Τα μοιρολόγια είναι τραγούδια θρήνου μπροστά στο θάνατο· τραγούδια που μιλούν για τη μοίρα του ανθρώπου, όταν αυτή βίαια κόβει το νήμα της ζωής. Ο Νικόλαος Πολίτης διακρίνει από τα Μοιρολόγια τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου: τα Μοιρολόγια με χαρακτηριστικά παραλογής, μιλούν για συγκεκριμένα πρόσωπα. Σε αυτά η μετά θάνατον «ψυχή» δεν έχει θέση καθώς η αφήγηση αφορά στη ζωή που πέρασε ο πεθαμένος.  Από την άλλη τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου μιλούν γενικά για το φαινόμενο του θανάτου, για την αγωνία που καταλαμβάνει τους ζωντανούς σχετικά με την τύχη των πεθαμένων, για την αγωνία που νιώθουν οι ζωντανοί μπροστά στο θάνατο.[1] Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου λοιπόν θα είναι η πηγή μας σε αυτή τη σύντομη αναφορά σχετικά με την αντίληψη περί θανάτου· πιο συγκεκριμένα αντλούμε το υλικό μας από μια πλούσια συλλογή 137 Τραγουδιών του Κάτω Κόσμου, από τη Βορειοδυτική, τη Μεσσηνιακή Μάνη που πραγματοποιήθηκε το διάστημα 1901-1904 από τον ακαδημαϊκό Σωκράτη Κουγέα και εκδόθηκε το 2000.[2]

 

Το θέμα που κλήθηκα να πραγματευτώ ήταν η διερεύνηση της αντίληψης περί ψυχής στα μοιρολόγια· διερεύνηση-πρόκληση, καθώς η κοινότητα, ο δήμος, δεν επιχειρεί φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά αυθόρμητα και βιωματικά διαχέει σκέψεις, συναισθήματα σε κάθε λόγο και έκφρασή του. Αναρωτιέμαι λοιπόν: τη Μανιάτισσα όταν θρηνεί το χαμό αγαπημένου της προσώπου ή όταν αγωνιά μπροστά στο θάνατο,την απασχολεί το θέμα της ψυχής, ως αυτόνομης οντότητας;  Και για να προχωρήσουμε λίγο: νομιμοποιούμαστε να αναζητήσουμε και να επιχειρήσουμε να ορίσουμε την «ψυχή» μέσα από τα θρηνητικά τραγούδια, ή μήπως κινδυνεύουμε να εκβιάσουμε οριοθετήσεις της λαϊκής έκφρασης και να συλήσουμε το λαϊκό πλούτο για να αναδείξουμε αντιλήψεις και ταυτίσεις, προκειμένου να καλυφθεί η ανάγκη της ευρωπαϊκής σκέψης να υπαγάγει τα πάντα σε νόμους συστήματος ιδεών;

Τον προβληματισμό μου αυτό εκμυστηρεύτηκα στο φίλο Αλέκο Ζάννα, που μου δώρισε το τίτλο της εισήγησης: Ψυχή και μοιρολόγια: διαδρομές ασύμπτωτες. Εγώ πρόσθεσα το ερωτηματικό για να αφήσω τη διερεύνηση να μας οδηγήσει ελεύθερα στο όποιο συμπέρασμα. Ερευνούμε λοιπόν τις διαδρομές δύο στοιχείων: μιας έννοιας φορτισμένης φιλοσοφικά και θρησκευτικά κατά την πορεία της συστηματικής σκέψης και μιας συναισθηματικής εκδήλωσης που κάτω από το υφιστάμενο κυρίαρχο ιδεολογικό πλέγμα του πολιτισμού μας, υποχρεωνόμαστε να το συνδέσουμε με την ψυχή. Υπάρχει όμως σημείο τομής αυτών των δύο;

Σχετικά με την ψυχή στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου μια πρώτη παρατήρηση: ο όρος «ψυχή» απαντάται στα 137 τραγούδια της συλλογής μας, δυο μόνον φορές. Η μία:

 

’νας νέος ελιμάνιζε με βάρκα χαλασμένη

δεν ελιμάνει στα νερά, μον’ στην ξηρά η καημένη

κι ο νιος παρακαλιότανε η χάρις να του γίνει.

