεταξύ άλλων απαιτούσαν η σύναψη του δανείου να μην κυρωθεί από τη Βουλή, αλλά με απλό βασιλικό διάταγμα… Οι αντιπολιτευόμενοι κατηγορούσαν τον Τρικούπη ότι οι όροι αυτοί ήσαν “ατιμωτικοί για την εθνική κυριαρχία και την ανεξαρτησία της χώρας”. Ο βασιλιάς Γεώργιος κάτω από αυτή την πίεση δεν υπέγραψε το Διάταγμα και το δάνειο δεν συνήφθη.

Ο Τρικούπης παραιτείται, την εντολή παίρνει ο οικονομολόγος Σωτηρόπουλος. Ο Σωτηρόπουλος προκειμένου να αποφύγει την πτώχευση, συνάπτει δάνειο υπό εξαιρετικά βαρείς όρους. Η λύση που έδωσε ο Σωτηρόπουλος θεωρήθηκε από τους ευρωπαίους έμμεση χρεοκοπία, η ελληνική οικονομία βυθιζόταν στο χάος και η κυβέρνηση έχανε τον έλεγχο της κατάστασης. Στις 30 Οκτωβρίου του 1893 η κυβέρνηση ανατίθεται στον Τρικούπη και πάλι, για να εκφωνήσει στις 10 Δεκεμβρίου του 1893 το περίφημο “δυστυχώς επτωχεύσαμε”.

Μέχρι ένα σημείο το έργο το έχουμε ζήσει. Ευχόμαστε να συμβεί κάτι ώστε σήμερα να φανούμε σοφότεροι από o,τι οι πρόγονοί μας και η συνέχεια να μην είναι το ίδιο ζοφερή με εκείνη των εκλογών του 1892.

Εκτός, όμως από την περιρρέουσα πολιτική και κοινωνική ατμόσφαιρα που γέννησε τη συγκεκριμένη νουβέλα, και η οποία, γνωστή στους αναγνώστες του 19ου αιώνα, αποσιωπάται στο κείμενο, έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς έκριναν το συγκεκριμένο έργο οι σύγχρονοί του. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο η εφημερίδα «Ακρόπολις» της 12ης Αυγούστου 1892 παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό της τους Χαλασοχώρηδες:

«Η μορφωτικοτέρα μυθιστοριογραφία είναι η αγγλική, κατά την ομολογία αυτής της γαλλικής κριτικής. Συνετέλεσε πολύ εις τον υφιστάμενον πολιτισμόν του αγγλικού έθνους, το οποίον, κατά την ομολογίαν πάλιν Γάλλων, είναι προοδευτικώτερον και ηθικώτερον του τε γαλλικού και του γερμανικού. Οι μόνοι διηγηματογράφοι παρ’ ημίν, χωρίς εννοείται να επηρεασθώσιν από Άγγλους δημοσιογράφους, διότι ούτε τους ανέγνωσαν καν –οίτινες ενεκαίνισαν νέαν οδόν μη γαλλικήν, είναι οι εκ Σκιάθου κύριοι Α. Μωραϊτίδης και Α. Παπαδιαμάντης. Του τελευταίου από σήμερον αρχόμεθα δημοσιεύοντες ωραίον ηθογραφικόν διήγημα, τους Χαλασοχώρηδες. Ο κ. Παπαδιαμάντης είνε γνωτός εις τους αναγνώστας της «Εφημερίδος», της «Εστίας» της «Ακροπόλεως». Τα διηγήματά του εκρίθησαν πάντοτε ως υψίστης πρωτοτυπίας, δυνατής γραφικότητος και εξόχου φυσικότητος. Αλλ’  οι Χαλασοχώρηδες νομίζομεν ότι θα  καταλάβουν πρωτίστην θέσιν εν τη διανοητική παραγωγή του συγγραφέως δια την ψυχολογικήν  επιβολήν και την ηθολογικήν έννοιά των.

