ΑριστείδηςΦουτρίδης, ο ελληνιστής του Χάρβαρντ Δευτέρα, Αυγ. 28 2017 

(Λαμπρινή Κουζέλη, εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 27/8/2017)
Η ζωή και το έργο του ικαριώτη πρωτοπόρου δασκάλου των ελληνικών γραμμάτων στις ΗΠΑ παρουσιάζεται σε πρώτο πρόσωπο μέσα από τις επιστολές του προς τους φίλους του Χρίστο Ν. Λαμπράκη, Σωκράτη Β. Κουγέα και τους συγγενείς του
ΑριστείδηςΦουτρίδης, ο ελληνιστής του Χάρβαρντ
Ο Αριστείδης Φουτρίδης. Φωτογραφία που εστάλη από την αδελφή του Δέσποινα στον Σωκράτη Κουγέα μετά τον θάνατό του
Αριστείδης Ε. Φουτρίδης
Το τιμιότερο πρόσφορο
Επιστολές του Αριστείδη Ε. Φουτρίδη προς τον Χρίστο Ν. Λαμπράκη, τον Σωκράτη Β. Κουγέα και συγγενικά του πρόσωπα

Επιμέλεια Σωκράτης Β. Κουγέας
Εκδόσεις Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2017
σελ. 345, τιμή 18 ευρώ 

Παιδί φανατικό για γράμματα, ο Αριστείδης Φουτρίδης, γιος του καπετάνιου Ευάγγελου Φουτρίδη, γεννήθηκε το 1887 στην Ικαρία και κατέληξε καθηγητής Ελληνικών Σπουδών στο Χάρβαρντ. Ο αιώνας που μας χωρίζει από την αναχώρησή του από την Ελλάδα και τον πρόωρο θάνατό του – πέθανε από συγκοπή σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών το καλοκαίρι του 1923 – έχει εξασθενίσει την ακτινοβολία του στα καθ’ ημάς, παραμένει όμως φημισμένο τέκνο του ελληνισμού της Διασποράς στους κύκλους των αποδήμων και πρωτοπόρος νεοελληνιστής στους κύκλους των αμερικανών ελληνιστών. Σπούδασε κλασική και αγγλική φιλολογία στο Χάρβαρντ – συνεχίζοντας τις σπουδές που άφησε ανολοκλήρωτες στην Αθήνα λόγω εσπευσμένης αναχώρησης για την Αίγυπτο για λόγους οικονομικούς – όπου και δίδαξε αφήνοντας σημαντικό λογοτεχνικό, μεταφραστικό και κριτικό έργο. Μελέτησε τους αρχαίους τραγικούς, εκπόνησε διατριβή (1910) για τον Διγενή Ακρίτη, μετέφρασε σύγχρονούς του λογοτέχνες, ίδρυσε τον «Ελικώνα» (1911-1918), την πρώτη ελληνική φοιτητική Ενωση στις ΗΠΑ, και δημοσίευσε στα αγγλικά δοκίμια για τους έλληνες λογοτέχνες της εποχής του.

Το περιπετειώδες μυθιστόρημα της ζωής του αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο στις εκατόν οκτώ επιστολές που κυκλοφόρησαν στον τόμο Το τιμιότερο πρόσφορο (ΜΙΕΤ, 2017) προς τους φίλους του Χρίστο Ν. Λαμπράκη και Σωκράτη Κουγέα, την αδελφή του Δέσποινα, τον αδελφό του Νείλο και άλλα συγγενικά του πρόσωπα. Την έκδοση των επιστολών, οι οποίες απόκεινται στο Ελληνικό, Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), επιμελήθηκε ο φιλόλογος και ερευνητής Σωκράτης Β. Κουγέας, εγγονός του ιστορικού, πανεπιστημιακού καθηγητή και ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα (1877-1966) και μελετητής της ζωής και του έργου του ηπειρώτη παιδαγωγού Χρίστου Ν. Λαμπράκη (1882-1925). Η αναλυτική και κατατοπιστική εισαγωγή του στον τόμο καθώς και τα σοφά επιλεγμένα πραγματολογικά σχόλια που υπογράφει μαζί με την Κατερίνα Ευσταθίου πλαισιώνουν την προσωπική αποσπασματική αφήγηση του Φουτρίδη με όλα τα ιστορικά και φιλολογικά της συμφραζόμενα. Είναι τα χρόνια του Εθνικού Διχασμού, της όξυνσης του γλωσσικού ζητήματος, της συγκρότησης του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910), των μεγάλων βενιζελικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων και των συνακόλουθων αναιρέσεών τους από τις αντίπαλες κυβερνήσεις. Είναι μια εποχή κινητικότητας και αισιοδοξίας για τις ελληνικές σπουδές. Στις επιστολές παρακολουθούμε από κοντά πώς οι τρεις φίλοι, συντασσόμενοι με τη βενιζελική παράταξη, τους δημοτικιστές και τον κύκλο του Νικόλαου Πολίτη, δίνουν ο καθένας από το δικό του μετερίζι αγώνα για την πνευματική αναγέννηση της Ελλάδας. Ο Κουγέας ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μέσα από άλλες δημόσιες θέσεις, ο Λαμπράκης ως συλλογέας δημοτικών τραγουδιών της πατρίδας του και θεμελιωτής των Νεοελληνικών Σπουδών στη Γενεύη με κληροδότημα που αφήνει μετά τον θάνατό του, και ο Φουτρίδης ως καταξιωμένος ελληνιστής σε ένα τα περιφημότερα πανεπιστήμια της αμερικανικής Ivy League, στη μνήμη του οποίου το Χάρβαρντ προσφέρει υποτροφία σε έλληνες φοιτητές.

