Η πρόταση βασίζεται πρώτον στην αποδοχή των νέων μέσων που διαθέτουμε, δεύτερον στην εξοικείωση των νέων γενεών με τα μέσα αυτά και τρίτον, και το κυριότερο, στην υποχρέωσή μας να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας προσφέρουν. Η διεθνής εκπαιδευτική κοινότητα αναζητά τέτοιους δρόμους. Το ίδιο και η Πολιτεία στον τόπο μας. Μια τέτοια προσπάθεια είναι η εισαγωγή των ψηφιοποιημένων σχολικών εγχειριδίων, οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοι που προσφέρονται στις εισαγωγές των βιβλίων, τα ηλεκτρονικά μέσα που, αλλού πιο δραματικά, αλλού πιο διακριτικά εισβάλλουν στην σχολική ζωή, οι παροτρύνσεις για διδακτικές εφαρμογές που αξιοποιούν την τεχνολογία και τα νέα μέσα.
Όσοι βρισκόμαστε στην τάξη και συζητάμε στα γραφεία των καθηγητών, θα έχουμε εμπλακεί σε συζητήσεις σχετικά με την αξία αυτών των εγχειρημάτων. Είναι πολύ συχνή –και αιτιολογημένη σε ένα βαθμό- η ένσταση που βασίζεται στο γεγονός ότι αυτά που επιχειρούμε να περάσουμε στα παιδιά μας με τα ηλεκτρονικά μέσα, πολύ πιο αποτελεσματικά τα διδάσκουμε με τα συμβατικά μέσα. Κι από την άλλη έχουμε παρακολουθήσει και έχουμε συμμετάσχει σε «παραγωγή» μαθημάτων, που έχουν προετοιμαστεί με πολύ κόπο, και τα οποία σε τελική ανάλυση δεν είναι κάτι περισσότερο από μια ωραία παρουσίαση σε PowerPoint, με αμφίβολα διδακτικά αποτελέσματα, όσο κι αν οι μαθητές μας σιωπηλοί παρασύρονται από την πανδαισία ήχου και εικόνας.
Ακόμα έχουμε δοκιμάσει οι περισσότεροι από εμάς να εισαγάγουμε στο μάθημά μας τις ασκήσεις με hot potatoes, ή κάποιο άλλο πρόγραμμα, που όσο έξυπνο κι αν είναι, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παιδευτική αξία της καθοδήγησης και της διορθωτικής παρέμβασης του δασκάλου.
Δεν είναι άχρηστα όλα αυτά. Είναι χρήσιμα, αλλά έχουν και ημερονημία λήξης: από τα δειλά διδακτικά πακέτα του Γυμνασίου επί υπουργίας Σπηλιωτόπουλου, με τα οποία ουδείς ασχολήθηκε αν και δαπανήθηκε χρήμα, στα ψηφιοποιημένα βιβλία και τις εξαγγελίες για το ηλεκτρονικό σχολείο και τα ηλεκτρονικά βιβλία επί υπουργίας Διαμαντοπούλου, η εκπαιδευτική κοινότητα ζυμώνεται με την ιδέα ότι χρειάζεται να στραφεί προς αυτά τα νέα μέσα. Μόνο που όλη η φιλοσοφία του σχολείου, διδακτική-αξιολόγηση-δομή της ύλης και του προγράμματος παρέμεινε κολλημένη στην «παραδοσιακή» λογική:
• διδάσκω με όποιον τρόπο αυτό που λέει το βιβλίο,
• αναθέτω εργασία σπιτιού χωρίς να παρεμβαίνω καθοδηγητικά στη διαδικασία μελέτης και επεξεργασίας των δεδομένων,
• αξιολογώ στο επόμενο μάθημα την ορθή απάντηση (αυτή που αναφέρει το βιβλίο
• και στην καλύτερη περίπτωση αξιοποιώ τα μέσα για να παίξουν το ρόλο του «εκφωνητή-παρουσιαστή» του μαθήματος.
