«Μια διαφορετική προσέγγιση της διδακτικής της Ιστορίας;» (Σύνδεσμος Φιλολόγων Μεσσηνίας, Καλαμάτα, 1/4/2011) Παρασκευή, Απρ. 8 2011 

Αγαπητές συναδέλφισσες και αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί φίλοι,

Πέρσι τέτοια εποχή στην αγαπημένη πόλη της Καλαμάτας κλήθηκα να εκφωνήσω τον πανηγυρικό για την επέτειο της 23ης Μαρτίου. Κάποιοι από εσάς ίσως να άκουσαν το λόγο και τον σχολιασμό που επακολούθησε και να έχουν σχηματίσει δική τους γνώμη. Το αποτέλεσμα ήταν αποτυχία: αντί για πανηγυρικός ο λόγος θεωρήθηκε υπαινιγμός για τα πρωτεία που οι Μανιάτες διεκδικούν έναντι των Μεσσηνίων. Κάποιοι εξέφρασαν δυσαρέσκεια, κάποιοι αντέδρασαν οργισμένα, αντιδράσεις που με στεναχώρησαν, καθώς δεν είχα σκοπό να θίξω κανέναν. Άθελά μου όμως έθιξα ανθρώπους, συμπατριώτες μου που την επέτειο αυτή την περιμένουν ως μνημόσυνο προγόνων, ως ενιαύσια υπενθύμιση θρύλων και μύθων. Από την άλλη αν και δε ζω στον τόπο αυτό και είμαι μακριά από την καθημερινή ζωή και τον παλμό του, τρέφω υπερβολική αγάπη γι’ αυτόν και την ιστορία του και τα τελευταία τέσσερα χρόνια καταγίνομαι με αρχεία και πηγές που φέρνουν στο φως νέα δεδομένα για τα όσα διαδραματίστηκαν στην Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στη Μεσσηνία και τη Μάνη· και όπως είναι φυσικό, κάθε νέο δεδομένο υποχρεώνει –όσο κι αν αυτό συχνά διαταράσσει σταθερές με τις οποίες έχουμε μάθει να ζούμε- σε επαναπροσδιορισμό της αντιμετώπισης της Ιστορίας, με αποτέλεσμα τα όσα είπα, ίσως να ακούστηκαν αιρετικά.

Κάνω αυτήν την εισαγωγή όχι μόνο γιατί σήμερα μου δίνεται η ευκαιρία να δώσω δημόσια λόγο σε όσους Καλαματιανούς και Μεσσήνιους στεναχώρησα, αλλά και γιατί η συγκεκριμένη παρεξήγηση θίγει ακριβώς τον πυρήνα του ερωτήματος «τι είναι Iστορία» ή, καλύτερα, «τι ζητάμε από την Ιστορία» και για να έρθουμε στα καθ’ ημάς, «ποια είναι η θέση της Ιστορίας στην εκπαίδευση».

Κι από εδώ πρέπει να ξεκινήσουμε: υπάρχει μία «Ιστορία» ή, κάθε φορά που οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μεταβάλλονται, η «Ιστορία» αλλάζει τα εργαλεία της και την οπτική γωνία από την οποία εξετάζει τα πράγματα; Και τι θέλουμε να πετύχουμε με το μάθημα της Ιστορίας σήμερα; Είναι το μάθημα που συντηρεί μύθους, που εξυπηρετεί ιδεολογίες, εν τέλει μάθημα εθνικής διαπαιδαγώγησης; Ή είναι μάθημα κατανόησης των αρχών που διέπουν τις κοινωνικές διαδικασίες, του «ιστορικού γίγνεσθαι» -για να θυμηθούμε τα φοιτητικά μας χρόνια; Ή μήπως είναι το μάθημα που εξηγεί πώς φτάσαμε ως εδώ, που συμβάλλει στην κοινωνική και εθνική αυτοσυνειδησία, χωρίς υπερβολές και χωρίς αποσιωπήσεις με τους όρους της σύγχρονης πολιτικής και οικονομικής σκηνής;

Αν στραφούμε στην ιστορία της εκπαίδευσης από την εποχή της ίδρυσης του Ελληνικού κρατιδίου ως το σύγχρονο Ελληνικό κράτος, θα συνειδητοποιήσουμε ότι το μάθημα της Ιστορίας συνέχει όλα τα παραπάνω. Κι ανάλογα με τις ιστορικές, τις κυρίαρχες ιδεολογικές και κοινωνικές αντιλήψεις, υπερτονίζονται κάποιες πλευρές και σκιάζονται άλλες· γιατί όλα τα έχουμε ανάγκη. Κι αν ακόμα κάποιες και κάποιοι από εμάς δεν παρακολούθησαν την εκπομπή του ΣΚΑΪ για την επανάσταση του ’21, σίγουρα όλοι έχουμε αναμιχθεί σε συζητήσεις που προκλήθηκαν από τις θέσεις που πήραν διακεκριμένοι ιστορικοί, φιλόσοφοι, δημοσιογράφοι γύρω από το κορυφαίο αυτό ιστορικό γεγονός. Κι ο κάθε ένας μας ανάλογα με την ηλικία, τα βιώματα, τη θέση που παίρνει απέναντι στα πράγματα, επιλέγει και προβάλλει συγκεκριμένη άποψη.

Κάθε προσωπική αντίληψη είναι αποδεκτή και είναι απολύτως νόμιμο να διατυπώνεται. Όταν όμως πρόκειται για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται το μάθημα της Ιστορίας στο σχολείο, τα πράγματα αλλάζουν. Η θέση που διατυπώνεται στις αίθουσες διδασκαλίας, είναι θέση επιστημονική και παιδαγωγική και σύμφωνη με το χώρο και το χρόνο στον οποίο δημιουργείται.