Δάσκαλος του Κωνσταντίνου Τσάτσου
Φοιτητής στην Αθήνα, για να καλύψει τα έξοδα των σπουδών του, ο Φουτρίδης παραδίδει μαθήματα σε δύο παιδιά της οικογένειας Τσάτσου. Ο μικρότερος από τους μαθητές του, ο Κωστάκης, είναι ο μετέπειτα φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Παρότι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος ήταν μόλις έξι ετών το 1905 όταν ο Φουτρίδης έφυγε από την Αθήνα συστήνοντας στην οικογένεια Τσάτσου ως διάδοχό του τον φίλο του Χρίστο Λαμπράκη, αυτό το «χρυσό παιδάκι» είχε ήδη εντυπωσιάσει τον δάσκαλό του με τις μαθησιακές του ικανότητες. Γνωρίζει τα μέρη του λόγου, κλίνει ουσιαστικά και ρήματα, κάνει αριθμητικές πράξεις και απολαμβάνει τις αφηγήσεις επεισοδίων από την ελληνική Ιστορία. «Είνε ψυχή ευφάνταστη και ποιητική. Δίδε τροφήν με εθνικά παραμυθάκια, με την αρχαίαν μυθολογίαν. Προ παντός πρόσεχε να λαμβάνη ύφος εμπνευσμένου· θα τον βλέπεις σχεδόν δακρύοντα» γράφει ο Φουτρίδης στον Λαμπράκη στις 24 Οκτωβρίου 1905 από την Αίγυπτο, καταλήγοντας: «Tον Κωστάκην πολύ τον αγαπώ και σοι τον εμπιστεύομαι με όλην την θέρμην της απείρου στοργής ην προς αυτόν τρέφω». Δέκα χρόνια αργότερα, στην Αμερική πια, βραβευμένος μελετητής, δεν παύει να ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια του παλιού μαθητή του. Μέσω του Λαμπράκη στέλνει στον Κωστάκη μελετήματά του στα αγγλικά, την πραγματεία «The Literary Impulse of Modern Greece» και το άρθρο του για τον Ολυμπο που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο αμερικανικό περιοδικό Scribners’ Magazine.
Απόστολος του δημοτικισμού
Στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος οπωσδήποτε δεν θα συναντήσουμε το όνομα του Φουτρίδη μεταξύ των μαχόμενων δημοτικιστών. Αντιθέτως. Στην Αθήνα ζει από κοντά τις ταραχές των Ευαγγελικών (1901) και των Ορεστειακών (1903) και, φοιτητής της φιλολογίας, συμμετέχει με άλλους φοιτητές του αρχαϊστή καθηγητή Γεωργίου Μιστριώτη στον προπηλακισμό του «προδότη» Παλαμά. Λίγα χρόνια αργότερα, δάσκαλος στο Σιμπίν ελ Κομ στην Αίγυπτο – όταν στα πρώτα του μαθήματα, ύστερα από μια εισαγωγή στη γραμματική της αττικής διαλέκτου και μια διάλεξη περί του κάλλους της (αρχαίας) ελληνικής, οι μαθητές του τού μαρτυρούν ότι ο προηγούμενος δάσκαλός τους τη θεωρούσε βάρβαρη γλώσσα και «καλλίτερη αυτή που μιλούμε» – ο Φουτρίδης αποφαίνεται για τον «μαλλιαρό» προκάτοχό του: «Θα είνε τρελλός». Στις ΗΠΑ, μακριά από την επιρροή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο Φουτρίδης διαβάζει τακτικά τον Νουμά, υιοθετεί στον λόγο του μια ήπια δημοτική και γίνεται σταδιακά ευαγγελιστής της δημοτικής γλώσσας και των δημοτικιστών συγγραφέων στον Νέο Κόσμο. Μάρτυρες της μεταστροφής αυτής, οι επιστολές που δημοσιεύονται στον τόμο, γραμμένες στην καθαρεύουσα, ακόμη κι εκείνες που απευθύνονται στα πιο οικεία του πρόσωπα, απεκδύονται βαθμιαία το καθαρευουσιάνικο λεξιλόγιο και τη μορφολογία και αποστέλλονται στην Ελλάδα σε μια ζεστή δημοτική. Ζητά συχνά στους φίλους του να του ταχυδρομήσουν ποιήματα του Παλαμά με τα οποία δηλώνει, τον Δεκέμβριο του 1914, πως «έχω ίσαμε τώρα γεμίση τους αμερικανούς και ελληνικούς μου φίλους της Βοστώνης». Την επόμενη χρονιά θα δώσει σχετική διάλεξη στα ελληνικά στο ελληνικό κοινό της Βοστώνης. «Εβάλαμε σωστή φωτιά», θα γράψει στον Λαμπράκη. «Το γλωσσικό ζήτημα άναψε με όλες τις φασαρίες του».