Τα εκλογικά μας ήθη περιγράφονται μετά της αυτής αληθείας και δυνάμεως, μεθ’ ης τα αγγλικά εκλογικά ήθη εις τον Πίκουϊκ του Ντίκενς. Όλη η φυσιολογία, ή μάλλον η στρατηγική ή καλλίτερον η εμποροληστρική των εκλογών εναπεταμιεύθη εν κρυσταλλώδει καταστάσει εις το διήγημα αυτό. Τύποι και ήθη και τρόποι και ιδέαι αποτυπούνται πιστότατα. Ο κ. Παπαδιαμάντης είνε συγγραφεύς της νεώτατης ζωγραφικής σχολής, της λεγομένης υπαιθρίου, χωρίς εννοείται να χωρή εις τα άκρα αυτής, αφού τόση ποίησις μετά της φυσικότητος ρέει εκ της γραφίδος του, ώστε πολλαί σελίδες του τον αναβιβάζουν μέλλον εις τον ορίζοντα της Ολλανδικής σχολής εν τη γραφική τέχνη. Εν είδος Στέεν.

Αλλά δεν έχουν μόνον καλλιτεχνκήν σημασίαν υψίστην οι Χαλασοχώρηδες· και υπό ηθικήν έποψιν θα επιβληθούν εις τους αναγνώστας. Ο κ. Παπαδιαμάντης δεν είναι απλούς διηγηματογράφος, είναι πνευματικός και ηθικός εργάτης, αγωνιστής της προόδου, της ημερώσεως, της δικαιοσύνης· το αίσθημα του λαϊκισμού πάλλει εν αυτώ, και θα ιδήτε πώς εις το εκλογικόν ιπποδρόμιον ο λαός, ο χαμάλης λαός, σκιαγραφείται εν τω πόνω του, αλλά και εν τη υπερηφανεία του, εν τη συμφορά του, αλλά και εν τη ανανήψει του.

Οι Χαλασοχώρηδες υπό έποψιν λαογραφικήν, ελληνογραφικήν θα καταλάβουν τιμητικωτάτην θέσιν εν τη εκλεκτή παραγωγή των τελευταίων χρόνων, παρά τω Ταξείδι του Ψυχάρη, τον Λεβέντην του Παλαμά και την Νεράϊδαν του Καρκαβίτσα. Χαίρομεν διότι η «Ακρόπολις» λαμβάνει την τιμήν να παρουσιάσει εις το κοινόν τοιούτον πολύτιμον έργον.»

Ο συγγραφέας χαρακτηρίζεται στο άρθρο «συγγραφεύς της νεώτατης ζωγραφικής σχολής» και η περιγραφική του δεινότητα παραλληλίζεται με εκείνη των εκπροσώπων της Ολλανδικής σχολής.

Και πώς όχι: μόνο η περιγραφή στην καλύβα του μπαρμπα- Διοματάρη αρκεί για να πειστούμε. Ο λόγος και η διεισδυτικότητα του Παπαδιαμάντη δεν αρκείται στην εικαστική απόδοση· από την περιγραφή του αναδύεται η μυρωδιά του χώρου, η αίσθηση που προκαλεί στον επισκέπτη του, κι όλα αυτά συνιστούν μια υπόμνηση και μια συμπλήρωση στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων που κατοικούν σ’ αυτό το χώρο και που «κρύβουν» σ’ αυτόν τα μικρά και μεγάλα μυστικά τους.

« Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν εις του γέροντος πορθμέως μπαρμπα-Διοματάρη, εις καλύβην ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα ελεεινόν καπνόν με την πίπαν του και θερμαίνοντα τας δύο κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν και ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράσει δύο ή τρία σκορπιδάκια, τα οποία της είχε φέρει ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθισεν επί τινος παλαιού κιβωτίου με γλυφάς και με καρφία διετεθειμένα προς κόσμον εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του εκάθισαν επί τινος κουλουριασμένου τριχίνου σχοινίου, χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί κονταρίων ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλόν όροφον έως το δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον και τα κιλίμια και η ψάθα και οι μύστακες του μπαρμπα-Διοματάρη και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλες.

Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγεί τον σκοπόν της επισκέψεώς του, λέγων ότι την φοράν ταύτην επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίσει δια την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης ήτο φιλότιμος και είχε να ζήσει, και δεν είχεν ανάγκην να διορίσει εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με κάμποσους άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχε αμφιβολίαν ότι αυτήν την φοράν ο μπαρμπα-Διοματάρης θα έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην.