(Ο κ.Λιναρδάτος στην εισαγωγική του ομιλία αναφέρθηκε στο μαθητή καταναλωτή πληροφορίας. Κι έτσι είναι τελικά.)
Όλα αυτά τα λέω με υπερβολή για να αναδείξω το πρόβλημα: Χρειάζεται επειγόντως να ανατρέψουμε τα προγράμματά μας, τη φιλοσοφία της διδακτικής διαδικασίας, τη λογική της οργάνωσης των προγραμμάτων μας. Η εποχή μας δεν ανέχεται στεγανά. οι επιστημονικοί κλάδοι δεν εφάπτονται μεταξύ τους πλέον, αλλά συνέχονται σε μια τεράστια λεκάνη γνώσης και δεδομένων αξιοποιήσιμων από όλους. Πίστη μας, λοιπόν για να μη μακρυγορώ,είναι ότι χρειάζεται να σταθούμε λίγο, να αφήσουμε τον διαδραστικό πίνακα και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, όσο κι αν έχει αρχίζει να μας γοητεύει, και να σκεφτούμε τι προσφέρουν και πώς θα αναδιοργανώσουμε την εκπαιδευτική πράξη στο σύνολό της.
Μια τέτοια πρόταση θα τολμήσω, έχοντας στο ενεργητικό μου προσπάθειες και εφαρμογές με τα μέσα που μου παρέχει το σχολείο στο όποιο υπηρετώ –και η αλήθεια είναι ότι είναι πολλά-.
Ξεκινάω από την έννοια της διαθεματικότητας (διάβαζε διεπιστημονικότητας). Η διαθεματικότητα, λοιπόν, έχει στο χώρο μας και στον τόπο μας ιστορία αρκετών ετών. Προγράμματα του υπουργείου έδιναν κατευθύνσεις για συνθετικές εργασίες με θεματικές τις οποίες το ίδιο όριζε, ή ενίσχυε συμπράξεις κλάδων για την εκπόνηση δράσεων ή μαθητικών “projects”.
Οι απόψεις περί διεπιστημονικότητας που σιγά-σιγά παγιώθηκαν, οδήγησαν, όποτε εφαρμόστηκαν, τη διδακτική πράξη σε τεχνητές συγκολλήσεις προσεγγίσεων. Η Ιστορία, για παράδειγμα, προσφέρει το πλαίσιο μιας χρονικής περιόδου στο οποίο καλείται η διδασκόμενη ομάδα να ερευνήσει επιτεύγματα Φυσικής, νόμους και θεωρήματα των Μαθηματικών κ.λπ. Κατ’ ουσίαν πρόκειται για παράλληλες και ασύμπτωτες διαδρομές με κοινό παρονομαστή τη χρονική περίοδο. πρόκειται, δηλαδή, για ιστορική προσέγγιση και μόνο, από τη μία της πολιτικής ιστορίας και από την άλλη της ιστορίας των επιστημών.
Σ’ αυτού του τύπου την προσέγγιση πυρήνας δεν είναι η κοινωνία, αλλά η χρονική περίοδος που από πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η έρευνά μας, ανάγεται σε θεματική με τις επί μέρους κοινωνικές εκφάνσεις να εξετάζονται ανεξάρτητα, ως αυθύπαρκτες πραγματικότητες.