Μεταφραστής του Παλαμά
Στα τέλη του 1914 ο Φουτρίδης έχει μόλις επιστρέψει στις ΗΠΑ από πολύμηνη παραμονή στην Ελλάδα όπου συναντιέται και με τον Παλαμά. Είναι τώρα πεπεισμένος για την «επιστροφή της πνευματικής αριστοκρατίας στην ψυχή του λαού». Στο κίνημα αυτό ξεχωρίζει τον ποιητή Παλαμά και τον λαογράφο και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νικόλαο Πολίτη. Κοινοποιεί τις απόψεις του στους αμερικανούς αναγνώστες στο άρθρο «The Literary Impulse of Modern Greece» που δημοσιεύεται στο πρωτοχρονιάτικο τεύχος του Poet Lore (1915). Οπως μεταφέρει ο ίδιος σε επιστολή του στον Λαμπράκη τον Απρίλιο του 1915, στο άρθρο υποστηρίζει ότι Πολίτης και Παλαμάς είναι «τέλειοι εργάτες εντελώς αφοσιωμένοι στην ψυχή του λαού». Ο Πολίτης χαρακτηρίζεται «πιστός συλλέχτης και σωτήρας κάθε λαϊκής δημιουργίας» και ο πάλαι ποτέ «προδότης» Παλαμάς «η μεγαλύτερη δημιουργική λογοτεχνική μεγαλοφυΐα που η Ελλάδα έχει γεννήσει μετά την αρχαία κλασσική εποχή». Αρχίζει να μεταφράζει Παλαμά. H δουλειά θα γίνει εξαιρετικά μεθοδικά. Για να αποφασίσει με ποιο κείμενο θα ξεκινήσει, ζητά να διαβάσει όλα τα έργα του Παλαμά, ζητά την άδειά του, ζητά και το copyright από την κεντρική κυβέρνηση στις ΗΠΑ. Μέσω Λαμπράκη μηνύει στον Παλαμά: «Τα έξοδα θα είναι όλα δικά μου και αν τυχόν και έχωμε κέρδη τότε θα είναι ελεύθερος ο ποιητής να τα διαθέσει όπως θέλει ο ίδιος». Τα επόμενα χρόνια θα μεταφράσει – και θα εκδοθούν – την Ασάλευτη ζωή (1919, 1921), τον «Θάνατο παλληκαριού» (1920) και την Τρισεύγενη (1923). Κατά διαστήματα γράφει στον Παλαμά, του ζητά βιογραφικά στοιχεία και βιβλία. Ο ποιητής αμελεί να απαντήσει. Εναν χρόνο μετά τον θάνατο του Φουτρίδη, θα του κάνει φιλολογικό μνημόσυνο στον Ελεύθερο Λόγο, κλείνοντας με την υπόσχεση να δημοσιεύσει κάποτε την τελευταία επιστολή που του έστειλε ο Φουτρίδης λίγο πριν πεθάνει, τον Μάρτιο του 1923, το «τιμιότερο πρόσφορο» στη μνήμη του.
Μια ανθολογία νεοελληνικού διηγήματος
Καθώς τα ενδιαφέροντα του Φουτρίδη στο Χάρβαρντ μετακινούνται σταδιακά από την αρχαία στη σύγχρονη γραμματεία, αναλαμβάνει την πρωτοβουλία της διάδοσης του νεοελληνικού πολιτισμού στην Αμερική και συνεργάζεται με την ελληνοαμερικανίδα λογοτέχνισσα Δήμητρα Βάκα στην έκδοση μιας ανθολογίας νεοελληνικού διηγήματος. Ο τόμος Modern Greek Stories (Duffield and Company, 1920) – ψηφιοποιημένος τώρα στο σύνολό του από τη Βιβλιοθήκη του Χάρβαρντ και προσβάσιμος μέσω Διαδικτύου – περιλαμβάνει διηγήματα των Καρκαβίτσα, Βιζυηνού, Δροσίνη, Ξενόπουλου, Πολυλά, Εφταλιώτη, Παλαμά, Καστανάκη, Παπαδιαμάντη μεταφρασμένα από τον Φουτρίδη και τη Βάκα, η οποία υπογράφει το προλογικό σημείωμα. Η ιδέα είχε προταθεί στη Βάκα από τον νεοϋορκέζικο