Αν κάνουμε μια γρήγορη αναδρομή στο τι συνέβη τα σχεδόν 170 χρόνια  που αριθμεί η ελληνική εκπαίδευση, θα δούμε πως κατά τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τη γένεση του Ελληνικού κράτους, το «μάθημα» αποτελούσε το κύριο μέσο διάπλασης της «εθνικής συνείδησης», το μέσο διάδοσης του «εθνικού μύθου». Ήταν η περίοδος εκείνη που η κυρίαρχη τάση των ιστορικών μας στρατευόταν στην υπόθεση της εδραίωσης του κράτους και της επίτευξης της συνοχής· και για τούτο η δημιουργία και προβολή του εθνικού μύθου, με ημερομηνίες σύμβολα, με ηρωοποιημένα πρόσωπα, με αποσιωπήσεις και προβολές ήταν επιβεβλημένες. Η αντίληψη αυτή κυριάρχησε και σε επόμενες περιόδους, άλλοτε για να γαλουχηθεί η νεολαία με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, άλλοτε εξαιτίας πολιτικών παρεκτροπών και άλλοτε δυστυχώς –εκφέρω προσωπική άποψη- εξαιτίας ιστορικής και γενικότερα πνευματικής ένδειας. Η άγνοια οδήγησε σε εύκολα σχήματα όχι τόσο τους ερευνητές και τους συγγραφείς-ιστορικούς, όσο εκείνους που κλήθηκαν να διδάξουν Ιστορία στα σχολεία. Αυτούς τους τελευταίους η άγνοια συχνά μας περιορίζει στην απαρίθμηση γεγονότων, χρονολογιών και προσώπων. Αποτέλεσμα: το μάθημα της Ιστορίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φέρει τη σφραγίδα του μαθήματος της αποστήθισης.

Είναι χαρακτηριστικό, αγαπητοί συνοδεύει και συναδέλφισσες,  ότι κι όταν τα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας, με τις όποιες αδυναμίες τους, πρότειναν μια διαφορετική διδακτική προσέγγιση, η απόρριψη ήταν ακαριαία, η αντιπαράθεση έπαιρνε ιδεολογικές κατευθύνσεις και –για να μιλήσουμε για αξιόλογα βιβλία που κατά περιόδους έχουν γραφεί για τις τελευταίες τάξεις του Λυκείου- η μέγκενη των εξετάσεων τα κατέστρεφε, καθώς οι μαθητές μας αντί να εισάγονται στη διαδικασία του προβληματισμού, αποστήθιζαν τον προβληματισμό άλλων και στην καλύτερη περίπτωση αναδιατύπωναν εκείνο που ο «διορθωτής» περίμενε να διαβάσει. Από αυτά τα σύνδρομα πρέπει να απαλλαγούμε, όπως και από στερεότυπα προσέγγισης της Ιστορίας: για παράδειγμα τον ιστορικό/εθνικό μύθο πρέπει να τον διατηρούμε ως στοιχείο εντέλει της γραμματείας μας και της παράδοσής μας. Πρέπει όμως όπου απαιτείται να δεχόμαστε την απομυθοποίηση ως το φως εκείνο που μας φέρνει αντιμέτωπους με την αλήθεια, στοιχείο απαραίτητο για την επίτευξη της προσωπικής και εθνικής αυτοσυνειδησίας.

Και για να περάσουμε στο σήμερα και στην εκπαίδευση: Σήμερα η ιστορική περίοδος που διανύουμε, απαιτεί από τους πολίτες αυτού του τόπου μια διαφορετική προσέγγιση: αίτημα πλέον δεν είναι η διαμόρφωση εθνικής συνείδησης –αυτή έχει επιτευχθεί κι ο κίνδυνος απώλειας της, αν το καλοσκεφτούμε, δεν βρίσκεται αλλού, παρά εκεί όπου προβάλλονται μύθοι που δεν πατούν στα πόδια τους· μύθοι που στηρίζονται στην «ψευδή» αντίληψη των πραγμάτων. Σήμερα, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εποχή, αίτημα είναι η κατανόηση του ποιοι είμαστε ως λαός, ποια είναι η θέση μας στο διεθνές περιβάλλον και ποιες δυνάμεις πρέπει να ενεργοποιηθούν για να προχωρήσουμε στο μέλλον, συνεισφέροντας σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Κι αυτός είναι ίσως ο μόνος τρόπος για να πετύχουμε –σε μια περίοδο κρίσης και αυτοαπαξίωσης-  την εκλογίκευση των καταστάσεων που βιώνουμε και μέσω αυτής την κοινωνική δυναμική που απαιτείται για να συνεχίσουμε να διατηρούμε τα κοινωνικά εκείνα στοιχεία για τα οποία διακρινόμαστε θετικά· για να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τα τόσα καλά του τόπου αυτού.

Εκλογίκευση λοιπόν· συνείδηση ότι δεν βρεθήκαμε από το πουθενά, ότι δε γεννηθήκαμε από παρθενογένεση, ότι δεν ήμασταν ως λαός περιχαρακωμένοι και αμόλυντοι. Ο πληθυσμός της νότιας Βαλκανικής ζυμώθηκε και ζυμώνεται με την Ιστορία, που σημαίνει μια μάζα ανθρώπων που, όσο κι αν η επικράτηση των εθνικών κρατών μερικούς αιώνες πριν απαίτησε την «εθνοκάθαρση», δεν στάθηκε δυνατόν να απαλλαγούν από προσμίξεις στοιχείων των οποίων οι ρίζες συχνά είναι δυσδιάκριτες.

Εκλογίκευση σημαίνει επίσης κριτική επεξεργασία στοιχείων και όχι άκριτη παραδοχή μια και μόνης εκδοχής. Σημαίνει ότι στο μάθημα της Ιστορίας με όλα τα μέσα θα πρέπει να κατατείνουμε στο να δώσουμε στα παιδιά μας τα εργαλεία για να εξηγήσουν με σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος τα κοινωνικά και ιστορικά φαινόμενα. Και τα εργαλεία αυτά σίγουρα δεν είναι ούτε οι Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές, ούτε το διαδίκτυο, ούτε οι διαδραστικοί πίνακες, ούτε ακόμα και το εγχειρίδιο. Είναι η μέθοδος που ακολουθούμε μέσα στην τάξη και οι δεξιότητες που καλλιεργούμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας.