Η Ιστορία των κοινωνιών, όμως, αποτελεί το προϊόν διαδικασιών που συμβαίνουν μέσα στις κοινωνίες και οι διαδικασίες αυτές συνιστούν ένα πλέγμα συνεπειών, επιλογών φυσικών και κοινωνικών, τυχαίων ή μη. Ως εκ τούτου αυτό που ονομάζουμε «ιστορικό γίγνεσθαι» διαμορφώνεται ως συνέπεια επί μέρους αλλαγών σε διαφορετικούς τομείς, με αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους, συχνά έντονες. Κατά τη γνώμη μας αυτή θα πρέπει να είναι η βασική αρχή την οποία πρέπει να υπηρετεί η εκπαίδευση: η προσέγγιση της ιστορίας των κοινωνιών ως συνιστώσα φυσικών και κοινωνικών αλλαγών. Μόνον έτσι αποκτά νόημα στο μεγάλο χάρτη της διαμόρφωσης ιστορικής συνείδησης η «διαθεματικότητα», το πλέγμα επιδράσεων και ωσμώσεων μεταξύ των πεδίων της γνώσης.
Ζητούμενο, λοιπόν, για τις σύγχρονες διδακτικές αντιλήψεις, είναι η αναζήτηση σχέσεων ανάμεσα στα επί μέρους και το όλον. Και ως όλον ορίζουμε την εξέλιξη, ή καλύτερα, την πορεία των κοινωνιών. Με δεδομένη την πίστη μας ότι οι κοινωνικές δομές και οι πολιτειακές λύσεις, διαμορφώνονται με βάση τα δεδομένα που κάθε κοινωνία διαθέτει, δεν μπορούμε να μην αναζητήσουμε τη σχέση της τεχνολογίας και της επιστήμης, των ανακαλύψεων και των εφευρέσεων στο κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι. Οι μαθηματικοί τύποι και ορισμοί, για παράδειγμα, ή οι διατυπωμένοι νόμοι της Φυσικής, χρειάζεται να προεκταθούν στην κοινωνική, και γιατί όχι, στην καθημερινή πράξη. Πού και πώς άλλαξε την εικόνα του κόσμου ένα θεώρημα. Κι αν το να αναζητήσουμε τις εφαρμογές των Μαθηματικών τύπων στην καθημερινότητα φαντάζει λίγο αδιέξοδο, η Φυσική αποτελεί πεδίο λαμπρό κατανόησης των κοινωνικών επιλογών σε επίπεδο παραγωγής και οικονομίας.
Ποιες γνώσεις προσέφερε στον άνθρωπο η συναρπαστική περίοδος των ανακαλύψεων; Γνώσεις που αναζητήθηκαν στοχευμένα προκειμένου να λύσουν προβλήματα, όπως είναι η δυνατότητα πλεύσης, συντήρησης προϊόντων, αντιμετώπισης άγνωστων κοινωνικών δομών. Και πώς θα ήταν η κοινωνία μας δίχως το μεγάλο βήμα της αξιοποίησης της δύναμης του ατμού μέσω της εμπειρικής γνώσης και της αξιοποίησης σε συγκεκριμένες εφαρμογές που άνοιξε δρόμους στην επιστήμη; Και πώς η τελευταία επέδρασε με τη σειρά της στην κοινωνία, την τεχνολογία και τις εφαρμογές; Ποια αναστάτωση επέφερε η εφαρμογή των μηχανών στην μετακίνηση, μεταφορά, εκβιομηχάνιση της παραγωγής, στο εμπόριο, στην οικονομία, στις μετακινήσεις πληθυσμών, στις κοινωνικές ανακατατάξεις, στις πολιτικές και πολιτειακές επιλογές, στις σχέσεις μεταξύ κρατών;
Αν συμφωνούμε στην παραπάνω προσέγγιση, που δεν είναι καινούρια, αλλά επανέρχεται στο προσκήνιο καθώς με την τάση αποϊδεολογικοποιήσης της επιστήμης και πολύ περισσότερο της Ιστορίας, προκειμένου να αποφύγουμε τους εθνικιστικούς σκοπέλους, κινδυνεύουμε να προτείνουμε στις τάξεις μας ψυχρή και ασχολίαστη ανάγνωση της Ιστορίας, ως μία σειρά στρατιωτικών και διπλωματικών συμβάντων. Μια τέτοια ανάγνωση περιορίζει την ουσία της και αρκείται στην παράθεση των κοινωνικοπολιτικών αλλαγών χωρίς να προβάλλεται η σχέση τους με τις εκάστοτε διαμορφωνόμενες συνθήκες, ενώ τα πνευματικά επιτεύγματα περιορίζονται σε παρένθετα κεφάλαια, που συχνά αποβάλλουμε από την διδασκόμενη ή εξεταζόμενη ύλη, ελπίζοντας ότι θα θιγούν σε αντίστοιχα κεφάλαια άλλων μαθημάτων όπως η Γραμματεία ή η Αισθητική Αγωγή.