εκδοτικό οίκο, που ζητούσε δέκα διηγήματα «διαφόρων συγγραφέων εκφραστικών της ελληνικής ζωής». Μεθοδικός πάντα, άξιος μίμησης για ανάλογες εκδοτικές προσπάθειες και επί των ημερών μας, το 1919 ο Φουτρίδης γράφει στον Κουγέα: «Τρέξε σε παρακαλώ στον Δελμούζο, Χατζόπουλο, Δέλτα, Παλαμά κτλ. και μαζί κάμετε πρόχειρη λίστα δέκα καλλιτέρων νεωτέρων διηγηματογράφων… αν μου στείλεις και τίποτε δημοσιευμένες κριτικές διηγηματογραφίας νεοελληνικές θα σου φέρω ό,τι δώρο μου ζητήσεις από την Αμερική». Στην αλληλογραφία του σώζονται οι λίστες που του είχε αποστείλει ο Κουγέας, στις οποίες, μεταξύ άλλων, προτείνονται επίσης κείμενα του Χατζόπουλου, του Πασαγιάννη, του Θεοτόκη και του Κονδυλάκη.
Κριτικός της σύγχρονής του παραγωγής
Παρότι ζητά τη βοήθεια φίλων του στην Ελλάδα, ο Φουτρίδης παρακολουθεί από πρώτο χέρι την ελληνική λογοτεχνική κίνηση από την αλεξανδρινή Νέα Ζωή, τον Νουμά, τη Λαογραφία και άλλα έντυπα που ζητά να του στέλνουν από την Αθήνα, και εκφράζει με παρρησία τις απόψεις του. Τον Ιούνιο του 1910, με αφορμή τεύχος της Ηγησώς που του στέλνει ο Λαμπράκης, σχολιάζει: «Πες εις αυτούς τους ποιητάδες να παύσουν να γρινιάζουν και να γράφουν κάτι με σημασία και καθ’ αυτό ελληνικό. […] Η ζωή είναι ωραία, έρως, φύσις, γη, ουρανός, όλα εις την Ελλάδα είναι γλυκά. Μου φαίνεται σαν παρακμή να έχωμε να γρινιάζωμεν διά πόνους ανυπάρκτους και φαντασιοπληξίας εν ω έχομεν τόσο ωραίας παραδόσεις τόσω εμπνευστικά θέματα εις την γλώσσα μας. Επειτα η τεχνική των μου φαίνεται κάπως ακαταλόγιστος…». Με κριτική οξύνοια συλλαμβάνει την ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και θλίψης που επικρατεί στην ποίηση των νεαρών νεορομαντικών ποιητών της βραχύβιας Ηγησώς (1907-1908), με την οποία συνεργάζονται τακτικά ο Βάρναλης, ο Λαπαθιώτης και ο Φιλύρας – η οποία θα εκφραστεί εντονότερα την επόμενη δεκαετία από τους ίδιους και άλλους ποιητές της λεγόμενης «ποίησης της παρακμής».
«Η παιδεία πηγή της κακοδαιμονίας μας»
Η προοδευτική γλωσσική και ιδεολογική μεταστροφή του Φουτρίδη οφείλεται εν πολλοίς, όπως μαρτυρεί επιστολή του Δεκεμβρίου του 1908 από τη Μασαχουσέτη, στην επίδραση που ασκεί επάνω του η αμερικανική εκπαίδευση. Τα παιδευτικά οφέλη του Χάρβαρντ προκαλούν δύσθυμες σκέψεις για την ελληνική κοινωνία – με ισχύ. «Οσω περισσότερον απολαύω των αγαθών του ενταύθα κόσμου, τόσω βαθύτερον οίκτον αισθάνομαι διά την φοβεράν κατάραν του έθνους μας να έχει τόσο ελεεινήν παιδείαν. Εν τη παιδεία μας κείται νομίζω η πηγή της κακοδαιμονίας μας». Και συνεχίζει στην επιστολή του προς τον φίλτατο Χρίστο: «Οι χρυσοί μας αιώνες παρήλθον! Χρειαζόμαστε Νέαν Ζωήν, χρειαζόμεθα φως νέων πηγών. Η Ελλάς μας είναι νεκρόν άγαλμα. Χρειάζεται ο εραστής Πυγμαλίων ίνα τη δώση ζωήν διά του πυρός θείου έρωτος». Και προτρέπει τους φίλους του στην Ελλάδα να ακολουθήσουν το παράδειγμα άλλων εθνών: «…εάν θέλετε να κάμητε τίποτε εις εκείνον τον τόπον, να φροντίσητε με κάθε τρόπον να ζήσητε επί δύο τρία έτη εις κόσμους, όπου ζη ακόμη ελευθερία αληθής».
Advertisements