Το πρόβλημα που βασανίζει όλους μας, τέθηκε εξ αρχής: σε ποιο βαθμό η Ιστορία αποτελεί μάθημα «απομνημόνευσης» και μάλιστα όταν αναφερόμαστε στα παιδιά του Γυμνασίου. Γιατί το «μάθημα» -όπως κάθε μάθημα- συνοδεύεται από την αξιολόγηση, δηλαδή τη μέτρηση του βαθμού ανταπόκρισης του κάθε μαθητή και κάθε μαθήτριας στα ζητούμενα. Με την κακώς εννοούμενη αντικειμενικοποίηση της αξιολόγησης, της βαθμολογίας, και με την εμμονή σε λεπτές διαφοροποιήσεις μεταξύ των μαθητών του Γυμνασίου-Λυκείου (δε συμβαίνει κάτι τέτοιο ούτε στην πρωτοβάθμια, ούτε στην τριτοβάθμια), το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, υποχρεώνεται σε ερωτήματα που, προκειμένου ο βαθμός ανταπόκρισης στα ζητούμενα να είναι σαφής και «δίκαιος», δέχονται ως ορθή απάντηση μία και μόνη, εκείνη που το βιβλίο και ο διδάσκων εκ των προτέρων έχουν διατυπώσει. Άρα περιθώριο κρίσης δεν υφίσταται και η απομνημόνευση είναι η μόνη δίοδος προς τα «αριστεία» και την εισαγωγή στα ΑΕΙ.

Τι γίνεται λοιπόν με την Ιστορία, μάθημα φορτωμένο από το αντικείμενό του με γεγονότα, ονόματα και χρονολογίες; Πώς οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε ως σχολικό μάθημα;

Μία απάντηση δεν υπάρχει. Σίγουρα όμως για να ορίσουμε το πλαίσιο της διδακτικής μας θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι σήμερα διαθέτουμε μέσα που επιτρέπουν την «χειραφέτηση» της διδακτικής του μαθήματος από την παραδοσιακή δομή (έλεγχος γνώσεων, εξέταση-παράδοση-ερωτήσεις εμπέδωσης) βασισμένη στο εγχειρίδιο και στην προφορική αναδιήγηση του διδάσκοντα.

Και η καινοτομίες στη διδακτική μας; Κάποιες δεκαετίες πριν η προβολή των διαφανειών και οι φωτοτυπίες αποτελούσαν το πρόσθετο υποστηρικτικό υλικό στη διδακτική μας και εδώ και μερικά χρόνια η ευκολία της προβολής dvd και παρουσιάσεων powerpoint ποίκιλαν το μάθημα. Τα μέσα που διαθέτουμε ανανεώνονται συνέχεια και η δυνατότητα πρόσβασης στο internet ανοίγει νέους ορίζοντες και μάλιστα όταν το διαδίκτυο έχει εισβάλει μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας. Το ενδιαφέρον μας πια στρέφεται στα μέσα μπροστά στα οποία αρκετοί από εμάς, αν όχι οι περισσότεροι, νιώθουμε αμήχανα και κάποιοι δύσπιστα. Οι διαδραστικοί πίνακες και τα φιλικά στο χρήστη προγράμματα και τα έτοιμα λογισμικά, φαντάζουν ως πρόκληση εκσυγχρονισμού -και ευκολίας- που συχνά μας συνεπαίρνει σε έναν ανταγωνισμό προς τον ίδιο μας τον εαυτό, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται το βασικό ζητούμενο που δεν είναι άλλο από το πού στοχεύουμε με το μάθημα της Ιστορίας, ποιο στόχο εξυπηρετεί και πώς συμβάλλει στην μόρφωση των παιδιών μας, στην ολοκλήρωσή τους ως αυριανών πολιτών του τόπου αυτού, των πολιτών του κόσμου.

Απάντηση στα ερωτήματα αυτά κανένα μέσο δεν πρόκειται να δώσει. Και όσο το όραμα του δεξιοτέχνη στην τεχνολογία προβάλλει ως πρότυπο δασκάλου, κινδυνεύουμε να χάσουμε το δρόμο μας και τα παιδιά να παρανοήσουν το τι σημαίνει η Ιστορία. «Ο διαδραστικός πίνακας, το διαδίκτυο στην τάξη κι όλα αυτά τα μέσα, είναι χρήσιμα στο μάθημα μόνον όταν περνάνε τόσο απαρατήρητα, όσο το μολύβι και το τετράδιο». Τα λόγια που ανήκουν σε Βρετανό αναλυτή του BBC, εκφράζουν με γλαφυρό τρόπο τη σχέση που θα πρέπει να έχουμε με τα μέσα αυτά. Η παγίδα είναι το να παρασυρθούμε και να κάνουμε επίδειξη μαθήματος -να παρουσιάσουμε ένα μάθημα- αντί να θέσουμε τα μέσα στην εξυπηρέτηση των στόχων μας.

Αν και για τις εφαρμογές στη διδασκαλία θα ακούσουμε από τον συνάδελφο και φίλο κ. Λάππα, δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να διατυπώσω σύντομα και επιγραμματικά πρόταση διδακτικής της Ιστορίας.

Το «μάθημα της Ιστορίας» θα μπορούσε να χωριστεί  σε τρία επίπεδα προσέγγισης: Το πρώτο επίπεδο είναι εκείνο της γνώσης βασικών «σταθμών» στην Ιστορία ώστε ο μαθητής να αντιλαμβάνεται περιόδους με τα χαρακτηριστικά τους και να κατέχει την πορεία της ιστορίας στις αδρές της γραμμές. Ο χρονολογικός άξονας με βασικά γεγονότα και αναγραφή περιόδων και των χαρακτηριστικών τους είναι βασική γνώση απαιτητή από τους μαθητές. Ας το ονομάσουμε «Κατάκτηση βασικών γνώσεων».

Το δεύτερο επίπεδο προσέγγισης είναι προσέγγιση των ιστορικών περιόδων μέσα από τις κοινωνικές/πολιτιστικές εκδηλώσεις και αξίες, ώστε οι μαθητές και οι μαθήτριες να κατανοήσουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Η συσχέτιση των χαρακτηριστικών με τα δεδομένα –γεωγραφικά, κοινωνικά, οικονομικά- συμβάλλει στο να αιτιολογηθούν τα χαρακτηριστικά αυτά. Οι μαθητές δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους στο να αιτιολογήσουν με την καθοδήγηση του διδάσκοντα και τη τροφοδότηση των πηγών. Θα το έλεγα «Κατανόηση αιτίων και αποτελεσμάτων».

Το τρίτο επίπεδο είναι η σύνταξη ερευνητικής εργασίας. Στη δραστηριότητα αυτή, οι μαθητές θα πρέπει να συντάσσουν κείμενο βασισμένο σε στοιχεία που έχουν αντλήσει από δεδομένη βιβλιογραφία και με συγκεκριμένους κανόνες σύνταξης. Πρόκειται για «Αξιοποίηση δεδομένων και καλλιέργεια κρίσης».