Μια περιπλάνηση στα εγχειρίδια της Ιστορίας, αρκεί για να πείσει ότι όσο κι αν γίνεται προσπάθεια σύνδεσης των αλλαγών στις παραγωγικές διαδικασίες με την ιστορική πορεία, η εμμονή του συστήματός μας για παροχή πληροφορίας, συγκεκριμένης και, θα προσέθετα, μετρήσιμης –κατάρα του εκπαιδευτικού μας συστήματος-, διολισθαίνει στο μεγαλύτερο μέρος σε παράθεση ιστορικών γεγονότων, σε αναφορές σε πρόσωπα, ως γενεσιουργά αίτια των ιστορικών αλλαγών, αφήνοντας στα οικονομικά-κοινωνικά αίτια μερίδιο μόνον στις μεγάλες επαναστάσεις όπως η Γαλλική, η Αμερικάνικη, η Ρωσική. Και σ’αυτές τις περιπτώσεις η αιτιολόγηση των αλλαγών προσανατολίζεται στην φτώχεια και την καταπίεση και στη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Αντίθετα η τεχνολογία, η φιλοσοφία, η επιστήμη αντιμετωπίζονται ως το αποτελέσματα και μόνον κοινωνικοοικονομικών αλλαγών και σπάνια ως το αίτιο, ως προωθητική κοινωνική δύναμη.
Και επανερχόμαστε: τα μέσα που διαθέτουμε σήμερα μας δίνουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε ένα διαφορετικό πλαίσιο κατανόησης της φυσικής, κοινωνικής, εν τέλει, ιστορικής πραγματικότητας. Η πληροφορία άμεσα προσιτή, οι δυνατότητες κατηγοριοποίησης των δεδομένων άπειρες, ο ήχος, η εικόνα, τα ντοκουμέντα στη διάθεσή μας ως πρωτογενείς πηγές. Φτάνει να τα εντάξουμε και να τα συντάξουμε έχοντας διασαφηνίσει πώς οι ηλικίες των 15-16, είναι ηλικίες στις οποίες οι μαθητές και οι μαθήτριές μας μπορούν και πρέπει να διεισδύσουν στη διαδικασία της αναζήτησης, του συνδυασμού, της εξαγωγής συμπεράσματος, ενώ οι ηλικίες που αντιστοιχούν στις τελευταίες τάξεις της μέσης εκπαίδευσης είναι ηλικίες που αντέχουν στην εμβάθυνση και την εξειδίκευση.
Ας φανταστούμε λοιπόν ένα αναλυτικό πρόγραμμα των μέσων τάξεων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Γ Γυμνασίου-Α Λυκείου) που θα έχει ένα βασικό στόχο στον οποίο θα συγκλίνουν όλοι οι επιμέρους και τον οποίο θα υπηρετούν όλες οι ακαδημαϊκές διαδικασίες. Κι αυτός ο στόχος, σύμφωνα με τα όσα υποστηρίξαμε, δεν μπορεί να είναι άλλος από την ερμηνεία της κοινωνίας μας: πώς και γιατί μεταλλάσσεται, ποιοι μηχανισμοί κάνουν τον άνθρωπο να διεκδικεί ή να υποχωρεί μπροστά σε εμπόδια. Ας φανταστούμε επίσης ότι στο σχολείο εφαρμογής ενός τέτοιου προγράμματος έχουμε μέσα και δυνατότητα αναδιαμόρφωσης του μαθησιακού και διδακτικού περιβάλλοντος. Σε ένα τέτοιο σχολείο
• στο κέντρο της μαθησιακής διαδικασίας θα ήταν η πρόσβαση στην πληροφορία, ανάγοντας την κατάκτησή της όχι σε αυτοσκοπό, αλλά σε μέσο κατανόησης.