Παρακαλιόταν στο Θεό με τά χεράκια του στ’ ακρί

κι από την παρακάλεσιν ο Χάρος τού ’χε απάντησιν·

του παίρνει ο Χάρος την ψυχήν και η βαρκούλα το κορμί….

 

Η λέξη «ψυχή» αρθρώνεται από τη μοιρολογίστρα καθώς με όρους πραγματικούς περιγράφει το χαμό. Και καθώς στα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου Θεός και Χάρος συγχέονται, στο τραγούδι μας αναδεικνύονται ως οι δύο όψεις της ίδιας δύναμης: η μία, ο Θεός, της προσφοράς ζωής και η άλλη, ο Χάρος, της αρπαγής της ψυχής.

 

Στο δεύτερο τραγούδι στο οποίο απαντά η λέξη «ψυχή», η λαϊκή ποιητική ευκολία στη χρήση της μεταφοράς, μετατρέπει το αγαπημένο, το πολύτιμο πρόσωπο, σε προστατευμένο πουλάκι που δεν του λείπει τίποτα.

 

Πουλάκι είχα στο κλουβί και τό ’χα μερωμένο,

το τάιξα τη ζάχαρη, το πότισα το μόσχο,

Το κλουβί με την υπέρβαση της προσωποποίησης, αναλαμβάνει το ρόλο του φύλακα· αλλά η φροντίδα προς το πουλάκι ήταν τόση ώστε λύγισε κι αυτό το σίδερο, το κλουβί-φύλακας:

 

κι από το μόσχο το πολύ μού σκαταλίστη το κλουβί

και μόφυγε τ’ αηδόνι.

Με απελπισία τότε ο θρηνών, ζητά από την αυλή, που σημαίνει τον οίκο, τον πυρήνα του κοινωνικού χώρου, να μαζέψει το πουλί:

 

Πουλολόγεσ[ε] το μ[ου] αυλή!

…κι ακολουθεί το κάλεσμα της αυλής:

 

-Έλα, πουλί, στην κλίνη σου και έλα στην κάμαρή σου.

Για να απαντήσει το πουλί:

 

-Πώς να ’ρθώ στην κλίνη μου και πώς στην κάμαρή μου,

που Χάρος πήρε τη ψυχή μου.

Κι εδώ ανατρέπεται η εικόνα των ψυχών που «σαν πουλιά, κλεισμένα σε κλουβιά» απελευθερώνονται όταν το σώμα κατεβεί στον Κάτω Κόσμο.[3] Στο τραγούδι μας βέβαια απελευθερώνεται η ψυχή από το σώμα με το θάνατο· κι επίσης, το υποκείμενο χάνει την ανθρώπινη υπόστασή του, όταν χάσει την ψυχή του. Θα λέγαμε, βασισμένοι στους πιο πάνω στίχους, ότι η ψυχή είναι η αναγκαία προϋπόθεση για συμμετοχή τού υποκειμένου στην κοινωνία. Όμως, όπως θα δούμε, εκείνο που μένει είναι τα χαρακτηριστικά που καθιστούν το υποκείμενο αναγνωρίσιμο, που τον καθιστούν αισθητό, είναι με λίγα λόγια η κοινωνική συμπεριφορά.

Ψυχή και σώμα: ὅτι… οὐκ ἔστιν ἡ ψυχὴ χωριστὴ τοῦ σώματος, …, οὐκ ἄδηλον, παρατηρεί ο Αριστοτέλης στο Περί Ψυχής[4] που δεν επιχειρεί τη ρήξη των δύο στοιχείων, ψυχής και σώματος. Το τραγούδι μας όμως την επιχειρεί: χωρίς ψυχή υφίσταται «ύπαρξη» αλλά δεν υπάρχει «κοινωνία» ―αντίστιξη, θα λέγαμε, προς τις ψυχές στον ομηρικό Άδη που κι αυτές, με άλλους όρους, υφίστανται, αλλά δεν επικοινωνούν.