Σημειώνω: Αν στο πρώτο επίπεδο εκείνο της κατάκτησης βασικών γνώσεων, το «κείμενο», το εγχειρίδιο δηλαδή, ως πηγή πρέπει να αποτελέσει το βασικό εφόδιο, κατά κανένα τρόπο δεν εννοούμε ένα σκελετό με άξονα απομνημονευτικούς μηχανισμούς που οδηγεί τον  μαθητή στο να ανταποκρίνεται σε ερωτήσεις με τους όρους που παίζαμε το φωτεινό παντογνώστη. Το κείμενο οφείλει να αφηγείται. Η ιστορική διήγηση δεν πρέπει να εξαλειφθεί από τις τάξεις μας και ιδίως στις μικρές ηλικίες. Και τούτο τόσο για την καλλιέργεια της γλωσσικής ικανότητας, της ακρόασης και της αφήγησης αλλά και για τη σύνδεση γεγονότων και καταστάσεων, για την κατανόηση σχέσεων. Χωρίς την αφήγηση κάθε άλλη προσπάθεια προσέγγισης της ιστορικής συνέχειας θα αποβεί μάταια, καθώς θα λειτουργεί ερήμην του βασικού κώδικα επικοινωνίας που είναι ο «λόγος» με την αρχαιοελληνική έννοια. Η «συμβολοποίηση» κάθε διαδικασίας κατάκτησης γνώσης και η «δια διαγραμμάτων μάθηση» ταλαιπωρεί την εκπαίδευσή μας δεκαετίες και εντείνεται όλο και περισσότερο κάτω από την επιρροή του ηλεκτρονικού λόγου. Συχνά αυτή η «συμβολοποίηση» και η «δια διαγραμμάτων προσέγγιση» είναι το βασικό χαρακτηριστικό του καλού εκπαιδευτικού, χαρακτηριστικό μιας φροντιστηριοποιημένης εκπαίδευσης. Απότοκος αυτής της τάσης είναι οι γενιές των ελληνόπουλων με την δυσκολία στην έκφραση και στη διατύπωση αφηρημένων εννοιών, οι γενιές που η γλωσσική τους δεινότητα περιορίζεται στα βοηθητικά ρήματα και σε περιορισμένο αριθμό επιθέτων.

Χρειαζόμαστε λοιπόν την αφήγηση. Και στην αφήγηση αυτή ο «μύθος», ο εξωραϊσμός πρόσωπων και καταστάσεων στις τάξεις του Δημοτικού ανάγει την Ιστορία  σε Μυθολογία. Η αφήγηση όμως στο Γυμνάσιο αλλάζει: πρόκειται για «ιστορική» αφήγηση, με τους κανόνες που την διέπουν: ορίζει το περιβάλλον που διαδραματίζεται το ιστορικό συμβάν, μιλάει για τους λαούς που βιώνουν στο περιβάλλον αυτό, για τον πολιτισμό τους και τους όρους ανάπτυξης τους καθώς και για τις αιτίες ειρηνικής συνύπαρξης ή συγκρούσεων. Κάπως έτσι εννοώ τα κύρια συστατικά μιας τέτοιας αφήγησης.

Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος: διδάσκουμε Ιστορία της Α Γυμνασίου· κάπου στα πρώτα κεφάλαια γίνεται αναφορά στους Εβραίους οι οποίοι στη συνέχεια αποσιωπώνται και ένα τεράστιο ερωτηματικό γεννιέται όταν επανεμφανίζονται στα χρόνια του Χριστού, ενώ στο μεταξύ δεν έχει γίνει κάποια αναφορά στην ασύμπτωτη αλλά σύγχρονη πορεία τους με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Κι όμως οι δύο αυτοί πολιτισμοί που θεμελίωσαν το σύστημα αξιών πάνω στις οποίες στήθηκε ο σημερινός Δυτικός πολιτισμός, συνυπήρξαν… Και για να πάμε σε πιο εύκολα μονοπάτια: ο κεφάλαιο σχετικά με το δεύτερο αποικισμό προβάλλει τους Έλληνες να κυριαρχούν μόνοι αυτοί στη Μεσόγειο, σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος. Καμιά συσχέτιση με τους Φοίνικες, που κι αυτοί, όπως και οι Εβραίοι, παραμελημένοι κάπου στα πρώτα κεφάλαια ξεχνιούνται. Η Καρχηδόνα αναφέρεται στα κεφάλαια που ασχολούνται με τη Ρωμαϊκή περίοδο σα μια πόλη που γεννήθηκε από το πουθενά, μόνο και μόνο για να καταδείξει την πολεμικό χαρακτήρα των Ρωμαίων. Κι όμως Φοίνικες ήσαν εκείνοι που πριν από τις ελληνικές πόλεις εξάπλωσαν το εμπόριο τους σ’ όλη τη Μεσόγειο κι έξω από αυτήν. Κι αυτά μας τα λέει ο Ηρόδοτος… Κι οι Ετρούσκοι; Με τα τόσα κοινά στοιχεία; Δεν ανέπτυξαν πολιτισμό παράλληλο προς εκείνο των ελληνικών πόλεων; Κι οι εμπορικοί δρόμοι που ένωναν τα λιμάνια της Μεσογείου με το Βορρά, την Κεντρική Ευρώπη και Σκανδιναβία δεν είναι κι αυτά απόδειξη ότι ο αποικισμός και η εξάπλωση του εμπορίου δεν ήταν επινόηση των Ελληνικών πόλεων αλλά ήταν καρπός μιας εποχής που οι λαοί της Μεσογείου και της ευρωπαϊκής ηπείρου με τον πολιτισμό τους κατέτειναν στο ίδιο και συνεργάζονταν κι αντάλλασσαν στοιχεία κι ανταγωνίζονταν και πολεμούσαν; Πώς αλλιώς θα καταλάβουν οι μαθητές μας τη θέση μας, ως κράτος, μέσα στον κόσμο σήμερα, αν δεν ακούσουν αυτές τις φωνές του παρελθόντος μέσα από την ιστορική αφήγηση;