• Περιφερειακά θα «δούλευαν» μικρά «εξειδικευμένα» εργαστήρια προκειμένου
o να καταγράψουν αρχικά και να συντάξουν στη συνέχεια τα δεδομένα που θα αντλούσαν από την τράπεζα των δεδομένων,
o με στόχο σαφώς διατυπωμένο να διεισδύσουν στη σχέση του πεδίου αναζήτησης με το όλον, ήτοι την διαμόρφωση της εκάστοτε νέας κοινωνικής πραγματικότητας.
• Ας φανταστούμε ότι τα «εργαστήρια» αυτά επικοινωνούν και συνεργάζονται, αλληλοτροφοδοτούμενα με πληροφορίες, τεκμήρια, δεδομένα, συμπεράσματα.
Με τη λογική αυτή προσπαθούμε να διαμορφώσουμε ένα μαθησιακό περιβάλλον που να εναρμονίζεται με τα όσα είπαμε πιο πάνω.
Πόσο μακριά βρισκόμαστε από ένα τέτοιο μοντέλο; Πιστεύουμε ότι είμαστε πιο κοντά από όσο νομίζουμε. Μαθήματα όπως η Τεχνολογία, η Χημεία, τα “projects” του Λυκείου, αλλά και η Ιστορία και η Κοινωνική Πολιτική Αγωγή, όσο κι αν στην πράξη υποτάσσονται στη λογική της εξέτασης και της αξιολόγησης των μαθητών μας κατά τρόπο «αντικειμενικό και μετρήσιμο» άρα στη λογική αξιολόγησης της συγκεκριμένης αναπαραγωγής λόγου και αναμετάδοσης πληροφορίας, έχουν πολλά από τα στοιχεία που μπορούμε να πάρουμε. Οι Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και το διαδίκτυο ιδιαίτερα, που συχνά μας προκαλεί συγκρουόμενα συναισθήματα, (το ακούσαμε και στις κεντρικές εισηγήσεις εχθές) είναι εργαλείο στα χέρια τα δικά μας και των μαθητών μας, οι οποίοι το γνωρίζουν πολύ καλά και το οποίο τους παρέχει απειρία δυνατοτήτων προσέγγισης και επεξεργασίας δεδομένων. (Ακόμα στην αγορά υπάρχουν βιβλία που διπνέονται από αυτή τη λογική, -στα οποία είχε στηριχτεί το κακοποιημένο εγχειρίδιο του Σταυριανού «Η ιστορία του ανθρωπίνου γένους»- όπως το κλασικό βιβλίο του Loon “The story of mankind” και το οποίο έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Ακόμα και οι δύο τόμοι της ιστορίας του δικού μας Κρεμμυδά υπηρετεί την προσέγγιση που εκθέτουμε.) Οπωσδήποτε τα όσα ακούσαμε χτες για το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο αποτελεί βάση για μια τέτοια αναδιοργάνωση των σχολικών προγραμμάτων.