Αυτό που μένει στον κόσμο των ζωντανών είναι η απουσία, είναι τα όσα δεν πρόλαβε να εκφράσει αυτός που αποχωρεί· είναι το κενό της μη εκφωνούμενης απάντησης του Σωκράτη στον αγαπημένο του Κρίτωνα: «ταῦτα ἐρομένου αὐτοῦ οὐδὲν ἔτι ἀπεκρίνατο…»[5]

Κατά τον ίδιο τρόπο η λαϊκή πίστη θεωρεί ως πέρας της πορείας της ύπαρξης τη στιγμή που «ο ελεεινός Θάνατος επιπίπτει και αρπάσει την ψυχή από το σώμα», όταν, δηλαδή, στερεί το σώμα από την ψυχή, όταν στερεί το υποκείμενο από την ουσία του. Αυτή η πίστη οδηγεί τη Χριστοδουλίνα Κούγαινα, να ομολογήσει στη διαθήκη της: «Οι πάντες το ζην ευχόμεθα αλλά ο θάνατος του παντός λυμαίνεται».[6] Και στη δική του διαθήκη, ο πνευματικός Κληροδέτης χρησιμοποιεί μια από τις πολλές παραλλαγές της τυπικής για τις διαθήκες της Μάνης -και όχι μόνον- αρκτικής διατύπωσης: «Την σήμερον ευρισκόμενος εγώ ο πνευματικός Κληροδέτης γέρων και πλήρης ημερών και φοβούμενος τον απαραίντητον θάνατον μην έλθει ως λέων και αρπάσει την ελεεινήν μου ψυχήν και μείνω αδιόρθωτος και στερημένος ψυχής τε και σώματος…». [7]

Απομακρυσμένοι από τη θρησκευτική δοξασία που θέλει την ψυχή αιώνια το δε σώμα φθαρτό, ο Χάρος στο τυπικό των διαθηκών –που, σημειώνουμε, συντάσσει κατά κανόνα ο ιερέας της κοινότητας- παίρνει και σώμα και ψυχή κι αυτό που μένει είναι το κενό. Στα τραγούδια μας όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά καθώς όταν Χάρος πήρε την ψυχή αυτό που απόμεινε δεν είναι κάποια «αερώδης αόρατη ύλη» που υπάρχει στο σώμα όσο ζει και κατά το θάνατο εξέρχεται με την τελευταία εκπνοή ως σκιά. Εκείνο που στερήθηκε το υποκείμενο δεν είναι ψυχή και σώμα αλλά δυνατότητα κοινωνίας. Κι επίσης τα τραγούδια μας, αρνούνται να δεχτούν το τέλος: κάπου οι πεθαμένοι υπάρχουν όσο και όταν οι ζωντανοί συγκρατούν την εικόνα τους· και για να υπάρχουν πρέπει αντίστοιχα να συγκρατούν την εικόνα των ζωντανών. Έτσι ο πεθαμένος υφίσταται κατ’ αντιστοιχία του ζωντανού, αναγνωρίσιμος από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, από την κοινωνική του θέση και τις συνήθειες.

 

Διατί είναι μαύρα τα βουνά και στέκουν βουρκωμένα ;

Καν άνεμος τα πολεμά καν άνεμος τα διώχνει;

Ουδ’ άνεμος τα πολεμά, ουδ’  άνεμος τα διώχνει,

παρά διαβαίνει ο Χάρονας με τους αποθαμένους·

σούρνει τους άρχοντας μπροστά, την φτώχειαν από πίσω,

φέρνει και τα μικρά παιδιά στη σέλα του αλόγου.

Τον περκαλούν οι άρχοντες, τον προσκυνεί η φτώχεια,

στέκουν και τα μικρά παιδιά, τα χέρια σταυρωμένα.

―Χάρε, [για γείρε] από χωριό, γείρε από κρύα βρύση

να πιουν οι άρχοντες νερό και ν’ ανασάνει η φτώχεια

και τα καημένα τα παιδιά να παίξουν, να γελάσουν.