Έχουμε περάσει ήδη στο δεύτερο επίπεδο της κατανόησης: Οι μαθητές μας με τις πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους, παρακινούνται να ανακαλύψουν το γιατί στη συγκεκριμένη εποχή ευνοήθηκε το εμπόριο και η εξάπλωση των αποικιών και εμπορικών σταθμών. Κι τι σήμανε αυτή η εξάπλωση για τον «πολιτισμό», τις τέχνες, τη σκέψη, την οικονομία, ποιες αλληλεπιδράσεις διακρίνουμε και ποια είναι εντέλει η συνισταμένη όλων αυτών των καταστάσεων. Η διδακτική έχει εδώ σημαντικό λόγο: είναι βασικό μέλημά μας, ημών των εκπαιδευτικών, να αξιοποιήσουμε εργαλεία και να εφεύρουμε και νέα για να εξυπηρετήσουμε τη διαδικασία αυτή της κατανόησης. Στη διαδικασία αυτή τον πρώτο λόγο πρέπει να έχει η δραστηριοποίηση των μαθητών μας και ως εκ τούτου η διδακτική πρέπει να έχει στο επίκεντρό της «δράσεις» ατομικές και ομαδικές των μαθητών μας με βασικό στοιχείο την κατανόηση, την παρατήρηση, την παρουσίαση, την υποστήριξη και αντίκρουση θέσεων.

Οι δράσεις αυτές λειτουργούν ως γέφυρες από την παρατήρηση και την κατανόηση στην αξιοποίηση δεδομένων. Οι πηγές, πρωτογενείς και δευτερογενείς συνιστούν το υπόστρωμα στο οποίο η κρίση ξεπερνάει τα απλά σχήματα, παύει να λειτουργεί με την αυτάρκεια της ατομικής συλλογιστικής και αξιοποιεί κρίσεις και αποδείξεις άλλων, ανοίγοντας την πύλη στον επιστημονικό λόγο που κρίνει, αξιολογεί και αξιοποιεί δεδομένα από διαφορετικές πηγές συνθέτοντας τη δική του εικόνα για τα πράγματα.

Συνάδελφοι και συναδέλφισσες, ελπίζοντας να μη σας κούρασα, αφήνω το πεδίο στο συνάδελφο και φίλο Δημήτρη Λάππα και περιμένοντας δικές σας παρατηρήσεις, ενστάσεις και θέσεις.

Αλλά πριν τελειώσω θυμίζω αυτό που διαβάσαμε στις εφημερίδες της περασμένης Κυριακής: (μεταφέρω κατά λέξη) “Αλλάζουν όλα στο Λύκειο από την επόμενη σχολική χρονιά. Το τελικό σχέδιο θα παρουσιάσει τις επόμενες ημέρες το Υπουργείο Παιδείας, αλλάζοντας συνολικά την εκπαιδευτική φιλοσοφία της βαθμίδας του Λυκείου που είχαμε συνηθίσει επί δεκαετίες. Η νέα φιλοσοφία που θα εφαρμοστεί βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική των ερευνητικών σχεδίων, δηλαδή κάτι σαν μικρές «πτυχιακές» εργασίες τις οποίες θα εκπονούν και θα παραδίδουν οι μαθητές ανά τετράμηνο.

Οι εργασίες αυτές θα βαθμολογούνται και ο βαθμός τους θα συνυπολογίζεται για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ. Ακόμη, σύμφωνα με τις αποφάσεις της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας, καταργούνται όλα τα επιστημονικά πεδία και αντικαθίστανται από δύο κατευθύνσεις: τη θετική και τη θεωρητική στη Β’ Λυκείου και τρεις κατευθύνσεις στην Γ’ Λυκείου. Έτσι, το «τοπίο» στις τάξεις του λυκείου αλλάζει. ”

Ο στόχος είναι λοιπόν ξεκάθαρος: να φτάσουν οι μαθητές στο σημείο να μπορούν να αξιολογούν και να αξιοποιούν πηγές και να εκθέτουν απόψεις. Το ερώτημα όμως είναι αν έχουμε προβληματιστεί για το πώς θα πετύχουμε το στόχο αυτό, πώς θα εντάξουμε τα μέσα που διαθέτουμε στην εξυπηρέτηση του στόχου αυτού, αν πρέπει και πώς θα μεταβάλλουμε τη διδακτική μας;  Και πάνω απ’ όλα, έχουμε πειστεί και συμφωνήσει σχετικά με το στόχο αυτό;

Advertisements

Από τον εορτασμό της 23 Μαρτίου 1821 στις Κιτριές Σάββατο, Μαρ. 27 2010 

Σεβασμιότατε, αξιότιμοι κύριε Νομάρχα, κύριε Δήμαρχε, κυρία Βουλευτά, κυρίες και κύριοι,

Δεν ξέρω πώς θα άρχιζε τον λόγο του ο παππούς μου αν σήμερα τον καλούσαν να μιλήσει σε τούτο «τον μικρό λιμιώνα πού ’χει μεγάλη ιστορία» όπως ο ίδιος χαρακτήριζε τις Κιτριές.

Θα ξεκινούσε με κάποια προσωπική ιστορία από την παιδική του ηλικία· ίσως να έστρεφε το βλέμμα του στο γυναικωνίτη του Μαυρομιχαλαίικου αυτού ναού για να αναζητήσει την πήλινη κολυμπήθρα όπου με Μαυροχιχαλαίικο λάδι τον βάφτισε χέρι Μαυρομιχάλη.

Μεγάλο όνομα σ’ ένα μεγάλο τόπο: με ανθρώπους πολύτιμους, όσο πολύτιμος είναι  και ο τόπος αυτός, όσο πολύτιμο είναι και το λιμάνι αυτό.

Ένας πολύτιμος τόπος, ένα πολύτιμο λιμάνι: Τούρκοι, Φράγκοι, Ενετοί ετούτο το λιμάνι γύρεψαν να ελέγξουν· εδώ από το Οίτυλο ο Λιμπεράκης Γερακάρης ήρθε και πήρε χτήματα στους Δολούς και τους Μύλους της Μαντίνειας· εδώ, κι αυτός από τη Μέσα Μάνη, ήρθε κι έχτισε τον πύργο του ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης· εδώ Τούρκοι κι Ενετοί διάλεξαν να χτίσουν και να εξοπλίσουν το κάστρο της Ζαρνάτας για να ελέγξουν το λιμάνι αυτό.