Αυτά τα είπεν εντέχνως ο Λάμπρος ελπίζων να εύρει τον σφυγμόν του γέροντος ναυτικού. Αλλ’ ο μπαρμπα-Διοματάρης, ως να εζήτει αφορμήν να ξεσπάσει, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε συμβεί κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ’ ην είχε δώσει ψήφον εις τους αντιθέτους.

…Είχεν υπάγει [ο μπαρμπα-Διοματάρης] εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόραζε. «Πού σ’ είδα, πού σε ξέρω;». Δεν τον άφηναν ήσυχον επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχει δι’ όλες τις παλιοκαϊάσσες, όσοι εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανόλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ’ ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κι έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει.”

O  Παπαδιαμάντης χαρακτηρίζεται εξάλλου από τον συντάκτη της εφημερίδας «Ακρόπολις» ως νεωτεριστής συγγραφέας με έργα πρωτότυπα που διεισδύουν στην ψυχολογία των χαρακτήρων και προβάλλουν και το αιτούμενο ήθος. Το έργο του τοποθετείται δίπλα σε εκείνο του Ψυχάρη, του Παλαμά, του Καρκαβίτσα και πλουτίζει την ηθική και προοδευτική ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Οι Χαλασοχώρηδες στέκουν επάξια δίπλα σε αντίστοιχο έργο του Ντίκενς και, όπως σημειώνεται «εν αυτώ… θα ιδήτε πώς εις το εκλογικόν ιπποδρόμιον ο λαός, ο χαμάλης λαός, σκιαγραφείται εν τω πόνω του, αλλά και εν τη υπερηφανεία του, εν τη συμφορά του, αλλά και εν τη ανανήψει του…».

Κι αυτός ο χαμάλης λαός από τις στήλες της εφημερίδας «Ακρόπολις» το Μάιο  του 1892 καλείται να ρίξει:

ΑΣΠΡΟ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΝΔΕΚΑ ΤΡΙΚΟΥΠΙΚΟΥΣ

ΜΑΥΡΟ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΕΝΔΕΚΑ ΚΟΡΔΟΝΙΚΟΥΣ

Το κόμμα του Τρικούπη είχε ως έμβλημα κλάδο ελαίας, ενώ οι Οπαδοί του Δηλιγιάννη κυμάτιζαν κορδέλες εξού και «κορδονικοί» και όπως μας πληροφορεί το φύλλο της εφημερίδας «Νέος Αριστοφάνης» της 2ας Μαϊου σχετικά με τους υποψήφιους βουλευτές «εκτίθενται εν Αθήναις τριάκοντα τέσσαρες. Εκ τούτων ένδεκα είνε δηλωμένοι Τρικουπικοί και έτεροι ένδεκα Διληγιαννικοί, οι δε υπολειπόμενοι δώδεκα εκθέτουν κάλπην ελευθέρων φρονημάτων»!

Κι ο καυστικός Σουρής, που εκφράζει το λαϊκό αίσθημα της εποχής του, από τις στήλες του «Ρωμιού» της 22ας Φεβρουρίου 1892, ειρωνεύεται τους πολιτικάντηδες που επαιτούσαν να τους δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης:

Όσοι μαράζι και σεβντά για το Κουβέρνο έχουν

τους βλέπω απ’ οπίσω σου με δάκρυα να τρέχουν

και σου φωνάζουν: «Βασιλεύ, ελέησε και σώσε,

ένα χαρτοφυλάκιο κι εμένα, μπάρμπα, δώσε,

και την Μαρία σου να δεις ογρήγορα Τσαρίνα

κι εμείς γι’ αυτήν να παίξομε ζουρνάδες και κλαρίνα».

Στις παραμονές των εκλογών, ο «Ρωμηός» κυκλοφορεί (τ. 385, 2.5.1892) έχοντας στην πρώτη σελίδα τον συνήθη διάλογο Φασουλή και Περικλέτου, αλλά με τον Θεόδ. Δηλιγιάννη αντί του Περικλέτου: Φασουλής και Θοδωρέτος / ο καθένας νέτος σκέτος.