―Εγώ δε γέρνω από χωριό, μήτε από κρύα βρύση,

τί έρχονται μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους,

γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα και χωρισμόν δεν έχουν…

 

Ο θάνατος γεννά ανυπέρβλητο πόνο τέτοιο που δεν αφήνει ασυγκίνητα ούτε τα στοιχεία της Φύσης· κι ο Χάρος, ο Χάρονας του τραγουδιού μας, σούρνει τους αποθαμένους με μια τάξη ανάλογη μ’ εκείνη που επικρατεί και στη ζωή: οι άρχοντες μπροστά, η φτώχεια από πίσω, και τα μικρά παιδιά που χρειάζονται φροντίδα, στη σέλα του αλόγου. Να προσέξουμε επίσης και τις αντιδράσεις των τριών αυτών κοινωνικών ομάδων που αναφέρει το τραγούδι μας: οι άρχοντες περικαλούν, γιατί δεν αρμόζει στην κοινωνική τους θέση να προσκυνήσουν κάτι που κάνει η φτώχεια, ενώ τα μικρά παιδιά αμήχανα, όπως ταιριάζει στη ηλικία και τη φύση τους, στέκουν …τα χέρια σταυρωμένα. Κι ακόμα, όπως και στη προηγούμενη ζωή τους, νερό θα πιουν οι άρχοντες, η φτωχολογιά θα ανασάνει, όπως κάνει κατά τον κάματο της ημέρας έτοιμη να συνεχίσει τη σκληρή δουλειά, ενώ τα παιδιά θα παίξουν, θα γελάσουν. Κι εδώ ως αντίστιξη του Πάνω Κόσμου, ο Κάτω Κόσμος εμφανίζεται ως τόπος όπου οι νεκροί δε χάνουν το ιεραρχικό τους status. [8]

Στους τελευταίους στίχους του αποσπάσματός μας, η άρνηση του Χάρου να ανταποκριθεί στο αίτημα των ψυχών, βασίζεται στην αναγνωρισιμότητα των πεθαμένων από τους ζωντανούς, στη δυνατότητα επικοινωνίας των μεν με τους δε, συνθήκη που σημαίνει άρση θανάτου:

 

τί έρχονται μάνες για νερό, γνωρίζουν τα παιδιά τους

γνωρίζονται τ’ αντρόγυνα….

Οι πεθαμένοι των τραγουδιών μας, όπως κι οι ψυχές στη Νέκυια, αναζητούν την επικοινωνία κι ορίζουν:

 

―Σουλήκια αλεξανδρινά και άγια κωνσταντινάτα,

όλο το κρέας φάτε το, τη γλώσσα μου αφήστε,

να του μιλώ, να μου μιλά, να λέω να μου λέει.

Κι αλλού:

 

Δώδεκα χρόνους δούλευα του Χάρου δίχως ρόγα,

μηδέ ρόγα του γύρεψα, μηδέ τη δούλεψή του·

μία χάρη του εζήτησα να [μ]πω στο περιβόλι

να ιδώ τους νιους να τραγουδούν, τις νιες πως χορεύουν,

να ιδώ και τα μικρά παιδιά πώς παίζουν, πώς γελούνε.

Μα εύρα τους νιους και κλαίγανε, τες νιες μοιρολογούνε,

εύρα και τα μικρά παιδιά να κλαίνε τις μανάδες.

Στο τραγούδι, ζωντανοί και νεκροί μπλέκονται, όπως και η σχέση των ανθρώπων με το Χάρο: τα φονικά δώδεκα χρόνων είναι το αποτέλεσμα της δούλεψης στο Χάρο· χρέος τα φονικά και μάλιστα χωρίς τη δούλεψή του Χάρου, που σημαίνει χωρίς αντάλλαγμα. Στους στίχους αυτούς καθρεφτίζεται με τρόπο λιτό κι ευθύ ο κόσμος της Μάνης, ο κόσμος του φονικού, ο κόσμος του πένθους. Και το υποκείμενο πρόκλησης του θανάτου ζητά  μια και μόνη χάρη: να μπει στο περιβόλι, στον Κάτω Κόσμο, να δει τους πεθαμένους, τις ψυχές, με την ελπίδα πως θα τις συναντήσει χαρούμενες και ξένοιαστες απαλλαγμένες από τους θρήνους του Πάνω Κόσμου. Και τους είδε να θρηνούν για την απώλεια των ζωντανών μεταστρέφοντας τον Πάνω Κόσμο σε κόσμο απώλειας. Οι πεθαμένοι κλαίνε, μοιρολογούνε για τους ζωντανούς, γιατί εκείνοι είναι που όντας στη δούλεψη του Χάρου δεν έχουν χώρο να χαρούν, ζουν με τη σκιά του χαμού και εντέλει, εκείνοι, οι ζωντανοί, είναι στον κόσμο της θλίψης και του θανάτου:

 

Συλλογισμένη βρίσκουμαι ποίο χαρτί ν’ ανοίξω,

ν’ ανοίξω το χαρούμενο, πάλι χαρά δεν είναι,

ν’ ανοίξω το λυπητερό που είμαι συνηθισμένη…

 

Κι αλλού:

 

Στέκω και συλλογίζομαι σαν τι χαρτί ν’ ανοίξω,

ν’ ανοίξω το εκκλησιαστικό; εδώ εκκλησιά δεν βλέπω·

ν’  ανοίξω το χαρούμενο; εδώ χαρά δεν έχω·

ν’ ανοίξω το λυπητερό πού τό ’χω μαθημένο

και από μια στάλα θολικό τό ’χω ξεσχολισμένο.

 

Οι ζωντανοί ελπίζοντας ότι εκεί, στον Κάτω Κόσμο, όλα τα κακά διορθώνονται, αναρωτιούνται:

 

Όλο ρωτώ καταρωτώ και δεν [μ]πορώ να μάθω

τι κάνουν οι άρχοντες στη γης και [οι] πτωχοί στο χώμα

και α[ν] ξαρρωστούν οι άρρωστοι και γιαίνου οι λαβωμένοι

αν έρχονται στα σπίτια τους οι ξενοπεθαμένοι.

 

«Το πέρασμα του νεκρού από τη σφαίρα των ζωντανών είναι μια κίνηση προς την ξενιτιά, όχι επειδή ο άλλος κόσμος είναι ξένο έδαφος, αλλά επειδή ο ακριβής χαρακτήρας αυτής της ξενικότητας είναι άγνωστος», σημειώνει η Νάντια Σερεμετάκη και χαρακτηρίζει αυτόν τον άλλο τόπο ως αντί-τόπο όπου κάθε κάτοικος είναι ά-τοπος. [9] Σ’ αυτή την άρση του Πάνω Κόσμου,[10] ο Κάτω Κόσμος μακριά από την εικονογραφία ενός χριστιανικού Παραδείσου[11] περιγράφεται με όρους ειδυλλιακούς, παραδεισένιους, αντικατοπτρίζοντας τον πόθο για την ζωή του απομονωμένου χωριού, κάπου στην άκρη της χώρας και ελπίζοντας συγχρόνως αυτοί οι στερημένοι από γαλήνη Μανιάτες πως ο Κάτω Κόσμος θά ’χει όλα εκείνα που τους λείπουν:

 

Στην άκρη της Παράδεισος είναι ένα περιβόλι

στη μέση του περιβολιού είν’ ένα κυπαρίσσι,

στη ρίζα του κυπαρισσιού είναι μια κρύα βρύση,

εκεί να πάεις Θειέ μου,

Η αποστροφή προς το Θεό είναι στην ουσία ευχή: είθε να πάω εκεί! και ακολουθεί το τι θα δει εκεί στην άκρη στην Παράδεισο που δεν είναι άλλος τόπος παρά το ίδιο το χωριό:

 

που ’χουν οι νέοι παρπεριό και έχουν αι νιες την πλύστρα

κάθε Σαββάτο λειδινό πάνε οι νιοι στο παρπεριό,

― τ’ ακούεις, κύριε Θείε μου―

κόβουν το μαλλάκι τους και σάζουν το μουστάκι τους,

…………..

κάθε Σαββάτο λειδινό πάνε αι νιές στην πλύστρα τους

στη νεροκοπανίστρα τους

πλέναν τα μαλλάκε τους και τα μεσοφοράκε τους

………….