Ζαρνάτα και Κιτριές: το κάστρο και το φυσικό λιμάνι κλείνουν μέσα τους τη μεγάλη ιστορία του τόπου· σ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ο τόπος αυτός υπήρξε ο σύνδεσμος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, με το λάδι, το μετάξι, τα βελανίδια, τα σύκα, με τους ίδιους τους ανθρώπους του που κατόρθωσαν να συντηρήσουν την ιδέα της αυτονομίας, της κυριαρχίας στον τόπο τους και την αυτοδιάθεσή τους. Κι όποτε τους δινόταν η ευκαιρία δεν δίστασαν να στρέψουν τα τόξα τους, τα σπαθιά τους, τα τουφέκια τους κατά της Οθωμανικής απειλής.

Κι όσο κι αν τους εγκατέλειπαν οι Ενετοί, οι Ισπανοί, οι Ρώσοι, με επιμονή και μ’ ένα πάθος αλλόκοτο ξανάπιαναν το νήμα από την αρχή. Και στη μεγάλη στιγμή του ’21 βρέθηκαν εδώ, πρώτοι κι έτοιμοι να θυσιάσουν την αυτεξούσια κυριαρχία τους για τη μεγάλη ιδέα του ανεξάρτητου κράτους. Από εδώ στις 22 Μαρτίου ξεκίνησαν τα καλύτερα παλικάρια του Πετρόμπεη κι ενώθηκαν με εκείνα του Μούρτζινου, συνάντησαν τον Γέρο του Μοριά κάπου στη Σέλιτσα για να καταλάβουν την Καλαμάτα· και την κατάλαβαν· και υποχρέωσαν το Τούρκο διοικητή  σε πράξη παράδοσης, που σημαίνει αναγνώριση κυριαρχίας του αντιπάλου.

Κι όσο κι αν η Ιστορία επιφύλαξε στους Μανιάτες και σκοτεινές σελίδες, κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει το προνόμιο ότι άνοιξαν τον πόλεμο του ’21: Μανιάτες από την Τσίμοβα, την Καρδαμύλη, τις Κιτριές σε έναν πόλεμο για τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, για ένα κράτος δικαίου.

Κι ο άρχοντας του τόπου, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης δε δίστασε να διακινδυνεύσει τη ζωή του γιου του, όμηρου της Πύλης στην Κωνσταντινούπολη, να θυσιάσει την εξουσία του για αυτόν τον ωραίο αγώνα, για ένα αύριο που, όσο κι αν έλαμπε, δεν έπαυε να είναι αβέβαιο.

Φίλες και φίλοι, πατριώτες,

Τον τόπο αυτό οι πρόγονοί μας τον φύλαξαν αιώνες αλώβητο. Στον τόπο αυτό συντήρησαν τη σπίθα της ανεξαρτησίας στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κι αυτόν τον τόπο οφείλουμε να τον διαφυλάξουμε: να διαφυλάξουμε τις ελιές και τ’ αρμάκια τους, τα κυπαρίσσια και τα μονοπάτια του, τις εκκλησιές και τα σπίτια του· γιατί σ’ αυτά κρύβεται ένας πλούτος που παραδόθηκε, ένας πλούτος σπάνιος γιατί δένει τον άνθρωπο με τη γη, με την πίστη, με την ελευθερία.

Καλαμάτα 23η Μαρτίου 1821 Σάββατο, Μαρ. 27 2010 

Καλαμάτα 23η Μαρτίου 1821*

Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Μεσσηνίας, Αξιότιμοι κύριοι Νομάρχα Μεσσηνίας και Δήμαρχε Καλαμάτας, κύριοι Δήμαρχοι, κυρία υπουργέ, κύριοι και κυρίες βουλευταί, αγαπητοί συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι:

Το 1821 ήρθε το ξάφνιασμα: η εκ του μηδενός εμφάνιση ενός έθνους· «εκ του μηδενός», καθώς, θαμμένα στην ιλύ που απόθεσε το ποτάμι της Ιστορίας, που πέρασε μέσα από τη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή, την Οθωμανική αυτοκρατορία, που παρέσυρε Σλάβους, Άραβες, Φράγκους, Ενετούς τα χαρακτηριστικά του, αντί να σβήσουν, ρίζωσαν ακόμα πιο βαθιά στον τόπο ετούτο· και το έθνος, με τα χρώματα που το προίκισε όλο αυτό το υλικό, ήρθε η στιγμή που πρόβαλε και ξάφνιασε· διεκδίκησε το χώρο του σε μια Ευρώπη που εγκυμονούσε το πέρασμά της σε μια νέα εποχή, εθνικών, θρησκευτικών, κοινωνικών και ατομικών ελευθεριών.

Σ’ αυτή τη δίνη των αλλαγών, μεγάλων επαναστάσεων και πολέμων, ποια η σημασία του αγώνα των κατοίκων μιας επαρχίας στις εσχατιές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας; Κι ήταν ο αγώνας αυτός εξέγερση, επανάσταση ή πόλεμος;

Αφηγείται ο Γέρος του Μοριά: «Η Γαλλική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά τη γνώμη μου, ν’ ανοίξη τα μάτια τού κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο· τους βασιλείς τούς ενόμιζον ως θεούς της γης και ό,τι κι έκαμναν το έλεγαν ”καλά καμωμένο”». Και πάρα κάτω: «…δεν είναι παρά η Επανάστασίς μας, όπου εσχέτισεν του Έλληνας».

Την εθνική συνείδηση καλλιέργησαν άνθρωποι φωτισμένοι σαν τον Ρήγα Φεραίο με τα δοκίμιά του, τον Κοσμά τον Αιτωλό με τις διδαχές του, τον  Ανώνυμο με τη Νομαρχία του κι άλλους εκπροσώπους του Ελληνικού Διαφωτισμού. Το κίνημα αυτό ενάντια στην αυθαιρεσία της Πύλης, την κοινωνική αδικία και την καταπίεση αποκτά τα δικά του χαρακτηριστικά και καταγράφεται ως επανάσταση έθνους.