Στην πράξη: Συνδεόμαστε με ηλεκτρονικά αρχεία/ βιβλιοθήκες/ πρόσφορο παράδειγμα η περίοδος των ανακαλύψεων. Θέτουμε τις θεματικές-ερωτήματα: Ποια τα αδιέξοδα των ευρωπαϊκών κοινωνιών; Πώς αναζήτησαν λύσεις; Πώς παρεμβαίνει η τεχνολογία σ’ αυτές; Ποιες προϋπάρχουσες γνώσεις αξιοποιούνται; Πώς οι εφευρέσεις και οι ανακαλύψεις βοηθούν στην θεμελίωση και ανάπτυξη της επιστήμης; Επιστημονική προσέγγιση (μαθηματικά-αστρονομία, φυσική, χημεία, ναυσιπλοϊα, χαρτογραφία, ναυπηγική, μεταλλοτεχνία, νέα προϊόντα, νέα υλικά) κοινωνιολογική-ιστορική προσέγγιση: αλλαγές στην κοινωνία, μετακινήσεις πληθυσμών-διαμόρφωση νέων κοινωνικών δομών- ιδεολογικές αναζητήσεις-καλλιτεχνικές παρεμβάσεις-ανάπτυξη λογοτεχνικών ειδών).
Μια τέτοιου είδους προσέγγιση πέρα από το προφανές διεπιστημονικό πλαίσιο, συνιστά ανάγνωση της κοινωνικής εξέλιξης ως πολυεπίπεδης και σύνθετης διαδικασίας και απαλλαγμένης από τη βάσανο των πολεμικών γεγονότων. Τα τελευταία παίρνουν τη θέση τους ως αποτέλεσμα άλλων διεργασιών και με τη σειρά τους συμβάλλουν στην πρόκληση νέων κοινωνικών και πολιτιστικών δεδομένων.
Αν συμφωνήσουμε σε μια τέτοια προσέγγιση του ιστορικού γίγνεσθαι στη σχολική πράξη, τότε απαιτείται και αναδόμηση του σχολικού προγράμματος τόσο σε επίπεδο της ύλης όσο και σε επίπεδο διάρθρωσης των διδακτικών αντικειμένων:
Χωρισμένη η σχολική φοίτηση σε ευρείες διδακτικές περιόδους (τριών-τεσσάρων μηνών η κάθε μία) αναλαμβάνει να εξετάσει συγκεκριμένη ιστορική περίοδο διαρθρώνοντας κεντρομόλα τη διδασκαλία των διαφορετικών μαθημάτων. Κέντρο του διδακτικού προγράμματος είναι ένα: η χρονική περίοδος και στόχος η αναζήτηση των επιδράσεων του κάθε τομέα στους υπολοίπους. Η διδακτική πρακτική προσανατολίζεται στην αυτενέργεια των μαθητών εντός του σχολικού ωραρίου με τους διδάσκοντες καθοδηγητές και συμβούλους. Στη διάθεση των «ερευνητών» οι διδάσκοντες σε προσδιορισμένο χρόνο, δύο διδακτικών περιόδων –για να μιλήσουμε με τη συμβατική ορολογία- μετά από μία εισαγωγή που παρέχει τα αναγκαία δεδομένα και ενημερώνει για την πορεία της «έρευνάς τους» κατά το συγκεκριμένο δίωρο, οι μαθητές αναζητούν στοιχεία από τις επιλεγμένες πηγές, ζητούν στήριξη από τους ειδικούς, καταχωρούν τα «ευρήματα» στον φάκελό τους και εξάγουν τα συμπεράσματά τους. Μετά το πέρας κάθε κύκλου εργασίας τα πορίσματα των μαθητών και των ομάδων ανακοινώνονται και αξιολογούνται.
Η ανάγκη για προμήθεια πρώτων υλών από την Ανατολή, οδήγησε στην τελειοποίηση της εμπειρικής ναυπηγικής και της ναυσιπλοϊας, που στάθηκαν αφορμή για διατύπωση νόμων φυσικής και αστρονομίας, και παράλληλα των μαθηματικών, για να βοηθήσουν με τη σειρά τους μέσω των νέων οργάνων και των τελειοποιήσεων στην περαιτέρω ανάπτυξη της θαλασσοπορίας. Αυτή η διαδικασία διαμόρφωσε τους όρους πλουτισμού και κυριαρχίας της Δυτικής Ευρώπης και την νέα εποχή ανταγωνισμών μεταξύ των κρατών και αυτοκρατοριών.