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι Δευτέρα, Απρ. 4 2016 

ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 14.07.2012
Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Έντυπη ( εφ. Καθημερινή)

Μια έκδοση στηριγμένη στα αρχεία της Βενετίας και άλλα έγγραφα τoυ 17ου, 18ου και 19ου αι. Δευτέρα, Ιολ. 16 2012 

ΠOΛITIΣMOΣ Hμερομηνία δημοσίευσης: 14-07-12

Η Μάνη τον 16οαι. και οι θρύλοι

Μια έκδοση στηριγμένη στα αρχεία της Βενετίας και άλλα έγγραφα τoυ 17ου, 18ου και 19ου αι.

Του Διονύση Ν. Μουσμούτη*

Τα αρχεία της Βενετίας από πολύ νωρίς είχαν κινήσει το ενδιαφέρον του ακαδημαϊκού Σωκράτη Β. Κουγέα (Δολοί Αβίας 1876 – Αθήνα 1966) -διετέλεσε και πρώτος γραμματέας των Γενικών Αρχείων του Κράτους- για τον πλούτο που έκρυβαν. Το 1933 στο μελέτημά του «Συμβολαί εις την τοπογραφίαν της ΒΔ Μάνης» (περ. Ελληνικά, 2 [1933], σ.σ.: 261-324), αξιοποίησε έγγραφα του 17ου, 18ου και 19ου αιώνα), ενώ τη διετία 1959-1960, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Μέρτζιου (1886-1971) -Ηπειρώτη δημοσιογράφου- και τη χρηματοδότηση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, του δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί στο ανεξερεύνητο πρωτογενές υλικό του νεοσύστατου Ελληνικού Ινστιτούτου.

Λιμπέριος Γερακάρης

Την περίοδο αυτή το ερευνητικό του ενδιαφέρον είχε στραφεί στην προσωπικότητα του Λιμπέριου Γερακάρη, επονομαζόμενου Λιμπεράκη, του οποίου τιμάριο υπήρξαν οι Δολοί Αβίας, η γενέτειρα του Κουγέα. Το σχετικό υλικό είχε επισημανθεί και συγκεντρωθεί παλαιότερα από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος και το παραχώρησε στον χαλκέντερο τότε ερευνητή. Τα Γενικά Αρχεία του Κράτους ανέσυραν και δημοσιεύουν μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Β. Κουγέα το προϊόν της στενής τους, και δι’ αλληλογραφίας, συνεργασίας που αφορά τη Μάνη του 16ου αιώνα και τον Γερακάρη Λιμπεράκη.

Στο πρώτο μέρος της έκδοσης παρουσιάζονται έγγραφα των περιόδων 1570-1572 και 1692-1699, που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών, ενώ στο δεύτερο μέρος συγκεντρώνονται πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Λιμπέριου Γερακάρη, μιας μορφής που το όνομά της συνδέθηκε με θρύλους. Ο Γερακάρης υπήρξε απαίδευτος πειρατής που αναρριχήθηκε στα ύψιστα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Τα ενενήντα έγγραφα που δημοσιεύονται προσφέρουν στοιχεία από τη στιγμή που το 1689, δέκα χρόνια πριν από τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς με την οποία αναγνωρίζεται η κυριαρχία των Ενετών στην Πελοπόννησο, ο Λιμπεράκης κάνει την εμφάνισή του στο πλευρό του Σερασκέρη, ώς το τέλος της ζωής του, το 1710. Με την επιστροφή του Λιμπεράκη στο θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων οι Ενετοί, βασισμένοι σε ενδείξεις και φήμες, τον αντιμετώπιζαν ως απειλή, φοβούμενοι ότι θα υποκινήσει τους Ελληνες να στραφούν εναντίον τους και να επανακάμψουν στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Λιμπεράκης, έχοντας μόλις πριν από έναν χρόνο τερματίσει τη δεύτερη περίοδο της φυλάκισής του στο Μπάνιο της Κωνσταντινούπολης, έχει χρισθεί από τον Σουλτάνο Μπέης της Μάνης με αποστολή να ξεσηκώσει τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών που ήλεγχαν οι Ενετοί και κυρίως της Μάνης και να τους επαναφέρει στους κόλπους της Αυτοκρατορίας. Η δράση του κάτω από τη σημαία της Υψηλής Πύλης περιορίστηκε στη Στερεά Ελλάδα και στη Βόρεια Πελοπόννησο, προκαλώντας όμως σημαντικές φθορές στους Ενετούς. Μπροστά στον κίνδυνο η παρουσία του Λιμπεράκη να αποτελέσει θρυαλλίδα με απρόσμενα και δυσάρεστα για τους Ενετούς αποτελέσματα, ελήφθη η απόφαση στη Βενετία να τον προσεγγίσουν και να του προσφέρουν ό,τι ζητήσει προκειμένου να τον πάρουν με το μέρος τους.

Ο Σωκράτης Κουγέας, φιλόλογος και εγγονός του Σ. Β. Κουγέα, μερίμνησε για τη φύλαξη και την επιμέλεια της έκδοσης των καταλοίπων, διασώζοντας έτσι ένα εξαιρετικά πολύτιμο υλικό, που συμβάλλει σημαντικά στην περαιτέρω διευκρίνιση σχεδόν άγνωστων λεπτομερειών της Ιστορίας, αλλά γνωρίζοντας στους νεότερους ερευνητές τον τρόπο εργασίας των ιστορικών και λογίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για μια άξια προσοχής έκδοση, που δικαίως ο πρόεδρος της Εφορείας των Γενικών Αρχείων του Κράτους, ο οποίος την προλογίζει, τη χαρακτηρίζει «ιστορικό μνημείο».