Και θά  ’λεγε κανείς ότι μπροστά σε τέτοια θαυμάσια γεγονότα, μπροστά σε γεγονότα που άλλαξαν την εικόνα όχι μόνον μιας γεωγραφικής περιοχής, αλλά ολόκληρης ηπείρου, το πρόβλημα τού από πού ξεκίνησε ο αγώνας αυτός ακούγεται λεπτομέρεια άνευ ουσίας, δίνει την αίσθηση της τοπικιστικής εμμονής. Πρωτεία στον αγώνα αυτό δεν πρέπει να διεκδικεί κανένας τόπος και δεν πρέπει να αποδίδονται σε κανένα από τους συμμετέχοντες σ’ αυτόν· γιατί κάθε τόπος με το λαό του στον αγώνα αυτό συμμετείχε και διακινδύνευσε ανάλογα με τις δυνάμεις του και τις δυνατότητές του. Κάθε τόπος και κάθε αγωνιστής κατέκτησε τη  θέση του, έβαλε τη δική του υπογραφή και πρόσφερε για την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Κάτω από αυτό το πρίσμα έχει άραγε νόημα η σημερινή αναπαράσταση; έχει άραγε σημασία, πέρα από την συμπλήρωση της Ιστορίας με μια υποσημείωση για το τι συνέβη στο νοτιότατο άκρο της Βαλκανικής και σε τούτη εδώ την πόλη στις 23 Μαρτίου 1821; έχει άραγε ιδιαίτερη σημασία το να υπογραμμίζεται η παρουσία του Γέρου του Μοριά στον Πύργο του Μούρτζινου λίγες μέρες πριν την έναρξη του αγώνα και η ανταπόκριση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στο ιστορικό κάλεσμα;

Αν επιδιώκουμε την ανάγνωση της Ιστορίας στα γεγονότα καθ’ εαυτά, ξεκομμένα από το παρελθόν τους και το μέλλον τους, τα όσα συνέβησαν την 23η Μαρτίου στην Καλαμάτα πράγματι δεν έχουν σημασία. Η κατανόηση όμως του φαινομένου της ίδρυσης του ελληνικού κράτους απαιτεί κάθε γεγονός που συνέβαλε σ’ αυτό να το αξιολογήσουμε με βάση τη συμβολή του στο γίγνεσθαι.

Και ποιος αμφιβάλλει πως οι κάτοικοι του τόπου αυτού, αποτέλεσαν για αιώνες την ελπίδα των Ενετών, των Ισπανών, των Ρώσων· την ελπίδα για περιορισμό της δύναμης και της παρουσίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι Ενετοί σχεδιάζουν την στήριξη ίδρυσης Βασιλείου της Πελοποννήσου, του Regnio di Morea· οι Ισπανοί διεκδικούν από τους Ενετούς την επιρροή στους Μανιάτες. Η κραταιά Δημοκρατία της Βενετίας αντιμετωπίζει τη Μάνη ως ανεξάρτητη, και υποδέχεται τους απεσταλμένους της με τις τιμές και το πρωτόκολλο που αρμόζουν σε πρέσβεις κυρίαρχων κρατών· η Ρωσία, κι αυτή για τα δικά της συμφέροντα, επιχειρεί τη δική της παρέμβαση στην περιοχή του Αιγαίου, προσβλέποντας στη σύμπραξη των Μανιατών και των Καλαματιανών.

Δεν θα μπορούσε χωρίς τον Παναγιώτη Μπενάκη, χωρίς τον Πετρόμπεη και τον Μούρτζινο να ξεκινήσει ο αγώνας του ’21. Και δεν θα είχαμε μορφές σαν κι αυτές αν δεν υπήρχε το προηγούμενο της Μάνης, αν δεν παρενέβαιναν οι κάτοικοι της άγονης αυτής γωνιάς στο ρου της Ιστορίας.

Δυο μόλις δεκαετίες μετά την εισβολή των Οθωμανών στη Βαλκανική, το 1479 οι Μανιάτες με τους Κλαδαίους αντιστέκονται. Κι αν οι ελπίδες τους προδόθηκαν από τους πολλά υποσχόμενους Ενετούς και Ισπανούς, πείσμονες οι κάτοικοι του τόπου αυτού επέμειναν· επέμειναν για την ελευθερία τους, για την αξιοπρέπειά τους, κλεισμένοι στη φτωχή τους πατρίδα. Έναν αιώνα αργότερα το 1570 ο απεσταλμένος του Βασιλέα της Ισπανίας γράφει: «Οι Μανιάτες είναι γενναίος λαός και πάντοτε ανυπότακτος στους Τούρκους». Κι είναι η χρονιά εκείνη που οι Μανιάτες καθοδηγούν εαυτούς και τους άνδρες του Ενετού Marko Querini  να καταλάβουν το κάστρο του Πόρτο Κάγιο, απαλλάσσοντας την περιοχή από το μάτι του Σουλτάνου.

Και καθώς οι ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις αισθάνονται όλο και πιο απειλητική την ανάσα  του Σουλτάνου δίπλα στις αυλές τους, στρέφονται στους κατοίκους του τόπου αυτού για να αρχίσει πόλεμος κατά των Τούρκων. Το βασίλειο του Μοριά, σχεδιάζεται ως η διάδοχη κατάσταση μετά την επιδιωκόμενη αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο. Και σ’ αυτό το Βασίλειο εκείνοι που θα όριζαν, ήταν οι Μανιάτες

1659: Μανιάτες και Ενετοί καταστρώνουν σχέδιο απελευθέρωσης της Πελοποννήσου και πρώτη κίνηση των Μανιατών ήταν να εντάξουν στα όρια της χώρας τους την Καλαμάτα. Ένας νέος πόλεμος κατά των Τούρκων είχε αρχίσει.

Κι αν οι Τούρκοι προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τον έγκλειστο στα μπουντρούμια της Κωνσταντινούπολης Λιμπεράκη Γερακάρη για να τιθασεύσουν τους Μανιάτες κι αν προσπάθησαν να ελέγξουν τη Μάνη μέσω των Μπέηδων, ο πόλεμος κατά των Τούρκων δεν σταμάτησε ποτέ:

Πότε με τη στήριξη των Ενετών, πότε στηριγμένοι στις δικές τους δυνάμεις, οι Έλληνες της χερσονήσου του Ταϋγέτου αγωνίζονταν να κρατήσουν ελεύθερο τον τόπο τους, να περιφρουρήσουν την αυτονομία και την κυριαρχία τους. Κι ήταν αυτό όρος σταθερός και αδιαπραγμάτευτος στις συνεννοήσεις τους με τη Βενετία, την Ισπανία, τη Ρωσία.