Οι νέες συνθήκες απαιτούσαν νέες παραγωγικές δυνάμεις κάτι που προκάλεσε την έξαρση του δουλεμπορίου, μετακινώντας τεράστιο πλήθος ανθρώπων από τη μία ήπειρο στην άλλη, ενώ παράλληλα η διεκδίκηση πρώτων υλών και διόδων ναυσιπλοϊας οδήγησε σε πολέμους και αποικίες με συνέπεια τη διαμόρφωση νέων κοινωνικών τάξεων που διεκδικούσαν εξουσία κλπ. κλπ. Μια τέτοια αλυσίδα αιτίων και αποτελεσμάτων επιδιώκουμε να διαμορφώσουν οι μαθητές μας κατανοώντας ότι ένα τυχαίο ή μη συμβάν επηρεάζει την πορεία των κοινωνιών.
Η αλυσίδα αιτίου-αποτελέσματος που αναφέραμε ως παράδειγμα πιο πάνω, θα προκύψει από την έρευνα των μαθητών στα διάφορα πεδία της γνώσης σε μια συγκεκριμένη φάση της Ιστορίας.
Τροφοδότης της αναζήτησης θα είναι η «σχολική τράπεζα δεδομένων», διαμορφωμένη από επιστήμονες-εκπαιδευτικούς των ειδικοτήτων, και θα εμπλουτίζεται με την πάροδο του χρόνου και θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε κατ’ αναλογία Schoolpedia, καθώς η διαδικασία εμπλουτισμού της θα διέπεται από τους όρους εμπλουτισμού της γνωστής μας Wikipedia. Η δομή της όμως θα είναι οργανωμένη με βάση το χρονικό άξονα, σε θεματικές ενότητες, από τις οποίες κάθε μία θα περιλαμβάνει όσα αναφέραμε πιο πάνω.
Στην πράξη διαμορφώνουμε ηλεκτρονικό περιβάλλον σε θεματικές ενότητες (Ιστορικά γεγονότα, Εφευρέσεις και τεχνολογικές εφαρμογές, η επιστήμη της Φυσικής κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, Μαθηματικά απαραίτητα για να κατανοήσουν τους νόμους της Φυσικής και να επεξεργαστούν στατιστικά τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους, οικονομικά δεδομένα, κοινωνικά δεδομένα). Σε κάθε ηλεκτρονική θεματική ενότητα καταχωρούνται ηλεκτρονικοί δεσμοί (links) που παραπέμπουν σε ηλεκτρονικές εγκυκλοπαίδειες, επιστημονικά άρθρα, φωτογραφικό υλικό, επιστημονικά ντοκιμαντέρ.
Οι μαθητές καλούνται να διακρίνουν την επίδραση που η οικονομικοκοινωνικές ανάγκες επηρέασαν την τεχνολογία, πώς η τεχνολογία έδωσε ώθηση στην επιστήμη η οποία διαμόρφωσε το πλαίσιο βελτίωσης των τεχνολογικών εφαρμογών, πώς οι αλλαγές αυτές επηρέασαν τα κοινωνικά δεδομένα και οδήγησαν στα λεγόμενα «ιστορικά γεγονότα».
Επιχειρώντας μια απεικόνιση της δομής της σχολικής τράπεζας δεδομένων:

Για την επίτευξη του στόχου μας διαμορφώνουμε ηλεκτρονική πλατφόρμα εργασίας φιλική στο χρήστη που παρέχει δυνατότητα πρόσβασης σε φακέλους με πληροφοριακό υλικό ξεκινώντας από τα ψηφιοποιημένα σχολικά εγχειρίδια, φακέλους με ηχητικό-οπτικό υλικό, με διαδικτυακούς συνδέσμους, με ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες, με ψηφιοποιημένο αρχειακό υλικό, με επιστημονικά δεδομένα ανά κλάδο της επιστήμης. (Το SharePoint της Microsoft είναι μια καλή βάση για να εξυπηρετηθεί ένας τέτοιος σχεδιασμός, ενώ το One Note δίνει δυνατότητες κατάταξης του υλικού και αποδελτίωσης ενώ παράλληλα παρέχει δυνατότητα συγχρονικού ελέγχου από τον διδάσκοντα).