Θ. Και πώς τα βλέπετε λοιπόν;

Φ.                                            Μαυρίλα μού μυρίζει

κι η αύριον τι τέξεται καθένας το γνωρίζει.

Θ. Ω λύσσα εκδικήσεως!… ω πάθη ψυχοφθόρα!…

Φ. Καθόλου το συμφέρον σου δεν ένοιωσες ως τώρα.

Συ πρέπει να μαυρίζεσαι και με το παραπάνω

για να σε λένε Ζίγγις Χαν, αστέρι, Ταμερλάνο.

Όταν σε διώχνει κι η Αυλή με το σικτίρ πιλάφι.

όταν ροφούν το αίμα σου φρικτοί μηχανορράφοι,

η Συμμαχία η τριπλή και άλλοι περιδρόμοι,

όταν σαλεύουν όπως λες Συντάγματα και νόμοι,

τότε κι αστράπτεις και βροντάς και θαύματα μας κάνεις,

τότε στ’ αλήθεια φαίνεσαι πώς είσαι Δεληγιάννης.

Και πόσα μας φέρνουν στο μυαλό οι στίχοι του «Ρωμηού» της 2ας Μαϊου-παραμονής των εκλογών του 1892:

Εσύ ποτέ δεν έπρεπε στην Εξουσία νά’μπεις,

εσύ απέξω κυβερνάς, εσύ απέξω λάμπεις,

εσύ απέξω μοναχά δαγκάνεις σαν κορέος

κι Εθνάρχης ονομάζεσαι και Τσάρος του Μορέως.

Εσύ επλάσθης, Θοδωρή, για νάσαι πάντα μάρτυς

κι αντιπολιτευόμενος κι αιμοδιψής αντάρτης,

των κυβερνώντων δικαστής και δήμιος σκληρός

και νόμων και Συντάγματος ακοίμητος φρουρός,

αλλέως, Θοδωρέτο μου, το φόρτε σου δεν ξέρεις

και τίποτα σε βεβαιώ πως δεν θα καταφέρεις.

Έτσι αντιμετώπιζαν την εκλογική αναμέτρηση οι Έλληνες ψηφοφόροι του 1892. Και καθένας στο μυαλό του μπορεί να προστρέξει σ’ εύκολες αναλογίες με πρώτη και κύρια τη σύγκρουση «δύο εκλογικών μονομάχων» που χαρακτήρισε την πολιτική ζωή της χώρας μας για πολλές-πολλές δεκαετίες και φτάνοντας στις μέρες μας δείχνει να κλείνει το κεφάλαιό της· σε αντίθετη περίπτωση η συνέχεια της ιστορίας Τρικουπικών και Δηλιγιαννικών κινδυνεύει να αποκτήσει προϊδεαστικό χαρακτήρα και λειτουργώντας ως Κασσάνδρα  να θυμίσει, σε εμάς τους ψηφοφόρους του 21 αιώνα, ότι μετά το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» ο Τρικούπης εκφωνεί το μνημειώδες «ανθ’ ημών Γουλιμής», χάνοντας όχι μόνο τις εκλογές αλλά και την έδρα του, ενώ ο θριαμβευτής των εκλογών του 1895 Δηλιγιάννης οδηγεί τη χώρα στον καταστροφικό ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, για να δολοφονηθεί λίγα χρόνια αργότερα έξω από τη Βουλή από έναν προστάτη νυκτερινών κέντρων της εποχής.

Αφού η αφήγηση μας αποκαλύψει πλήθος στιγμών της Σκιαθίτικης ζωής παράλληλα προς στην μελέτη της συμπεριφοράς των «ψηφοφόρων» με την οποία γνωρίζουμε πολιτευτές και ψηφοφόρους, οδηγούμαστε στο ξεχωριστό σημείο του έργου όπου ο Αλ. Παπαδιαμάντης, δια στόματος Λέανδρου Παπαδημούλη, φιλοσοφεί περί των εκλογών και του πολιτεύεσθαι και παίρνει τη θέση εκείνη που ταιριάζει στον κοσμοκαλόγερο μας: Στο «σωκρατικό» διάλογο που εκτυλίσσεται μεταξύ Παπαδημούλη και του ξένου ξεκαθαρίζει: “… Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί. «Κυάμων απέχεσθε!».  Ο Χριστός είπεν: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».

Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε «Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ;» Διότι ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός, ο κραταιότατος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.

 

Ο διάλογος Παπαδημούλη και ξένου λειτουργεί ως σχόλιο χορού σε αρχαίο δράμα, ως εξόδιο άσμα καθώς ακολουθεί το κλείσιμο της κάλπης και το τέλος. Κι ο Παπαδιαμάντης αληθινός κοσμοκαλόγερος που περιβάλλει όλους του τους ήρωες, καλούς, κακούς, με αγάπη, επιλέγει την πιο κάτω ευριπίδεια κατάληξη, στέλνοντας παράλληλα και το μήνυμα πως και στις επόμενες εκλογές θα συμβούν ακριβώς τα ίδια:

« Εξελέχθησαν δε ευτυχώς βουλευταί της επαρχίας ο κ. Γεροντιάδης διά ψήφων 1239 και ο κ. Αλικιάδης διά ψήφων 1158 απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους.

Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο κόσμος και δεύτερον δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν επί μίαν εισέτι περίοδον τας διακεκριμένας υπηρεσίας των, ο είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα δημόσια έργα της επαρχίας.»

Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Οι Χαλασοχώρηδες είναι καθρέφτης της κοινωνίας που ζούμε· είναι μια μελέτη συμπεριφοράς των πολιτών· η επικαιρότητά τους δεν υφίσταται μόνο κατά την προεκλογική περίοδο, αλλά αποτελεί υπόμνηση για την δέουσα συμπεριφορά του πολίτη και του πολιτικού, για τη συμπεριφορά εν τέλει το ανθρώπου ως όντος πολιτικού.

Εύχομαι οι Χαλασοχώρηδες να συνεχίσουν το ταξίδι τους στον ΠΟΤΑΜΟ που τους διάλεξε, να μας διδάξουν και να μας νουθετήσουν για τις κρίσιμες επιλογές που καλούμαστε να κάνουμε σαν άτομα και κοινωνία τις επόμενες ημέρες.

Σωκράτης Κουγέας

Παρουσίαση έκδοσης,

βιβλιοπωλείο διάμετρος

Χαλκίδα, 25 Μαϊου 2012

 

OΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ Τρίτη, Ιαν. 5 2010 

Είναι οι μέρες αυτές, μέρες αναπόλησης και νοσταλγίας. Το «γιατί» δεν είναι της στιγμής· έτσι είναι. Τα κανάλια κι οι τηλεοράσεις κάνουν zapping στη χρονιά που πέρασε βάζοντας το μάτι τους στην κλειδαρότρυπα των αθλητικών, καλλιτεχνικών, πολιτικών γεγονότων, στα δημοτικά και τα γυμνάσια τα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη μεταφέρουν σε μιαν εποχή αθωότητας, τα περιοδικά –αλήθεια πόσα οικογενειακά περιοδικά κυκλοφορούν; ίσως και κανένα- πλασάρουν δώρα παρελθοντόστροφα, όπως βώλους –τα γκαζάκια της νεότητάς μας-, τσίγκινα αυτοκινητάκια, πορσελάνινες κούκλες, μολυβένια στρατιωτάκια. Ακόμα και τα κουτιά συσκευασίας για τα μπισκότα και τα σοκολατάκια τις μέρες αυτές μας γυρίζουν σε εποχές άλλες με τα τούλια, τις κοριτσίστικες φιγούρες με τους φιόγκους και τις δαντέλες, με τα παλ χρώματα σε αποχρώσεις ροζ, γκρι-μπλε … Όσο κι αν προσπαθούμε όμως τις μέρες αυτές με χίλιους τρόπους να επαναφέρουμε το κόσμο του ’60 ματαιοπονούμε και το πολύ πολύ να κάνουμε ένα αξιοπρεπές μνημόσυνο στην εποχή της «χαμένης αθωότητας». Μα ούτε κι αυτό το καταφέρνουμε: δε μας σώζουν ούτε τα αναγνωστικά του Μίμη και της Άννας –φου-φου η φωτιά- ούτε τα καρτ-βιζίτ με τα καλλιτεχνικά στοιχεία «Επιφυλασσόμεθα δια την επαύριον».