 

Κι ακόμα σε άλλες παραλλαγές του τραγουδιού, σε εκείνο το περιβόλι

 

έχουν οι πρωτοδάσκαλοι Ελληνικόν Σχολείο

 

κι έχουν και τα μικρά παιδ[ι]ά σγλύμπες να κολυμβούνε.

 

Η αγωνία των ζωντανών για τον Κάτω Κόσμο είναι

 

αν λειτουργάνε εκκλησιές και ψάλλουνε ψαλτάδες

αν πάνε οι νιες στις εκκλησιές όλες τις Κυριακάδες

αν είναι και περίπατοι, αν είναι καφενεία.

 

«Το κοινωνικό φαντασιακό του θανάτου αποπειράται να αποικίσει τον άλλο κόσμο με τα οικεία χαρακτηριστικά αυτού του κόσμου. Αυτή είναι μια προσέγγιση στη μετά θάνατο ζωή αναμφισβήτητα προχριστιανική».[12] Κι ενώ ο κόσμος, η κοινωνία των πεθαμένων τείνει να προσδιοριστεί με όρους της κοινωνίας των ζωντανών, ως απάντηση στα τραγούδια που μέχρι τώρα αναφέραμε διατυπώνεται το ερώτημα:

 

Θάρρεψες ’τ’ είναι η κάτω γης μήλον ναν τη γυρίσεις

ή περιβόλι ή μπαξές να περισεργιανίσεις;

και συνεχίζει:

 

μωρέ δεν έχεις ακουστά

πως δεν είναι η κάτω γης ωσάν και την απάνω·

εκεί είναι μαρμαρόκτιστη, βολιμοσκεπασμένη

έχει μαντάλους προύγκινους και πόρτες σιδερένιες….

και σε άλλη παραλλαγή

….Ο πού στον Άδη κατεβεί ποτέ δεν ανεβαίνει,

στον Άδη αέρας δε φυσάει και ήλιος δεν βαραίνει

εκεί καράβια δεν περνούν, παπόρια δεν αράζουν,

εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν

συνπέντε και συντέσσεροι ταβερναργιό δε στήνουν.

…μπιο ένας ένας μοναχός

γεύονται τον κουρνιαχτό και δειλιούν το χώμα,

οι άσπροι μαύροι γίνονται και οι ροδινοί βλωμαίνουν

και οι άσπροι και ροδοκόκκινοι μαυρίζουν κι αραχνιάζουν.

 

που κλαιν τη νύχτα για το φως και την αυγή για μέρα,

στην ντάλα του μεσημεριού για μια σβιλάδα αέρα.

 

 

Παρασυρμένοι από τους στίχους των τραγουδιών μας κινδυνεύουμε να χάσουμε το στόχο μας: Ψυχή και Μοιρολόγια. Ήδη έγινε φανερό ότι η ψυχή στις δύο περιπτώσεις που τη συναντήσαμε είναι συνώνυμο της ζωής και μέσα από την περιδιάβαση που κάναμε στα μοιρολόγια, συνειδητοποιούμε ότι  η ζωή από τη μη ζωή, το είναι από το μη είναι, διακρίνονται κυρίως από την απώλεια επικοινωνίας μεταξύ πεθαμένων και ζωντανών. Τόσο η ψυχή όσο και η εικόνα, δηλαδή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου, από μόνα τους δεν αρκούν. Δεν είναι το σώμα φυλακή της ψυχής, ούτε και η ψυχή το είναι του ανθρώπου· δεν είναι ακόμα το σώμα από μόνο του δηλωτικό της ύπαρξης· στη λαϊκή αντίληψη, χωρίς τα δεσμά του αριστοτελικού νόμου, της λογικής του διαφωτισμού και των κλειστών συστημάτων ενόρασης του κόσμου, ύλη και άυλο, σώμα και ψυχή αποκτούν ταυτότητα και οντότητα μόνο στην κοινότητα του χωριού τους, στην άκρη του παράδεισου, με τη μετοχή στα κοινά, μέσα από τις καθημερινές μικρές και μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις, το μπαρμπεριό και το λούσιμο, τον καφενέ και το ταβερναριό, τις σγλίμπες και το πλυσταριό, τον περίπατο και τη λειτουργία, την κουβέντα και το ελληνικό σχολείο. Κι ίσως οι ζωντανοί να αποπειρώνται να εξοικειώσουν τον άλλον κόσμο, ώστε να διατηρήσουν την επικοινωνία και την επαφή με τους πεθαμένους[13] κάτι για το οποίο αγωνιούν οι πεθαμένοι και  για το οποίο αναρωτιούνται κι οι ζωντανοί. Η απάντηση όμως αμείλικτη:

 

οι πεθαμένοι βρίσκονται

…ένας-ένας μοναχός τ’ απίστομα είν’ πεσμένος

και οι άκλεροι είναι χώρια τους και κλαιν την ακλεριά του,

 

καθώς αυτοί οι τελευταίοι δεν άφησαν πίσω τους στην μανιάτικη φαμελιά κανέναν να τους μνημονεύει, να επικοινωνεί μ’ αυτούς, να διατηρεί την οντότητά τους και επομένως να συντηρεί την ύπαρξή τους, ανάμνηση σώματος και ψυχής, γιατί μόνον έτσι επιτυγχάνεται η ζωή στο επέκεινα, καθώς

 

Εδώ στον Άδη έχουνε ένα κακόνε νόμο

στο έμπα δίνουν τα κλειδιά, στο έβγα δεν τα δίνουν.

 

Και σαν επίλογο αφήνω τα λόγια εκείνων πού ᾽φυγαν, λόγια που λες και μας απευθύνουν οι νεκροί του Thornton Wilder στη «Μικρή μας πόλη»[14]:

 

σαν τι βαργόμια έχετε στους μαυροπεθαμένους,

που με τον Ήλιο βγαίνουμε και με το φως δειπνάμε,

στον Άδη αέρας δε φυσά και Ήλιος δεν φωτάει.

 


[1] Ο G. Saunier χαρακτηρίζει τα αφηγηματικά τραγούδια που μιλάνε για το θάνατο άσχετα με το πρόσωπο του νεκρού αυτά «μοιρολόγια του Χάρου» (Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια, Τα Μοιρολόγια, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1999, σελ. 11).

[2] Τα Τραγούδια του Κάτω Κόσμου, μοιρολόγια της Μεσσηνιακής Μάνης, συλλογή του ακαδημαϊκού Σωκράτη Κουγέα κατά τα έτη 1901-1904, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2000

[3] Το συμπέρασμα ότι οι ψυχές είναι σαν πουλάκι φυλακισμένο σε κλουβί, της Ν. Σερεμετάκη στηρίζεται σε μαρτυρία, Τελευταία Λέξη, Αθήνα 1994, εκδ. Λιβάνη-Νέα Σύνορα,  σ. 252.

[4] 413a

[5] Φαίδων 118a

[6] Μάνη 1823 (Σωκράτη Κουγέα, Η Γυναίκα Κυρία στη Μεσσηνιακή Μάνη, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2003, σ. 80).

[7] Η διαθήκη του πνευματικού Κληροδέτη, Μάνη 1783, (Σωκράτη Κουγέα, Αγνάντια στο Βενέτικο, Αθήνα 2008, εκδ. Ποταμός, σ. 146).

[8] Τα μοιρολόγια βάσει των οποίων τεκμηριώνει τις απόψεις της η Ν. Σερεμετάκη την οδηγούν στο συμπέρασμα ότι «ο άλλος κόσμος μπορεί επίσης να είναι τόπος όπου οι νεκροί χάνουν το ιεραρχικό τους στάτους που είχαν ως ζωντανοί.» όπ.π., σ. 250.

[9] όπ.π., σ. 248

[10] «Ο άλλος κόσμος μπορεί να απεικονιστεί ως άρνηση ή αντιστροφή του κόσμου των ζωντανών.», όπ.π., σ.250

[11] όπ.π., σ. 246

[12] όπ.π., 246

[13] όπ.π., 246.

[14] Το θεατρικό έργο Η μικρή μας πόλη (1938) χάρισε στον κορυφαίο αμερικανό θεατρικό συγγραφέα Thornton Wilder (1897-1975) το βραβείο Pulizer.

*Ομιλία σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής στις 5/10/2010

Advertisements