Ήδη διανύσαμε στις κεφαλίδες της την Ιστορία αυτού του τόπου κατά την Τουρκοκρατία. Η γωνιά αυτή της Βαλκανικής στάθηκε η ελπίδα των δυνάμεων της Δύσης και της Ανατολής στις επιδιώξεις για περιορισμό της Οθωμανικής  αυτοκρατορίας. Στάθηκε, επίσης καταφύγιο κάθε κυνηγημένου από την Πύλη. Και πάνω απ’ όλα στάθηκε το λίκνο της δημιουργίας κράτους με εθνική συνοχή, ανταποκρινόμενο στις ιστορικές προκλήσεις που ξεπήδησαν από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης, καθώς το αίτημα για αυτονομία και κυριαρχία ετίθετο αδιάκοπα.

Σ’ αυτόν το τόπο κατέφυγε ο Κολοκοτρώνης, στον πύργο του Μούρτζινου στην Καρδαμύλη, κι έπεισε τον Πετρόμπεη, διακινδυνεύοντας τη ζωή του γιου του και παραμερίζοντας τα προσωπικά του συμφέροντα, να στρέψει τις δυνάμεις του κατά των Τούρκων. Κι ο αγώνας για την οργάνωση του πολέμου ξεκίνησε: «Από τας 6 Ιανουαρίου έως τας 22 Μαρτίου, επροσπάθησα, ενέργησα –αφηγείται ο Γέρος του Μοριά- εις την Μάνην να ενώσωμε διάφορα σπίτια μανιάτικα κατά τη συνήθειά τους, και τους ενώσαμε, τους αδελφώσαμε.»

Και πιο κάτω:

“Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμε Τούρκους εις την Καλαμάτα, τον Αρναούτογλην, σημαντικό Τούρκον της Τριπολιτσάς. Είμεθα δυο χιλιάδες Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, ο Μούρτζινος, ο Κύβελος· Δυτική Σπάρτη. … Εις την Καλαμάτα  εκάμαμε συνέλευση, πόθεν να πρωτοκινήσωμε τα στρατεύματα…”.

Είχε προηγηθεί η πορεία: Στις 17 Μαρτίου δοξολογία στους Ταξιάρχες στην Τσίμοβα, την Αρεόπολη· τρεις μέρες μετά στις Κιτριές κι από εκεί ένα σώμα με αρχηγό τον Πετρόμπεη οδεύει προς την Καλαμάτα, στις 22 Μαρτίου 2000 ένοπλοι της Δυτικής Σπάρτης με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη καταλαμβάνει υψώματα γύρω από την πόλη. Μαζί του Μούρτζινοι, Καπετανάκηδες, Κουμουντουράκηδες, Κύβελλοι, Χρηστέηδες. 23 Μαρτίου 1821 ο Ηλίας Μαυρομιχάλης πείθει τον Τούρκο διοικητή να παραιτηθεί και να παραδώσει με πρωτόκολλο την πόλη και τον τούρκικο οπλισμό· κι αμέσως μετά η δοξολογία μπροστά στους Αγίους Αποστόλους, τα λάβαρα των Ελλήνων και ο όρκος των αγωνιστών, η συγκρότηση της Μεσσηνιακής Γερουσίας. Τον τιμητικό τίτλο τού αρχιστρατήγου των σπαρτιατικών δυνάμεων έφερε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης -λες σα συνέχεια της συνήθειας των αρχαίων Σπαρτιατών πού ’χαν δεδομένη την αρχηγία τους όταν εκστράτευαν με άλλες πόλεις· ή ακόμα σαν συνέχεια των επί τέσσερις αιώνες αγώνων των κατοίκων της Δυτικής Σπάρτης, να εξαπλώσουν την ηγεμονία τους σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο.

23 Μαρτίου 1821: Η Καλαμάτα είχε ελευθερωθεί· είχε παραδοθεί σε στρατό Ελλήνων με πράξη παράδοσης που σημαίνει πράξη αναγνώρισης της κυριαρχίας του αντιπάλου. Η Οθωμανική αυτοκρατορία, είχε αναγνωρίσει την κυριαρχία των Ελλήνων της Δυτικής χερσονήσου του Ταϋγέτου στην Καλαμάτα, κέντρο εμπορικό, οικονομικό, σύμβολο ακμής και πλούτου για την περιοχή.

Η πρώτη έκφανση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους ήταν γεγονός: από εκεί την επομένη ο Κολοκοτρώνης με τους 30 άντρες του και με 200 του Μούρτζινου  και 70 του Πετρόμπεη όδευσαν στη Σκάλα και συνέταξαν την ακόλουθη επιστολή προς τους Αρκάδες: «Η ώρα έφθασε, το στάδιον της δόξης και της ελευθερίας ηνοίχθη. Τα πάντα είναι δικά μας και ο Θεός του παντός μεθ’  ημών έσεται· μην πτοηθείτε στο παραμικρόν…».

Αγαπητοί συμπολίτες,

Η μνήμη της ημέρας που τιμούμε σήμερα είναι χρέος  στους προγόνους μας που πριν δύο αιώνες έδωσαν το παράδειγμα για τον αγώνα τον καλό κι έγιναν σύμβολο που στήριζε τους κατοπινούς αγώνες του έθνους· είναι όμως χρέος υπέρτατο απέναντι στην Ιστορία που θέλει πέρα από θρύλους και μύθους, να μην ξαφνιάζεται, να ερμηνεύει, και να διδάσκει. Κι είναι μεγάλο το δίδαγμα που κλείνει ως σύμβολο η μέρα αυτή της 23ης Μαρτίου:

το πείσμα κι η πίστη σε στόχους και ιδανικά, όσο κι αν μας περιβάλλουν δύσκολες καταστάσεις και άρπαγες φίλοι κι εχθροί, πάντα από κάποιους συντηρείται· κι όταν η Ιστορία το επιτάξει, φουντώνει προετοιμάζοντας το νέο, το ωραίο, το αληθινό.

Κυρίες και κύριοι,

Οφείλουμε πολλά σ’ αυτές τις γενιές των λίγων φτωχών ανθρώπων που σκιασμένοι από τον όγκο του Ταϋγέτου, συντήρησαν στη φτωχή τους γη, την ιδέα της ελευθερίας που συντήρησαν την ιδέα του ανεξάρτητου κράτους, που έγιναν το εφαλτήριο για την έναρξη της επανάστασης του 1821 και την πραγματοποίηση του οράματος της ανεξάρτητης και κυρίαρχης Ελλάδας.


* Λόγος που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για την κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 2010 και την έναρξη της επανάστασης.