– Σωκράτης Κουγέας, «Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711). Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους, 2012, σελ. 458.

* O κ. Διονύσης Ν. Μουσμούτης είναι διευθυντής του περιοδικού «Ιστορία».

Η ΜΑΝΗ ΣΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΛΙΜΠΕΡΙΟΣ ΓΕΡΑΚΑΡΗΣ Παρασκευή, Ιαν. 20 2012 

Σωκράτης  Κουγέας, Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699) και ο Ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711), Συλλογή εγγράφων Σωκράτη Κουγέα-Κωνσταντίνου Μέρτζιου,  Αθήνα 2011  [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους  36]

Νέα έκδοση των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Μέσα από τα κατάλοιπα του Σωκράτη Κουγέα, διαπρεπή μεσαιωνολόγου  και παλαιογράφου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών με μακρά θητεία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (γραμματέας, Πρόεδρος, μέλος της Εφορείας), η νέα έκδοση της Βιβλιοθήκης ΓΑΚ αποτελεί  το προϊόν της στενής , και δι’ αλληλογραφίας , συνεργασίας του με τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο   που αφορά στη Μάνη του 16ου αιώνα και στον Γερακάρη Λιμπεράκη. «Θέματα και  τα δύο, αλλά ιδίως το δεύτερο, που φωτίζονται εξόχως  χάρις σε αυτήν την δημοσίευση που αποκαλύπτει πολλά άγνωστα στοιχεία τόσο για τον τρόπο δράσης  και συμπεριφοράς όσο και για τη νοοτροπία ενός εξέχοντος έλληνα που έζησε μεταξύ δύο κρατικών σκοπιμοτήτων: της οθωμανικής και της βενετικής», όπως σημειώνει στο  Προλογικό Σημείωμα του βιβλίου ο Πρόεδρος της Εφορείας των ΓΑΚ Ν.Ε. Καραπιδάκης, ο  οποίος και ευχαριστεί  τον φιλόλογο  εγγονό του Σ. Β. Κουγέα, για την μέχρι σήμερα φύλαξη των καταλοίπων και την επιμέλεια της έκδοσης. Το συγκεκριμένο αρχειακό υλικό πρόκειται να κατατεθεί σύντομα στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ.

Οπισφόφυλλο έκδοσης

Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας

Posted on 13/03/2012 by Spyros Karydis

Κουγέας Σωκράτης (επιμ.), Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 & 1692-1699) και ο ιππότης Λιμπέριος Γερακάρης (1689-1711), Συλλογή Σωκράτη Κουγέα – Κωνσταντίνου Μέρτζιου, Αθήνα 2011 [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 36], σ. 457, 17Χ24 εκ., ISBN 978-960- 7236-13-5.
[Στο εξώφυλλο: Αθήνα 2012].

 

Στην πλούσια επιστημονική δραστηριότητα τού Σωκράτη Κουγέα, διαπρεπή μεσαιωνολόγου και παλαιογράφου, καθηγητή του Πανεπιστημίου της Αθήνας και ακαδημαϊκού, συγκαταλέγεται και σημαντικός αριθμός μελετών που αφορούν την ιστορία της Μάνης και των ανθρώπων της. Το ενδιαφέρον του αυτό τον οδήγησε στη μελέτη των βενετικών αρχειακών τεκμηρίων χάρη στη συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο, ο οποίος έχει προσφέρει τόσα πολλά στον χώρο της νεότερης ελληνικής ιστορίας με τις έρευνές του στα βενετικά αρχεία και με τον όγκο των πηγών που δημοσίευσε.

Τα έγγραφα, που συνέλεξε ο Κ. Μέρτζιος και απέστειλε στον Σ. Κουγέα, φυλάσσονται σήμερα στο αρχείο του τελευταίου και αφορούν τη Μάνη σε δύο χρονικές περιόδους της ιστορίας της (λίγο πριν και λίγο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου καθώς και την τελευταία δεκαετία του 17ου αιώνα) καθώς και τη δραστηριότητα του πειρατή Λιμπεράκη Γερακάρη. Στους φακέλους του αρχείου περιλαμβάνονται δακτυλόγραφα μεταγραμμένα έγγραφα, άλλα στην ιταλική και άλλα στην ελληνική γλώσσα, μεταφράσεις των ιταλικών κειμένων κάτω από το δακτυλόγραφο ιταλικό κείμενο από τον Κ. Μέρτζιο, και ευρείες περιλήψεις εγγράφων από τον μεταφραστή.