Ματαιοπονούμε, γιατί η «επαύριον» έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Η μητέρα ψώνιζε φοντάν ή πάστες από τη «Μασκοτίτσα» κι η πωλήτρια τακτοποιημένη στην μπλε σκούρα ρόμπα της με κεντημένο στο τσεπάκι το όνομά της, περιτύλιγε το χαρτόκουτο σε κόκκινο χαρτί διακοσμημένο με χρυσές χριστουγεννιάτικες μπάλες κι έναν κατακόκκινο φιόγκο που κατσάρωνε τις άκρες της κορδέλας με το ψαλίδι. Στη Μακρυγιάννη το «5» μας πήγαινε άλλοτε Κολλιάτσου για τη θεία τη Νίκη, άλλοτε οδεύαμε στην πλατεία Βάθης (με το Βάθη χάνει τη γοητεία του) για επίσκεψη στη θεία Κλειώ, το θείο Δημήτρη, το θείο Κώστα. Το κουδούνι στην είσοδο του νεοκλασικού της θείας Κλειώς ηχούσε παράξενα κι όταν άνοιγε η πόρτα άρχιζε το καλωσόρισμα «Χρόνια σας πολλά! Τι καλά που κάνατε και ήρθατε. Ελάτε, περάστε… Μα δεν ήταν ανάγκη…» Η τρεμάμενη φωνή της θείας αντηχούσε «Κώστα, Δημήτρη…». Οι θείοι πρόβαλαν στο ημίφως του νεοκλασικού καθώς έβγαζα σιωπηλός το γκρι τσόχινο παλτό που μου είχε ράψει η γιαγιά μου. Καθόμασταν όλοι γύρω από ένα τραπέζι κι η οικιακή βοηθός έφερνε νερό και μελομακάρονα που είχε φτιάξει η θεία Κλειώ. «Έκτακτα τα μελομακάρονα, θεία» «Να σας δώσω μερικά να πάρετε στο σπίτι…» Κι ύστερα χωρίς καμία αμηχανία η συζήτηση γύριζε εκεί από όπου ξεκίνησε: «Τι καλά που κάνατε κι ήρθατε…» «Πόσο καιρό έχω να σας δω…» «Πόσο μεγάλωσαν τα παιδιά· φτου τους…» και άλλα τέτοια. Η κουβέντα εξαντλείτο με μερικές ακόμα ερωτήσεις για τα άλλα μέλη της οικογένειας «τι κάνει ο τάδε;» «τι κάνει η δείνα;» και απαντήσεις «καλά είναι· πέρασε μια μικρή αδιαθεσία· τώρα είναι καλά», για να καταλήξει «Ώρα να πηγαίνουμε» «Τι καλά κάνατε που ήρθατε και σας είδαμε». Οι επισκέψεις αυτές ήταν για μένα αφόρητες και στα εφηβικά μου χρόνια τις θεωρούσα ανούσιες και μικροαστικές. Όμως όσο απομακρύνομαι από αυτές αισθάνομαι πως επιτελούσαν μια μοναδική και σημαντική κοινωνική  λειτουργία: μέσα από τη ζωντανή επαφή των επισκέψεων δηλώναμε ότι δεν είμαστε απόντες.

Βλέπω στους δυο καναπέδες του σπιτιού τα παιδιά μου ριγμένα να δηλώνουν την κοινωνική τους παρουσία μέσω του facebook, τα κινητά μας τηλέφωνα να κατακλύζονται από προ-γραμμένες –κοινώς ετοιματζήδικες- ευχές που απευθύνονται σε ομάδα αποδεκτών, και κάμποσους γνωστούς να επικοινωνούμε με επισκέψεις στη μπλογκόσφαιρα, υπογράφοντας με ένα συμβατικό ψευδώνυμο σαν το συμβατικό «παρών» της visual reality, εκτοπίζοντας τις εθιμικές επισκέψεις που εδραίωναν το φυσικό «παρών» των ανθρώπων επί γης, που δήλωναν την παρουσία μας με σάρκα και οστά.

Καλή Χρονιά