 Δυνατότητα πρόσβασης από όποιο σημείο του σχολείου και εκτός αυτού (cloud) σε
• φακέλους με πληροφοριακό υλικό
• ψηφιοποιημένα σχολικά εγχειρίδια,
• φακέλους με ηχητικό-οπτικό υλικό,
• διαδικτυακούς συνδέσμους,
• ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες,
• με ψηφιοποιημένο αρχειακό υλικό,
• με επιστημονικά δεδομένα ανά κλάδο της επιστήμης

 Το υλικό
• ελέγχεται και εμπλουτίζεται
• είναι στη διάθεση όλου του σχολικού πληθυσμού.
• πρόσβαση με κωδικό
• που μετρά την παρουσία των μαθητών στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη μας, παράμετρος συνέπειας και αξιολόγησής του,
• ο υπεύθυνος διδάσκων έχει δυνατότητα ελέγχου και παρέμβασης στο φάκελο (δυνατότητα που παρέχει το OneNote της Microsoft).

Η πρόσβαση του μαθητικού πληθυσμού επιτυγχάνεται με κωδικό που μετρά την παρουσία των μαθητών και των μαθητριών μας στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη μας, παράμετρος συνέπειας και αξιολόγησής του, ενώ ο υπεύθυνος διδάσκων έχει δυνατότητα ελέγχου και παρέμβασης στο φάκελο (δυνατότητα που παρέχει το OneNote της Microsoft).
 Η πρόσβαση είναι δυνατή σε συγκεκριμένες ώρες εργασίας
 Παρέχεται η δυνατότητα υποστήριξης και καθοδήγησης κατά την αναζήτηση (Deskhelp).
 Κάθε μαθητής και μαθήτρια διαθέτει ατομικό φάκελο, προσβάσιμο στον ίδιο και στον καθηγητή υπεύθυνο ενώ κάθε ομάδα εργασίας θα διαθέτει το δικό της φάκελο.
Δυνατότητα
 Τηλεδιδασκαλίας (webcast)
 Τηλεδιάσκεψης (skype)
Ανά τομέα/αντικείμενο σε δεδομένο χρόνο δυνατότητα τηλεπικοινωνίας με διδάσκοντα ειδικότητα και προγραμματισμένες τηλεδιασκέψεις με ειδικούς (πανεπιστημιακούς) για περαιτέρω ανάλυση και διευκρίνιση.
(Η ασύγχρονη και η συγχρονική τηλεκπαίδευση που ακούσαμε στην εναρκτήρια συνεδρία στην πράξη. Η πειραματική εφαρμογή της σε διδακτικό πρόγραμμα που υλοποίησα είχε πολύ καλά αποτελέσματα)
Καταλήγοντας: κάθε εργαλείο έχει και τη δική του αξία. Κι αφού σήμερα τα ηλεκτρονικά μέσα και οι δυνατότητες που παρέχουν διαμορφώνουν αναπόφευκτα μια νέα πραγματικότητα στη σχολική ζωή, ο επανασχεδιασμός των αναλυτικών προγραμμάτων και η αναθεώρηση της φιλοσοφίας της διδακτικής πράξης είναι χρέος πρώτα από όλα της Πολιτείας αλλά και γενικότερα της εκπαιδευτικής κοινότητας.
* Eισήγηση στα Εκπαιδευτήρια Αυγουλέα-Λιναρδάτου (Τεχνολογίες αιχμής στην Εκπαιδευτική Πράξη 2-3/3/2013)