Στον τόμο, η έκδοση το οποίου έγινε με πρωτοβουλία των Γενικών Αρχείων του Κράτους, δημοσιεύεται μέρος των αρχειακών καταλοίπων του Σωκράτη Κουγέα με τη φροντίδα και την επιμέλεια του εγγονού του Σωκράτη Κουγέα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το Μέρος Α΄ φέρει τον τίτλο: «Η Μάνη εις τα αρχεία της Βενετίας (1570-1572 και 1692-1699). Ιστορικόν υλικόν συλλεγέν επιμελεία Κωνσταντίνου Μέρτζιου και παρά του ιδίου μεταφρασθέν το θέρος του 1960». Σε αυτό, έπειτα από εκτενή ιστορική εισαγωγή, δημοσιεύονται 32 έγγραφα που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ Μανιατών και Ενετών. Η έκδοση των έγγράφων και των μεταφράσεών τους συνοδεύεται από τα σχόλια ή τις σημειώσεις του Κ. Μέρτζιου και του Σ. Κουγέα, καθώς και από σύντομα διευκρινιστικά κείμενα του επιμελητή της έκδοσης. Δημοσιεύεται το σύνολο των εγγράφων της συλλογής, ανεξάρτητα αν ορισμένα έχουν ήδη δημοσιευτεί από νεότερους μελετητές.

Το Μέρος Β΄ φέρει τον τίτλο: «Λιβέριος Γερακάρης». Εδώ συγκεντρώνεται όλο το υλικό που αναφέρεται στον Μανιάτη πειρατή, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του 17ου-18ου αιώνα, που κατόρθωσε να αναρριχηθεί στα ανώτατα αξιώματα τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της Βενετικής Δημοκρατίας. Προηγείται η δημοσίευση κειμένου με τον τίτλο «Απομνημονεύματα περί οικογενείας Μπενάκη (Καλαμών) υπό Δημητρίου Γ. Πετρίδου Γραφέντα κατά το 1863» και ακολουθεί η βιογράφηση του Γερακάρη από τον επιμελητή της έκδοσης. Τα έγγραφα που τον αφορούν και δημοσιεύονται στη συνέχεια είναι 90, όλα γραμμένα στα ιταλικά. Τα έγγραφα συνοδεύονται από ελληνική μετάφραση, την επιμέλεια της οποίας είχε ο καθηγητής Ν. Καραπιδάκης, ο οποίος μετέφρασε και όσα εξ αυτών δεν είχε μεταφράσει ο Κ. Μέρτζιος. Το βιβλίο συμπληρώνεται με ευρετήρια προσώπων και τόπων.

Η δημοσίευση των εγγράφων φωτίζει πτυχές της ιστορίας της Μάνης και γενικότερα της Πελοποννήσου. Τα έγγραφα των ετών 1570-1572 αποκαλύπτουν τις κινήσεις της Βενετίας προς την κατεύθυνση της εξέγερσης των Μανιατών εναντίον των Τούρκων, την πολεμική δραστηριότητα στην περιοχή, τα αιτήματα των Μανιατών και τις παραχωρήσεις της Βενετίας. Η δεύτερη ομάδα εγγράφων, η οποία καλύπτει την περίοδο 1692-1699, αναφέρεται στα ποικίλα προβλήματα που προκάλεσε η σύντομη παρουσία των Βενετών στην Πελοπόννησο και ιδίως στη Μάνη. Τα έγγραφα αφορούν τις οικονομικές υποχρεώσεις των Μανιατών έναντι της Βενετίας, τις υποχρεώσεις τους έναντι του Πατριαρχείου, τη φορολόγηση, τις διαφορές των Μανιατών με τους Καλαματιανούς, την πειρατεία. Ειδικότερα τα έγγραφα του δεύτερου μέρους, τα οποία καλύπτουν το διάστημα 1689-1700, διαγράφουν την προσωπικότητα του Λιμπεράκη Γερακάρη, τη δραστηριότητά του ανάμεσα στους Οθωμανούς και στους Βενετούς, αλλά και τις προσπάθειες της Βενετίας να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από τη δράση του, να τον προσεταιριστεί και εν τέλει να τον ελέγξει.

(https://venetocrazia.wordpress.com/2012/03/13/mani/)

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΟΥΓΕΑΣ 1876-1966 Τρίτη, Απρ. 28 2009 

κοσμοπολίτης επιστήμονας, πολίτης της βορειοδυτικής Mάνης

Η παρουσία τού Σωκράτη Κουγέα στα ελληνικά γράμματα μακρόχρονη: ήδη το 1903 με την διατριβή του De novo Xiphilineo codice Iberico 812 δίνει το επιστημονικό του παρόν. Tην εργασία αυτή θα ακολουθήσουν άλλες πολλές, όλες δουλεμένες με ιδιαίτερη μεθοδικότητα και προσοχή. Στα πρώτα του βήματα τον καθοδήγησαν δύο μεγάλες μορφές, ο Nικόλας Πολίτης και ο Σπυρίδων Λάμπρου. Για τον πρώτο θα πεί το 1930, κατά την ομιλία του ως νεοεκλεγέν μέλος της Aκαδημίας Aθήνων ότι του δίδαξε «το επιστημονικώς σκέπτεσθαι και το μετά προσχής και μεθόδου εξετάζειν τα πράγματα»· από τον ίδιο  δέχτηκε «τα σιωπηρά διδάγματα, τα οποία επήγαζον αφθόνως από τον υψηλόφρονα χαρακτήρα του και το υπέροχον ηθικόν του δίδαγμα». O δεύτερος τον εισήγαγε στην Παλαιογραφία την οποία θεωρούσε «σπουδαιοτάτη της Iστορίας βοηθητική επιστήμη».

O Σωκράτης Kουγέας όμως ακολούθησε το δικό του δρόμο. Mετά από τις σπουδές του στη Xάλλη της Γερμανίας (1904-1909), τα ενδιαφέροντά του κινήθηκαν σε ευρύτατο  φάσμα των ανθρωπιστικών σπουδών και ιστορικών περιόδων: Παλαιογραφία, Aρχαιολογία, Eλληνική αρχαιότητα, Eλληνιστική και Pωμαϊκή περίοδος, Bυζάντιο, Tουρκοκρατία, Eπανάσταση του ’21 και Nεώτερη Eλλάδα. Tο 1918 καταλαμβάνει την έδρα της Γενικής Iστορίας στο Πανεπιστήμιο των Aθηνών, ενώ δίδαξε επί μακρόν στη Σχολή Kαλών Tεχνών και στην Πάντειο Σχολή· από το 1923 μέχρι του θανάτου του υπηρέτησε ως άμισθος διευθυντής του τμήματος χειρογράφων της Eθνικής Bιβλιοθήκης.  Oι συμμετοχές του στα διεθνή συνέδρια και οι ανακοινώσεις του πλήθος με κορυφαία τα έργα του Kαισαρείας Aρέθα και Tα πολιτικά ιδεώδη των Eλλήνων και η ιδέα της Kοινωνίας των Eθνών που και σήμερα μένουν αξεπέραστα και αποτελούν βιβλία αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία.

H διεθνής αναγνώριση και οι διακρίσεις όμως δεν στάθηκαν δυνατές να τον αποκόψουν από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τους Δολούς Aβίας. Oι ανησυχίες του για την ιστορία και τα πρόσωπα αυτής της γωνιάς της Eλλάδας αποτυπώνονται στις αμέτρητες μελέτες και άρθρα που αφορούν τον τόπο του και την ευρύτερη περιοχή της της Mάνης και της Mεσσηνίας: H μελέτη του περί της σημασίας των όρων Φαμέγιοι και Nικλιάνοι  (Herkuνft und Bedeutung von neugriechischen Nικλιάνοι und Φαμέγιοι, 1909), το Συμβολαί εις την ιστορίαν και την τοπογραφίαν της βορειοδυτικής Mάνης (1933), H επαναστατική προκήρυξις της Kαλαμάτας και ο συντάκτης αυτής (1949), O Περραιβός στη Mάνη (1951), H ανθρωποκτονία (το φονικό) ως διεγγύημα τρίτου εν Mάνη (1953), H διαθήκη του εκ των φονέων του Kαποδίστρια Γεωργίου Mαυρομιχάλη (1957) είναι ένα μέρος από τα όσα μελέτησε και έγραψε στα 63 χρόνια της επιστημονικής δράσης του· και όσο τα χρόνια περνούν, όλο και περισσότερο στρέφεται προς την πατρίδα του και με πάθος συλλέγει κάθε τι που την αφορά. Aπό την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του ξεχωρίζουν  O μητροπολίτης Mονεμβασίας και Kαλαμάτας Iγνάτιος ο Tζαμπλάκος (Eξαμπλάκων 1776-1802) (1957), το Iστορικαί πηγαί δια την ηγεμονίαν της Mάνης (1774-1821) (1962), Tρείς κτητορικαί επιγραφαί εκ Zαρνάτας (1965) και το βιβλίο Nικήτα Nιφάκη (1748-1818 περίου) Mανιάτικα ιστορικά στιχουργήματα (1964)  που αποτέλεσε βασικό τεκμήριο της μανιάτικης ιστορίας και γραμματείας. Tα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τον απασχολούσε η ιστορία του λιμένα των Kιτριών, επίνειο των Δολών. Tο προίμιό του ατελούς αυτού μελετήματος έχει περιλάβει στο O Σωκράτης Kουγέας και η Mέσα-Eλλάδα (1967) ο Zήσιμος Λορεντζάτος.

O Σωκράτης Kουγέας, γιός του δασκάλου Bενετσάνου και της Eιρήνης, που ξεκίνησε από τους Δολούς για να προσφέρει όσο λίγοι στα γράμματα, να ανέβει στις πιο υψηλές βαθμίδες του επιστημονικού στερεώματος και να αναγνωριστεί διεθνώς, παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του πολίτης της βορειοδυτικής Mάνης.

Σ.B.K.